Προσθήκη περιουσιακού στοιχείου μέχρι την ολοκλήρωση της συζήτησης του Ν. 3869/2010 και υποχρέωση ειλικρίνειας
Η αίτηση του άρθρου του Ν. 3869/2010 πρέπει να περιγράφει αναλυτικά κάθε περιουσιακό στοιχείο και πηγή εισοδήματος του οφειλέτη και κάθε πηγή εισοδήματος του συζύγου του. Στην έννοια της περιουσίας εμπίπτει κάθε περιουσιακό στοιχείο που ανήκει στον οφειλέτη και προσδίδει σ` αυτόν κάθε εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα. Με αυτήν την έννοια, στα περιουσιακά στοιχεία εμπίπτουν εμπράγματα δικαιώματα σε κάθε είδους κινητά ή ακίνητα πράγματα, όπως η κυριότητα πλήρης ή ψιλή, η επικαρπία, η δουλεία, το δικαίωμα υψούν κλπ. Τα πράγματα επί των οποίων κατέχει δικαίωμα ο οφειλέτης πρέπει να περιγράφονται επαρκώς. Αυτό πρέπει να γίνει προκειμένου ο δικαστής να μπορέσει να εκτιμήσει την αξία των αντικειμένων και αν θα προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον σε περίπτωση εκποίησης. Για τον ίδιο λόγο πρέπει να περιγράφονται τα χαρακτηριστικά του πράγματος (θέση, εμβαδόν, όρια κλπ. Ακινήτου). Περαιτέρω απαραίτητο είναι ο οφειλέτης όπως αποδεικνύει τα εισοδήματα τα οποία επικαλείται ότι εισφέρονται σε αυτόν προκειμένου να αποκτήσει ο δικαστής πλήρη δικανική πεποίθηση αναφορικά με το μέγεθος και το ύψος αυτών ενώ οποιαδήποτε πραγματική κατάσταση ισχυρίζεται ότι υπάρχει, όπως παραδείγματος χάριν η καταβολή εκ μέρους του οιουδήποτε ποσού στις καθ’ ων πιστώτριες τράπεζες στα πλαίσια τήρησης του εκάστοτε περιεχομένου τυχούσας υπάρχουσας προσωρινής διαταγής πρέπει να αποδεικνύονται με τρόπο σαφή και αδιαμφισβήτητο. Σε περίπτωση που ο οφειλέτης έχει παραλείψει κάποιο απαραίτητο στοιχείο ως προς τα παραπάνω και αυτό είναι δεκτικό συμπληρώσεως, δύναται ο δικαστής να δεχθεί τη συμπλήρωση με τις προτάσεις του οφειλέτη ή στο δε ειρηνοδικείο ακόμα και προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, με σχετική καταχώριση στα πρακτικά, σύμφωνα με τα άρθρα 744, 745 ΚΠολΔ. Σε αυτό το πλαίσιο έχει γίνει δεκτή όχι μόνο η συμπλήρωση πληροφοριών για κάποιο περιουσιακό στοιχείο αλλά ακόμα και η προσθήκη περιουσιακού στοιχείου (ΕιρΑΘ 125/2011). Διαφορετικά, μπορεί ο δικαστής να διατάξει τη συμπλήρωση κατά τα άρθρα 227 και 254, με έκδοση μη οριστικής απόφασης (ΕιρΑΘ 39/2011, ΕιρΕλευσ 1/2011, ΕιρΛαυρ 157/2011), ή και την επανάληψη της συζήτησης κατά το άρθρο 759 παρ. 3 ΚΠολΔ (ΕιρΑΘ 135/2011, Ιάκ.Βενιέρης-Θ. Κατσάς, Εφαρμογή του Ν. 3869/2010 για τα Υπερχρεωμένα Φυσικά Πρόσωπα, σελ. 122).
Επομένως, επειδή ο οφειλέτης μπορεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 745 ΚΠολΔ, να προβάλει πραγματικούς ισχυρισμούς ως την περάτωση της τελευταίας συζήτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν συντρέχει περίπτωση παραβίασης του καθήκοντος ειλικρινούς δήλωσης, αν πριν την έναρξη της διαδικασίας, συμπληρώσει την αίτηση του όσον αφορά την κατάσταση της περιουσίας του με την προσθήκη περιουσιακού στοιχείου το οποίο είχε κατ` αρχήν παραλείψει να συμπεριλάβει (βλ. ΕιρΑμαλιαδ 83/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 § 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματα του και κατά την υποβολή της αίτησης της § 1 του άρθρου 4 του νόμου αυτού. Παράβαση της υποχρέωσης αυτής από δόλο ή βαριά αμέλεια, την οποία μπορεί να επικαλεστεί με αίτηση του οποιοσδήποτε πιστωτής, εφόσον δεν έχει παρέλθει έτος από τότε που την πληροφορήθηκε, συνεπάγεται την απόρριψη του αιτήματος για ρύθμιση των οφειλών του με απαλλαγή σύμφωνα με το άρθρο 8 ή την έκπτωση από τη ρύθμιση οφειλών και την απαλλαγή που έχει ήδη αποφασιστεί.
Εάν η αίτηση του οφειλέτη για ρύθμιση των χρεών του έχει γίνει δεκτή από το δικαστήριο και αποκαλυφθεί μετά την έκδοση της απόφασης ανειλικρίνεια της δήλωσης του, εφόσον υφίσταται προθεσμία άσκησης έφεσης από τον πιστωτή, θα προβληθεί αυτή με ειδικό λόγο έφεσης. Εξάλλου, σύμφωνα με την § 2 εδ. β` του άρθρου 4 του ως άνω νόμου, ο οφειλέτης υποχρεούται να προσκομίζει υπεύθυνη δήλωση για την ορθότητα και την πληρότητα των καταστάσεων που προβλέπονται στις περ. α` και β` της § 1 του άρθρου 4, που αφορούν μεταξύ άλλων τόσο στα εισοδήματα από κάθε πηγή του ιδίου, όσο και σε αυτά της συζύγου του.
Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι όλες οι διαδικασίες που προβλέπονται και ρυθμίζονται από τον παραπάνω νόμο αποβλέπουν στο να διευκολύνουν τον έντιμο και καλόπιστο οφειλέτη, ο οποίος περιήλθε άνευ δόλου σε μόνιμη αδυναμία εκπλήρωσης των οφειλών του. Για το λόγο αυτό, παρότι ο νόμος παραλείπει να αναφερθεί στα εισοδήματα της συζύγου του οφειλέτη όσον αφορά στην ειλικρινή δήλωση του, η προκείμενη διάταξη του άρθρου 10 πρέπει να ερμηνευτεί διασταλτικά και να συμπεριληφθούν και τα τελευταία, ώστε οι κυρώσεις που προβλέπονται ισχύουν και στην περίπτωση υποβολής ανειλικρινούς δήλωσης για τα πάσης φύσης εισοδήματα αυτής (βλ. Αθ. Κρητικό, ό.π., σ. 229 αρ. 2, 3, 4, 231 αρ. 10 και 235 αρ. 20).
Το άρθρο 10 § 1 του ν. 3869/2010 αναφέρεται σε ειλικρινή δήλωση, η οποία κατά περιεχόμενο, σημασία, αλλά και έκταση χρονική είναι ευρύτερη της υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 4 § 2. Η υποχρέωση δηλαδή ειλικρινούς δήλωσης δεν αφορά μόνο στην προδικασία, αντιθέτως καταλαμβάνει χρονικώς όλη τη διαδικασία του ν. 3869/2010, από την κατάθεση της αίτησης, κατά τη διάρκεια εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του οφειλέτη, μέχρι και δύο έτη μετά την απαλλαγή του οφειλέτη. Η υποχρέωση αυτή του οφειλέτη καλύπτει τη διαδικασία του ν. 3869/2010 από την έναρξη της μέχρι την ολοκλήρωση της. Συνεπώς, αφορά στην ειλικρίνεια της αίτησης που κατατίθεται κατά το άρθρο 4. Επίσης αφορά στην ειλικρίνεια ως προς τις παραπάνω πληροφορίες κατά τη συμπλήρωση του φακέλου από τον οφειλέτη, όταν κατά το άρθρο 8 § 3 εδ. δ` λάβει χώρα κάποια αλλαγή στην περιουσιακή του κατάσταση. Επομένως, ο οφειλέτης πρέπει να ενημερώνει το φάκελο του άρθρου 4 § 5 σχετικά με κάποια αύξηση του εισοδήματος ή των περιουσιακών του στοιχείων. Η εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής δεν εξαρτάται από το αν η ανειλικρίνεια του οφειλέτη έχει προκαλέσει πραγματική-υπαρκτή ζημία στους πιστωτές.
Επίσης, δεν έχει σημασία αν ο οφειλέτης αποκόμισε τελικώς κάποιο οικονομικό όφελος από την απόκρυψη. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι αρκεί η διακινδύνευση ζημίας των συμφερόντων των πιστωτών και δεν επιβάλλεται να επέλθει η ζημία από την απόκρυψη/ανειλικρίνεια. Αντιθέτως, είναι άλλο το κριτήριο για την αξιολόγηση της ανειλικρίνειας. Έχει ιδιαίτερη σημασία αν η εκπλήρωση της υποχρέωσης του οφειλέτη για ειλικρινή δήλωση ως προς όλα τα περιουσιακά στοιχεία του θα αλλοίωνε κάτι ως προς τον τρόπο και το ύψος ικανοποίησης των πιστωτών. Αν αποδειχθεί ότι η ανειλικρίνεια του ήταν πρόσφορη να απομειώσει ή να αλλοιώσει αρνητικά την ικανοποίηση των πιστωτών, τότε υπάρχει παραβίαση της υποχρέωσης αυτής. Συνεπώς, κυριότερο κριτήριο για την επέλευση της έκπτωσης είναι η προσφορότητα της ανειλικρίνειας να απομειώσει την ικανοποίηση των πιστωτών. Γίνεται, πάντως, δεκτή η θεραπεία της μη συμμόρφωσης του οφειλέτη στην παραπάνω υποχρέωση. Εν γένει κρίνεται ότι δεν προκύπτει ο δόλος ή βαριά αμέλεια του οφειλέτη, αν παραλείψει να αναφέρει κάποιο περιουσιακό στοιχείο, αλλά οικειοθελώς προσκομίζει έγγραφα με τις προτάσεις του, που το αναφέρουν. Έτσι, ο οφειλέτης μπορεί να εκπληρώσει την υποχρέωση ειλικρίνειας, παρά προηγούμενη σχετική παράλειψη του (επί του φακέλου ή της αίτησης), μέχρι την ολοκλήρωση της συζήτησης, σύμφωνα με το άρθρο 745 ΚΠολΔ. Το άρθρο 10 αναφέρεται εν γένει σε υποβολή δήλωσης από τον οφειλέτη, χωρίς να εξειδικεύει το μέσο ή τον τρόπο (I. Βενιέρης/Θ. Κατσάς, Εφαρμογή του Ν. 3869/2010, 2η έκδ. 2013, σ. 521-530). Σύμφωνα με τα παραπάνω, γίνεται δεκτή όχι μόνο η συμπλήρωση πληροφοριών για κάποιο περιουσιακό στοιχείο αλλά ακόμα και η προσθήκη κάποιου περιουσιακού στοιχείου, ακόμα και εισοδήματος, εφόσον η παράλειψη αναφοράς δεν προσκρούει στις προϋποθέσεις ανειλικρίνειας κατά το άρθρο 10 § 1 (βλ. σχετική ανάλυση ΜονΠρωτΧαν 670/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος, LL.M.
E-mail: info@efotopoulou.gr