Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Η φύση της προβλεπόμενης στο άρθρο 29 παρ. 1 και 4 του ν. 3190/1955 διαδικασίας – Η ισχύουσα διαδικασία, το καθ’ ύλην και τόπο αρμόδιο δικαστήριο – Η δυνατότητα άσκησης ένδικων μέσων κατά της απόφασης που εκδίδεται – (Μελέτη του κ. Χατζημιχαήλ Δ., δημ. στο ΔΕΕ 2005, 567 επ.)

Στο άρθρο 29 παρ. 1 και 4 του ν. 3190/1955 ορίζεται ότι όταν στο καταστατικό μίας ΕΠΕ προβλέπεται η δυνατότητα εξαγοράς των εταιρικών μεριδίων θανόντα εταίρου από πρόσωπο που υποδεικνύει η εταιρία, ο προσδιορισμός της αξίας τους γίνεται από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών κατά τη διαδικασία του άρθρου 634 της Πολιτικής Δικονομίας και περαιτέρω, ότι κατά της απόφασης αυτής επιτρέπεται έφεση ενώπιον του Προέδρου Εφετών εντός μηνός από την κοινοποίησή της.

Στην ίδια διαδικασία παραπέμπει ο ν. 3190/1955 και σε τέσσερις άλλες περιπτώσεις. Στην έξοδο εταίρου, ως προς τη διάγνωση της συνδρομής σπουδαίου λόγου εξόδου και τον προσδιορισμό της μερίδας συμμετοχής του εξερχόμενου (άρθρο 33 παρ. 2), στην έξοδο εταίρου λόγω εναντίωσής του στη μεταβολή του αντικειμένου της επιχείρησης, ως προς τον προσδιορισμό της αξίας της μερίδας του (άρθρο 39 παρ. 1 και 2), στον αποκλεισμό εταίρου, ως προς τον προσδιορισμό της αξίας της μερίδας συμμετοχής του, μετά την τελεσιδικία της απόφασης που διατάσσει τον αποκλεισμό του εξαιτίας της ύπαρξης σπουδαίου λόγου (άρθρο 33 παρ. 3), όπως στην περίπτωση μη καταβολής των συμπληρωματικών εισφορών ενός εταίρου ως προς την κήρυξη του αποκλεισμού του από την εταιρεία (άρθρο 37 παρ. 1).

Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 2 του ΕισΝΚΠολΔ, όταν διατάξεις του ΑΚ ή άλλου νόμου, όπως του ν. 3190/1955, παραπέμπουν στην αρμοδιότητα και στην επ’ αναφορά διαδικασία γενικά του Προέδρου των Πρωτοδικών ή στη διαδικασία των άρθρων 634 έως 639 Πολιτικής Δικονομίας, αρμόδιο πλέον είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο που δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.

Επομένως, για τις υποθέσεις που υπάγονται στη διαδικασία του άρθρου 29 του ν. 3190/1955 καθ’ ύλη αρμόδιο δικαστήριο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο που δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. του ΚΠολΔ. Αποκλειστικά δε κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο για την κατάθεση της σχετικής αίτησης είναι, κατά το άρθρο 27 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το Μονομελές Πρωτοδικείο της περιφέρειας όπου έχει την έδρα της η εταιρεία, διότι πρόκειται για διαφορές που απορρέουν από την εταιρική έννομη σχέση.

Η ένδικη προστασία σε περίπτωση αίτησης παροχής ασφαλιστικών μέτρων κατά το άρθρο 686 του ΚΠολΔ δεν συνίσταται στην ικανοποίηση ενός δικαιώματος, αλλά μόνον στην προσωρινή εξασφάλιση ή διατήρησή του μέχρι να επιτευχθεί η δικαστική του διάγνωση κατά την κύρια δίκη που εκκρεμεί ή πρόκειται να τεθεί σε κίνηση. Η προστασία όμως που ζητείται στις περιπτώσεις του άρθρου 29 του ν. 3190/1955 αποσκοπεί στη διάγνωση της έκτασης του δικαιώματος που επικαλείται ο ενάγων και αποβλέπει ουσιαστικά στην οριστική άρση της διαφοράς, ώστε με βάση τη δικαστική κρίση να επιλυθεί οριστικά κάθε διαφωνία των μερών. Το αίτημα οριστικής επίλυσης της διαφοράς διαφοροποιεί καθοριστικά τις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 29 του ν. 3190/1955 από την αίτηση παροχής ασφαλιστικών μέτρων.

Έτσι, ζητείται αντίστοιχα από το δικαστήριο: α) Είτε ο προσδιορισμός της αξίας της μερίδας συμμετοχής ενός εταίρου στις περιπτώσεις εξαγοράς (29 παρ. 1), εναντίωσης ενός εταίρου στην μεταβολή του αντικειμένου της επιχείρησης (39) και αποκλεισμού ενός εταίρου για σπουδαίο λόγο (33 παρ. 3), β) είτε η δυνατότητα εξόδου ενός εταίρου ενόψει της συνδρομής σπουδαίου λόγου στο πρόσωπό του (33 παρ. 2), γ) είτε η έκδοση απόφασης που να διατάσσει τον αποκλεισμό και εκποίηση των εταιρικών μεριδίων ενός εταίρου λόγω μη καταβολής των συμπληρωματικών του εισφορών (37 παρ. 1 συνδ. 6 παρ. 3).

Κατ’ επέκταση και η απόφαση που εκδίδεται στα πλαίσια του άρθρου 29 παρ. 1 του ν. 3190/1955 ρυθμίζει κατά τρόπο οριστικό την υπό κρίση εταιρική διαφορά, μια και έχει ως αποτέλεσμα την οριστική δημιουργία μίας ουσιαστικής έννομης κατάστασης, σε αντίθεση με τον χαρακτήρα προσωρινού δεδικασμένου που έχουν οι αποφάσεις των ασφαλιστικών μέτρων κατά το άρθρο 695 του ΚΠολΔ. Περαιτέρω, η απόφαση που θα εκδοθεί κατά τη διαδικασία του άρθρου 29 παρ. 1 δεν μπορεί να αρθεί μεταγενέστερα με ανάκληση ή μεταρρύθμισή της, όπως στις αποφάσεις που διατάσσουν ασφαλιστικά μέτρα, κατά τα άρθρα 698, 696 και 703 του ΚΠολΔ. Επομένως, οι περιπτώσεις του άρθρου 29 παρ. 1 ν. 3190/1955 που υπάγονται, κατά το άρθρο 3 παρ. 2 ΕισΝΚΠολΔ, στη διαδικασία των άρθρων 682 επ. ΚΠολΔ δεν έχουν την ιδιότητα του ασφαλιστικού μέτρου αλλά η σχετική διαδικασία απλώς αποσκοπεί στην ταχεία και οριστική επίλυσή τους.

Ως προς το αν η απόφαση που θα εκδοθεί στα πλαίσια του άρθρου 29 του ν. 3190/1955 υπόκειται ή όχι σε ένδικα μέσα, διχογνωμία επικράτησε τόσο ως προς την ισχύ της τέταρτης παραγράφου του άρθρου 29 του ν. 3190/1955 που προβλέπει την δυνατότητα άσκησης έφεσης, ανάλογα με το αν δεχθεί κανείς εφαρμογή του άρθρου 3 παρ. 2 ή του άρθρου 4 του ΕισΝΚΠολΔ, όσο και ενόψει της διάταξης του άρθρου 699 του ΚΠολΔ που αποκλείει την άσκηση ένδικων μέσων κατά αποφάσεων που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά. Κατά μία άποψη, όταν πρόκειται για διαφορές που δικάζονται μόνο κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 του ΚΠολΔ, χωρίς να διατάζονται ασφαλιστικά μέτρα, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 699 του ΚΠολΔ και επιτρέπεται η άσκηση ένδικων μέσων, ενώ, κατά την αντίθετή της οι σχετικές αποφάσεις δεν υπόκεινται ποτέ σε ένδικα μέσα ακόμη και όταν οι σχετικές υποθέσεις απλώς και μόνο εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.

Ενόψει του ότι στις δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται στα πλαίσια του άρθρου 29 του ν. 3190/1955 εφαρμόζεται η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, παρά το ότι οι διαφορές αυτές δεν έχουν σχέση με τη φύση, το αντικείμενο και το σκοπό των ασφαλιστικών μέτρων, ορθότερο είναι να εφαρμόζονται από τις διατάξεις των άρθρων 686 επ. του ΚΠολΔ μόνον εκείνες που συμβιβάζονται με τη φύση του αντικειμένου της δίκης. Η αποδοχή αντίθετης άποψης οδηγεί σε σοβαρές αντιφάσεις, ιδίως αν δεχθεί κανείς ότι για την έκδοση δικαστικής απόφασης που επιτρέπει την έξοδο εταίρου για σπουδαίο λόγο (33 παρ. 2) ή διατάσσει τον αποκλεισμό του λόγω μη καταβολής των συμπληρωματικών του εισφορών (37 παρ. 1) αρκεί, κατά το άρθρο 690 ΚΠολΔ, απλή πιθανολόγηση των προβαλλόμενων ισχυρισμών για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης και μάλιστα παρά το ότι με την σχετική απόφαση επέρχεται μία διάπλαση – αλλοίωση της εταιρικής έννομης σχέσης που συνδέει συγκεκριμένο εταίρο με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας. Συνεπώς, αν και ο κανόνας της πιθανολόγησης δικαιολογείται για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων διότι το δικαστήριο δεν κρίνει το ουσιαστικό δικαίωμα, ο ίδιος κανόνας οδηγεί σε ανεπιεική αποτελέσματα στις περιπτώσεις που υπάγονται στη διαδικασία του άρθρου 29 του ν. 3190/1955.

Το ίδιο ασυμβίβαστη με τη φύση του αντικειμένου της δίκης που ανοίγεται στις περιπτώσεις του άρθρου 29 του ν. 3190/1955, όπως δέχεται η κρατούσα στη νομολογία και τη θεωρία άποψη, είναι και η διάταξη του άρθρου 699 του ΚΠολΔ που απαγορεύει την άσκηση ένδικων μέσων επί αποφάσεων που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων. Η αποδοχή εφαρμογής του άρθρου 699 ΚΠολΔ καθιστά αδύνατο τον έλεγχο τυχόν νομικών ή πραγματικών σφαλμάτων της δικαστικής κρίσης, με συνέπεια αυτά να μένουν τελικά αθεράπευτα και να δημιουργείται δεδικασμένο. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα έρχεται όμως σε αντίθεση τόσο με την απαγόρευση δημιουργίας αμετάκλητης κατάστασης στις σχέσεις των διαδίκων με ασφαλιστικά μέτρα, όσο και με την αρχή ότι από τις αποφάσεις των ασφαλιστικών μέτρων δημιουργείται μόνο προσωρινό δεδικασμένο ή απλά μία δεσμευτικότητα.

Συμπερασματικά, ως προς τις περιπτώσεις που υπάγονται στο άρθρο 29 ν. 3190/1955 και στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων εφαρμόζονται εκείνες μόνο οι διατάξεις που αρμόζουν στον σκοπό και τη φύση του αντικειμένου της δίκης, στις οποίες δεν περιλαμβάνονται οι διατάξεις των άρθρων 690 και 699 του ΚΠολΔ με συνέπεια η απόφαση που θα εκδοθεί να υπόκειται κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 511 και 552 του ΚΠολΔ στα ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης.

Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί