Άδεια άνευ αποδοχών στους εκπαιδευτικούς πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, σύμφωνα με το άρθρο 16 περ. Ε’ του Ν. 1566/1985 σε συνδυασμό με τα άρθρα 51 επ. του Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλων (ν. 3528/2007) – Συνιστά ιδιαίτερη μορφή άδειας άνευ αποδοχών και χορηγείται όταν συντρέχουν σοβαροί λόγοι μεταξύ των οποίων κρίθηκε ότι αποτελεί και η ανατροφή τέκνου ηλικίας έως έξι ετών (βλ. σχετ. την υπ’ αριθ. 80/2016 ΓΝΜΔ ΝΣΚ, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)
Σύμφωνα με το άρθρο 51 του Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλων (ν. 3528/2007), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα, είναι δυνατή η χορήγηση σε δημόσιο υπάλληλο άδεια χωρίς αποδοχές. Συγκεκριμένα, στο ως άνω άρθρο ορίζεται:
«1. Επιτρέπεται η χορήγηση στον υπάλληλο, μετά από αίτηση του, άδειας χωρίς αποδοχές, εφόσον οι ανάγκες της υπηρεσίας το επιτρέπουν. Η άδεια αυτή δεν μπορεί να υπερβεί τον ένα (1) μήνα εντός του ίδιου ημερολογιακού έτους. Η άδεια χορηγείται υποχρεωτικά στο φυσικό, θετό και ανάδοχο γονέα όταν πρόκειται για νοσηλεία ανήλικου τέκνου λόγω ασθένειας ή ατυχήματος που καθιστά αναγκαία την άμεση παρουσία του.
- Στους υπαλλήλους επιτρέπεται η χορήγηση άδειας χωρίς αποδοχές συνολικής διάρκειας έως πέντε (5) ετών, ύστερα από αίτηση τους και γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου, για σοβαρούς ιδιωτικούς λόγους.
- Υπάλληλος, του οποίου σύζυγος υπηρετεί στο εξωτερικό σε ελληνική υπηρεσία του Δημοσίου, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή άλλου φορέα του δημόσιου τομέα ή σε υπηρεσία ή φορέα της Ευρωπαϊκής Ενωσης ή σε διεθνή οργανισμό, στον οποίο μετέχει και η Ελλάδα, δικαιούται να πάρει άδεια χωρίς αποδοχές μέχρι έξι (6) έτη συνεχώς ή και τμηματικά, εφόσον έχει συμπληρώσει διετή πραγματική υπηρεσία.
- Στον υπάλληλο που αποδέχεται θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή σε διεθνή οργανισμό, στον οποίο μετέχει η Ελλάδα, χορηγείται μετά από γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου άδεια χωρίς αποδοχές μέχρι πέντε (5) έτη, η οποία μπορεί να παραταθεί με την ίδια διαδικασία για μία ακόμα πενταετία. Αν ο υπάλληλος δεν εμφανιστεί να αναλάβει καθήκοντα μέσα σε δύο (2) μήνες από τη λήξη της άδειας, θεωρείται ότι παραιτήθηκε αυτοδικαίως από την υπηρεσία.
- Ο χρόνος της άδειας χωρίς αποδοχές αποτελεί χρόνο πραγματικής υπηρεσίας μόνο στις περιπτώσεις των παραγράφων 1 και 4 του παρόντος άρθρου.
- Κατά τη διάρκεια της άδειας της παρ. 4 του άρθρου αυτού ο υπάλληλος υποχρεούται να καταβάλλει τις νόμιμες κρατήσεις για κύρια και επικουρική ασφάλιση και στα ταμεία πρόνοιας, οι οποίες αντιστοιχούν στο βαθμό ή το μισθό της υπηρεσίας στην οποία ανήκει οργανικά».
Περαιτέρω και σύμφωνα με το άρθρο 16 περ. Ε’ του Ν. 1566/1985, που ρυθμίζει τις άδειες χωρίς αποδοχές όσον αφορά στους εκπαιδευτικούς πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης προβλέπεται ότι: 1. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ύστερα από πρόταση του αρμόδιου κεντρικού υπηρεσιακού συμβουλίου, μπορεί να χορηγείται σε εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης άδεια χωρίς αποδοχές μέχρι τη λήξη του σχολικού έτους, όταν συντρέχουν σοβαροί λόγοι ιδίως θεραπεία δυσίατων ασθενειών του ίδιου του εκπαιδευτικού ή των μελών της οικογένειάς του, αντιμετώπιση δύσκολων περιπτώσεων εγκυμοσύνης, τοκετού και μητρότητας, ολοκλήρωση μεταπτυχιακών σπουδών, ανάγκη προσωρινής εγκατάστασης στο εξωτερικό. 2. «Άδεια χωρίς αποδοχές που χορηγείται, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να παραταθεί πέρα από πέντε (5) σχολικά έτη.» Να σημειωθεί ότι η παρ. 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 37 παρ. 1 του Ν. 4351/2015.
Η άδεια άνευ αποδοχών, που προβλέπεται στο ως άνω άρθρο, αποτελεί ιδιαίτερη μορφή άδειας άνευ αποδοχών, χορηγείται αποκλειστικά και μόνο σε εκπαιδευτικούς πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης για ιδιαίτερους λόγους, πέραν των λόγων χορήγησης κανονικής, αναρρωτικής ή εκπαιδευτικής άδειας και για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει το ανώτατο επιτρεπόμενο διάστημα απουσίας επί λήψεως κανονικής άδειας, το οποίο δεν θεωρείται ως συντάξιμος χρόνος πραγματικής υπηρεσίας.
Συνεπώς, οι εκπαιδευτικοί πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης δικαιούνται άδειας άνευ αποδοχών, μεταξύ άλλων σοβαρών λόγων και για ανατροφή τέκνου ηλικίας έως έξι ετών, δυνάμει της προαναφερόμενης ειδικής διάταξης, η συνολική διάρκεια της οποίας, πλέον, δεν μπορεί να υπερβεί τα πέντε (5) σχολικά έτη, ήτοι συμπίπτει, μεν ως προς τη συνολική διάρκεια με την χορηγούμενη για την ίδια αιτία άδεια των πέντε ετών, που προβλέπεται συνδυαστικά από τις διατάξεις των άρθρων 51 παρ. 2 και 53 παρ. 1 του ισχύοντος Υπαλληλικού Κώδικα (Ν. 3528/2007), με τη διαφορά, όμως ότι στην πρώτη περίπτωση η άδεια, αφορώσα αποκλειστικά εκπαιδευτικούς, ευλόγως υπολογίζεται σε σχολικά έτη (1/9 – 31/8) και όχι σε ημερολογιακά, όπως συμβαίνει στη δεύτερη περίπτωση. Επειδή, όμως η υποχρεωτική και χωρίς γνώμη υπηρεσιακού συμβουλίου χορήγηση της άδειας αυτής, ορίζεται ειδικά στη διάταξη του άρθρου 53 παρ. 1 του ΥΚ, τούτο θα ισχύσει συμπληρωματικά και για την χορηγούμενη εντός του πλαισίου του άρθρου 16 περ. Ε’ του Ν. 1566/1985 άδεια ανατροφής τέκνου προσχολικής ηλικίας, αφού δεν υπάρχει στον τελευταίο ειδική διάταξη που ρυθμίζει διαφορετικά το ζήτημα αυτό.
Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα
Δικηγόρος