Δικαιοδοσία δικαστηρίων. Έννοια και διάκριση διοικητικών διαφορών και ιδιωτικών διαφορών, ως προϋπόθεση για την αντίστοιχη υπαγωγή στην ορθή δικαιοδοσία
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 4 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Εξ άλλου κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 94 του Συντάγματος στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 95 παρ. 1 του Συντάγματος στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν μεταξύ άλλων η μετά από αίτηση ακύρωσης των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή για παράβαση νόμου και κατά την παρ. 3 εδ. α του ίδιου άρθρου κατηγορίες υποθέσεων της ακυρωτικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να υπάγονται με νόμο, ανάλογα με τη φύση ή τη σπουδαιότητά τους, στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια.
Σε εκτέλεση της τελευταίας διάταξης με το άρθρο 1 παρ. 1 περ. γ’ ν. 702/1977, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν. 2944/2001, ορίσθηκε ότι στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου υπάγεται η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν την πρόσληψη και την κατάσταση γενικά του προσωπικού του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ανεξάρτητα από τη φύση της σχέσης που το συνδέει.
Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι ακυρωτική διαφορά υπαγόμενη στο Συμβούλιο της Επικρατείας ή στα διοικητικά εφετεία δεν προκαλείται από τη δικαστική αμφισβήτηση κάθε πράξης διοικητικής αρχής η οποία έχει τα χαρακτηριστικά μονομερούς πράξης που παράγει έννομα αποτελέσματα αλλά μόνο από τη δικαστική αμφισβήτηση των εκτελεστών εκείνων πράξεων των διοικητικών αρχών (πρβλ. και άρθρο 45 παρ. 1 π.δ. 18/1989) που εκδίδονται κατά την ενάσκηση δημοσίας εξουσίας για την ικανοποίηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος ή εκείνων που εκδίδονται στο πλαίσιο διαγραφόμενης από το νόμο ειδικής διοικητικής διαδικασίας.
Εξάλλου, με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1406/1983 ορίσθηκε ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν είχαν μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού υπαχθεί σ` αυτή. Κατά δε την παρ. 2 εδαφ. θ αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 3 ν. 2721/1999, στις εν λόγω διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός των άλλων, και τις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου. Ως “αποδοχές” κατά τη διάταξη αυτή νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με σχέση δημόσιου δικαίου.
Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας ή ακυρωτικές, που υπάγονται κατά περίπτωση στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, είναι οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες συνιστούν εκτελεστές κατά την προαναφερθείσα έννοια διοικητικές πράξεις και εφόσον, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημά του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι ακυρότητα ή καταψήφιση σε παροχή ή αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο. Οι λοιπές πράξεις της διοικήσεως που είναι αμέτοχες του λειτουργικού αυτού στοιχείου και κινούνται σε κύκλο σχέσεων του ιδιωτικού δικαίου, έχουν δηλαδή ως υπόβαθρο έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου, όπως σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή σύμβαση έργου, εξαιρούνται από την έννοια της διοικητικής διαφοράς, έστω και αν αυτές σχετίζονται προς τη λειτουργία δημόσιας υπηρεσίας, είναι δε ιδιωτικές διαφορές που ανήκουν στη γενική, σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 2 του Συντάγματος, δικαιοδοσία που έχουν τα πολιτικά δικαστήρια στις περιπτώσεις προσβολής ιδιωτικών δικαιωμάτων (Α.Ε.Δ. 12/1992, 85/1991, Α.Π. 854/2009).
Ειδικότερα ως διαφορές ιδιωτικού δικαίου νοούνται οι αναγόμενες σε δικαιώματα και γενικότερα σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, έστω και αν γενεσιουργός λόγος αυτών είναι εκτελεστές πράξεις των διοικητικών αρχών. Δηλαδή κρίσιμη από την άποψη της δικαιοδοσίας είναι η φύση του δικαιώματος και γενικότερα της έννομης σχέσης που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς και όχι της πράξεως από την οποία απορρέει το δικαίωμα αυτό ή η σχέση. Επομένως η διαφορά που προκαλείται στο πλαίσιο λύσεως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αίτησης επαναπρόσληψης υπαλλήλου Δημοσίου ή οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ουσιαστικώς κατατείνει στην ικανοποίηση του δικαιώματος αποκατάστασης της σχέσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και συνεπώς έχει το χαρακτήρα ιδιωτικής διαφοράς, η φύση της οποίας δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι η εξέταση της αιτήσεως απολυθέντος έχει ανατεθεί από το νόμο σε διοικητικό όργανο. Ως εκ τούτου τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να δικάσουν τη διαφορά αυτή (Α.Π. 1257/2000).
(βλ. ενδιαφέρον σκεπτικό της υπ’ αριθ. 280/2016 απόφασης του Αρείου Πάγου, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, όπου κρίθηκε ότι η διαφορά που προκαλείται στο πλαίσιο λύσεως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αίτησης επαναπρόσληψης υπαλλήλου Δημοσίου ή Ο.Τ.Α. ή νπδδ, έχει το χαρακτήρα ιδιωτικής διαφοράς και εξ αυτού του λόγου αρμόδια είναι τα πολιτικά δικαστήρια να κρίνουν ζητήματα ως προς το χαρακτηρισμό των συμβάσεων αυτών ως αορίστου χρόνου και περαιτέρω την ακυρότητα ή μη της λύσεώς τους.)
Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα
Δικηγόρος