Κατά τόπον αρμοδιότητα στη δίκη των υπερχρεωμένων σε περίπτωση που ο αιτών έχει μετακομίσει στην αλλοδαπή, αλλά είχε πριν τη μετακόμιση την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή του στην Ελλάδα
Κατά το άρθρο 3 εδ. α΄ του ν. 3869/2010 «αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της αίτησης που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 είναι το Ειρηνοδικείο στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει την κατοικία του, άλλως τη συνήθη διαμονή του». Πρόκειται για μη γνήσια υπόθεση εκουσίας δικαιοδοσίας, ήτοι για ιδιωτική διαφορά διαπλαστικού και όχι αναγνωριστικού χαρακτήρα, στην οποία εμφανίζεται το στοιχείο της αντιδικίας και την οποία ο νομοθέτης για λόγους σκοπιμότητας παραπέμπει προς εκδίκαση στην εκούσια δικαιοδοσία. Έτσι, υπάγεται μεν στις ρυθμίσεις των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ, ωστόσο η ύπαρξη του στοιχείου της αντιδικίας εξαρτά την περαιτέρω εξέλιξή της από τη βούληση των διαδίκων.
Κατά το άρθρο 741 ΚΠολΔ, το άρθρο 46 ΚΠολΔ εφαρμόζεται και στις υποθέσεις του ν. 3869/2010. Η αυτεπάγγελτη έρευνα της υλικής και τοπικής αρμοδιότητας του δικαστηρίου, και μάλιστα σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιβάλλεται από τον ουσιαστικό λόγο ότι η τελευταία αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και αφορά στην δημόσια τάξη, πρέπει δε να προηγείται από την έρευνα οποιασδήποτε δικονομικής και ουσιαστικής ένστασης, όπως και από την έρευνα της νομιμότητας της αίτησης (ΑΠ 1573/2013, ΑΠ 1164/2013, ΑΠ 1163/2013, ΑΠ 1408/2012, ΑΠ 1331/2008, ΑΠ 1392/1987, ΕφΑθ 9203/1986, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS). Αν το δικαστήριο διαπιστώσει την πιο πάνω έλλειψη, δεν μπορεί να προχωρήσει στην εξέταση του παραδεκτού της άσκησής της, αλλά πρέπει να προβεί κατά το άρθρο 46 εδ. α΄ ΚΠολΔ στην παραπομπή της υπόθεσης στο αρμόδιο δικαστήριο (ΑΠ 1392/1987, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS, Κρητικός, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, έκδοση 2016, άρθρο 3, αρ. 4, σελ. 99 και τις εκεί αναφερόμενες στην με αριθμό 6 υποσημείωση νομολογιακές παραπομπές, Βενιέρης – Κατσάς, Εφαρμογή του Ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, έκδοση 2016, αρ. 439, σελ. 215). Η παραπεμπτική απόφαση είναι οριστική.
Η αμφισβήτηση της αρμοδιότητας του δικαστηρίου από τον καθ’ ου η αίτηση δεν αποτελεί ένσταση υπό δικονομική ή ουσιαστική έννοια, γιατί ο αιτών βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη της συνδρομής των προϋποθέσεων για την έρευνα της αρμοδιότητας του δικαστηρίου, αποτελεί οιονεί αρνητική απάντηση διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης (Νίκας, σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, έκδοση 2000, τόμος I, άρθρο 46, αρ. 3, σελ. 106). Κατά το άρθρο 740 παρ. 2 ΚΠολΔ «στις υποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 739 δεν επιτρέπεται παρέκταση της αρμοδιότητας». Η απαγόρευση αυτή αναφέρεται όχι μόνο στις ευθέως ρυθμιζόμενες στον ΚΠολΔ υποθέσεις, αλλά και σε όσες παραπέμπονται στην εκούσια δικαιοδοσία δυνάμει ειδικών νόμων, δικαιολογείται δε από τον έντονα προσωπικό χαρακτήρα τους (Αρβανιτάκης, σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, έκδοση 2000, τόμος ΙI, άρθρο 740, αρ. 7, σελ. 1474 και τις εκεί αναφερόμενες νομολογιακές παραπομπές). Για τον ίδιο λόγο θα πρέπει να επεκταθεί η απαγόρευση παρέκτασης και στις μη γνήσιες προσωπικού χαρακτήρα υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας, ενώ αντίθετα δεν θα πρέπει να αποκλεισθεί η παρέκταση για όσες μη γνήσιες υποθέσεις έχουν αμιγώς περιουσιακό αντικείμενο (Αρβανιτάκης, σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, έκδοση 2000, τόμος ΙI, άρθρο 740, αρ. 7, σελ. 1474). Ωστόσο οι υποθέσεις του ν. 3869/2010 δεν ανήκουν στις αμιγώς περιουσιακού αντικειμένου μη γνήσιες υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας. Συνεπώς το δικαστήριο αυτεπάγγελτα κρίνει για την αλήθεια των περιστατικών που στηρίζουν την αναρμοδιότητα του δικαστηρίου που δικάζει και την αρμοδιότητα εκείνου που θα παραπεμφθεί η υπόθεση κατ’ ελεύθερη απόδειξη κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 8 του ΚΠολΔ.
Στην περίπτωση όμως που δεν υφίσταται άλλο δικαστήριο στην Ελλάδα, στο οποίο να παραπεμφθεί η υπόθεση, τίθεται ζήτημα κατά πόσο δύναται ο αιτών να υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3869/2010. Τέτοιο ζήτημα γεννάται, όταν ο αιτών είχε κατά το παρελθόν, όταν και δημιούργησε τα χρέη, κατοικία ή συνήθη διαμονή στην Ελλάδα και στην συνέχεια μετακομίσει στην αλλοδαπή και θελήσει να υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3869/2010. Ενόψει των ανωτέρω δεν θα μπορούσε στην περίπτωση αυτή, εφόσον δεν έχει κατοικία ή συνήθη διαμονή στην Ελλάδα, να υποβάλει αίτηση του ν. 3869/2010, καθόσον δεν υπάρχει τοπικά αρμόδιο δικαστήριο να την δικάσει στερούμενος έτσι την συνταγματικά κατοχυρωμένη κατά το άρθρο 20 του Συντάγματος παροχή έννομης προστασίας. Ο αιτών δηλαδή, αν και είναι Έλληνας υπήκοος, δεν έχει τοπικά αρμόδιο δικαστήριο να τον δικάσει, παρόλο που τα χρέη συνάφθηκαν στην Ελλάδα, όπου και είχε την κατοικία ή την συνήθη διαμονή του και τα πιστωτικά ιδρύματα την έδρα τους. Ενδεχομένως θα μπορούσε να προσφύγει σε δικαστήριο του τόπου κατοικίας του στην αλλοδαπή, πράγμα που είναι αμφίβολο κατά πόσο δύναται να συμβεί και που, ακόμη και αν μπορούσε να συμβεί, δεν θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των πιστωτών, που θα καλούνταν να εμφανισθούν ενώπιον αλλοδαπού δικαστηρίου.
Άλλωστε κατά το άρθρο 3 του ΚπολΔ, οι Έλληνες υπάγονται στην δικαιοδοσία των ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων. Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτό ως κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο το δικαστήριο, όπου ο αιτών είχε πριν από την μετακόμισή του στην αλλοδαπή την κατοικία ή την συνήθη διαμονή του (βλ. σχετ. ανάλυση ΕιρΑργους 93/2017, ΔΣΑ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ), καθώς η αντίθετη λύση εμμένουσα στο γράμμα του άρθρου 3 του ν. 3869/2010 είναι αποκρουστέα, καθόσον θα οδηγούσε στην άρνηση παροχής έννομης προστασίας στον οφειλέτη (ΕιρΚαλαμ 102/2015, αδημ., Κρητικός, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, έκδοση 2016, άρθρο 3, αρ. 4 επ., σελ. 99 επ.).
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος, LL.M.
E-mail: info@efotopoulou.gr