Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Υποχρέωση του Δικαστηρίου να μνημονεύει ειδικά στην απόφαση ότι έχουν ληφθεί υπόψη οι ένορκες βεβαιώσεις που παραδεκτώς και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας των ισχυρισμών τους

Από τις διατάξεις των άρθρων 106 και 107 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης ως προς την αλήθεια ή την αναλήθεια των πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002 ΕλλΔνη 2003.375, ΑΠ 134/2006 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 118/2007, ΑΠ 122/2007 ΝΟΜΟΣ).

Η ένορκη βεβαίωση ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου, αποτελεί διαφορετικό αποδεικτικό μέσο από τους μάρτυρες ή από τα έγγραφα. Γι’ αυτό όταν προσκομίζεται τέτοιο αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει ειδικώς να αναφέρεται στην απόφαση του ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη (ΑΠ 176/2004, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και πάγια νομολογία).

Επειδή ακριβώς οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 ΚΠολΔ, αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, γι` αυτό και πρέπει να γίνεται ρητή μνεία αυτών στην απόφαση, η δε αναφορά σ` αυτή ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, δεν αποδεικνύει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και αυτές (βλ. ανωτ. ΑΠ 176/2004).

Σύμφωνα μάλιστα με το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ’ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ Ολομ. 23/2008). Συνεπώς, είναι αναιρετέα η απόφαση που δεν αναφέρει ειδικά ότι έλαβε υπόψη συγκεκριμένη ένορκη βεβαίωση που προσκομίστηκε από διάδικο με επίκληση, αλλά αρκείται στην αναφορά ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα (ΑΠ 1725/2010 ΝοΒ 2011.781 [περιλ.], ΑΠ 1690/2010 ΝοΒ 2011.998 [περιλ.]).

Η νομολογία του Αρείου Πάγου δέχεται, ότι αρκεί η απόφαση να μνημονεύει το είδος του αποδεικτικού μέσου, χωρίς να απαιτείται ειδική αξιολόγηση ενός εκάστου εξ αυτών και χωρίς διάκριση, από ποια αποδεικτικά μέσα συνάγεται άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν λ.χ. η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει μεν τη λήψη υπόψη όλων των εγγράφων, αλλά παραλείπει να μνημονεύσει ειδικά την ένορκη βεβαίωση, που αποτελεί αυτοτελές αποδεικτικό μέσο (κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα) ή την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διέταξε το δικαστήριο, αφού τα αποδεικτικά αυτά μέσα δεν υπάγονται στα έγγραφα, αλλά μνημονεύονται ειδικά στον ΚΠολΔ ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα (Κ. Φ. Καλαβρός, Η αναίρεση κατά τον ΚΠολΔ, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2009, σελ. 253 επ.).

 

Μαρία Τζαβέλα

Δικηγόρος, LL.M.

E-mail: info@efotopoulou.gr

 

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί