Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Η ελαφρυντική περίσταση του πρότερου έντιμου βίου (84 παρ. 2 περ. α΄ ΠΚ)

Μία εκ των (ενδεικτικά) τυποποιούμενων στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ ελαφρυντικών περιστάσεων είναι αυτή του «πρότερου έντιμου βίου», συνιστάμενη στο «ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή»[1]. Έντιμη ζωή σημαίνει σύμφωνα με τους νόμους και τους κρατούντες κανόνες ηθικής. Η έντιμη ζωή δεν έχει μόνο αρνητικό περιεχόμενο που να προκύπτει από μη ύπαρξη καταδίκης αλλά έχει βασικά αυτοτελή θετική υπόσταση. Κατά πάγια νομολογιακή παραδοχή, για το ορισμένο και παραδεκτό της προβολής του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α΄ ΠΚ, δεν αρκεί ούτε η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου ή έστω τέτοιου περιέχοντος καταδικαστικές αποφάσεις για ποινικές παραβάσεις ήσσονος σημασίας, ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας εκ μέρους του υπαιτίου μέχρι την τέλεση της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς εξασφάλιση των μέσων διαβιώσεως του ίδιου και των μελών της οικογενείας του, αλλά απαιτείται επίκληση συγκεκριμένων (θετικών) περιστατικών έντιμης ζωής και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά του κατηγορουμένου σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση του εδ. α΄ της παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ[2].

Στο πλαίσιο αυτό, έχει κριθεί ότι δε θεμελιώνουν την εν λόγω ελαφρυντική περίσταση αναφορές σχετικά με το φιλήσυχο του χαρακτήρα του κατηγορουμένου[3] ή την καταγωγή και την επαγγελματική ιδιότητα των γονέων του κατηγορουμένου[4] ή την άσκηση εκ μέρους του κατηγορουμένου της επιμέλειας του τέκνου του[5] ή το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος στο παρελθόν και μέχρι τη σύλληψή του εργαζόταν[6].

Σε αντιδιαστολή με τη θέση ότι δεν αρκεί το λευκό μητρώο για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου, η ύπαρξη ποινικών καταδικών θεωρείται ως επαρκής αιτιολόγηση της απορριπτικής κρίσης του δικαστηρίου επί σχετικού αιτήματος του κατηγορουμένου, στο μέτρο που οι καταδίκες του αφορούν πράξεις που ενέχουν αντικοινωνική συμπεριφορά[7]. Κατά συνέπεια, δεν αρκεί κάθε ποινική καταδίκη, προκειμένου να προσδώσει τον «μη έντιμο βίο» του κατηγορουμένου, αλλά απαιτείται αξιολόγηση της απαξίας της πράξης που τελέστηκε από τον κατηγορούμενο στο παρελθόν, με παράλληλη συνεκτίμηση της χρονικής αποστάσεως της παλαιότερης καταδίκης από τη νέα πράξη. Έτσι, ο έντιμος βίος δεν μπορεί να αναιρείται από τυχόν καταδίκες για εγκλήματα ήσσονος σημασίας. Προσέτι, για τη θεμελίωση της απορριπτικής κρίσης του δικαστηρίου σχετικά με τη μη συνδρομή της υπό κρίσιν ελαφρυντικής περίστασης, έχει κριθεί ότι συνιστούν επαρκή αιτιολογία οι αναφορές στην ύπαρξη εξωσυζυγικής σχέσης του κατηγορουμένου[8] ή στη χρήση ναρκωτικών[9]. Έχει, επίσης, κριθεί ότι η ενασχόληση με πράξεις εμπορίας μέγιστων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών και συνακόλουθα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, προϋποθέτει γνώση των ανθρώπων που συμμετέχουν στο κύκλωμα εμπορίας ναρκωτικών και συνάφεια μ’ αυτούς, που αναιρεί το στοιχείο του προτέρου εντίμου βίου[10].

 Ακόμη, έχει νομολογηθεί ότι η παραδοχή της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου δεν προκαλεί αντίφαση και είναι απολύτως συμβατή: α) με τη συνδρομή του δόλου του κατηγορουμένου[11], β) με την παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις κατ’ επάγγελμα[12], γ) με την απόρριψη αιτήματος του κατηγορουμένου για την αναστολή εκτέλεσης της ποινής[13]. Τέλος, έχει κριθεί ότι η απόρριψη του ισχυρισμού περί συνδρομής του εν λόγω ελαφρυντικού, επί τη βάσει της παραδοχής ότι το τελεσθέν από τον κατηγορούμενο έγκλημα «έχει ιδιάζουσα βαρύτητα», δε συνιστά ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθώς δεν ερευνήθηκε η βασιμότητα του ισχυρισμού, ούτε αναφέρθηκαν περιστατικά που να δικαιολογούν την απορριπτική κρίση[14].

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. Α. Χαραλαμπάκη, Ποινικός Κώδικας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Τόμος πρώτος (Άρθρα 1-234), Νομική Βιβλιοθήκη, 2η έκδοση, 2014, σελ. 703 επ. (υπό άρθρο 84), με περαιτέρω εκτενείς παραπομπές στη θεωρία και τη νομολογία, καθώς και Α. Κονταξή, Ποινικός Κώδικας, Τόμος Α΄, άρθρα 1-234, Έκδοση Γ΄, Αθήνα 2000, σελ. 1118 επ..

[2] Βλ. ενδεικτικά από νεότερη νομολογία ΑΠ 438/2017, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 914/2015, ΑΠ 727/2015, ΑΠ 462/2015, ΑΠ 193/2015, ΑΠ 1325/2014, ΑΠ 259/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[3] Βλ. ΑΠ 797/2009, ΠοινΔικ 2009, σελ. 1352.

[4] Βλ. ΑΠ 675/2009, ΠοινΔικ 2009, σελ. 1333.

[5] Βλ. ΑΠ 970/2009, ΠοινΔικ 2010, σελ. 133.

[6] Βλ. ΑΠ 984/2006, ΠοινΔικ 2006, σελ. 1352.

[7] Βλ. ΑΠ 1099/2004, ΠοινΛογ 2004, σελ. 1365.

[8] Βλ. ΑΠ 245/2005, ΠοινΛογ 2005, σελ. 290, ΑΠ 1275/2005, ΠοινΛογ 2005, σελ. 1201, ΑΠ 542/1988, ΠοινΧρ ΛΗ΄, σελ. 70, ΑΠ 541/1989, ΠοινΧρ Μ΄, σελ. 34.

[9] Βλ. ΑΠ 1235/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 546/2003, ΠοινΛογ 2003, σελ. 589.

[10] Βλ. ΑΠ 727/2015, ΑΠ 1090/2010, ΑΠ 673/2010, ΑΠ 66/2010, ΑΠ 2369/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[11] Βλ. ΑΠ 465/2006, ΠοινΛογ 2006, σελ. 392.

[12] Βλ. ΑΠ 76/2007, ΠοινΔικ 2007, σελ. 805, ΑΠ 384/2007, ΠοινΔικ 2007, σελ. 1262.

[13] Βλ. ΑΠ 218/2003, ΠοινΛογ 2003, σελ. 227, ΑΠ 337/2003, ΠοινΧρ 2003, σελ. 1000.

[14] Βλ. ΑΠ 404/2000, ΠοινΧρ 2000, σελ. 906, ΑΠ 48/1999, ΠοινΧρ 1999, σελ. 119.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί