Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης που απορρίπτει προβαλλόμενο αίτημα αναβολής (349 ΚΠΔ)
Κατά τα προβλεπόμενα στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 349 ΚΠΔ «1. Το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει μόνο μία φορά την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, μία μόνο φορά, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας. 2. Η αναβολή που χορηγείται με αίτημα διαδίκου, για λόγο που αφορά αυτόν ή το συνήγορό του, δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες και διατάσσεται μόνο για σοβαρούς λόγους υγείας, οι οποίοι αποδεικνύονται με έγγραφο νοσηλευτικού ιδρύματος, ή λόγους ανώτερης βίας. Οι λόγοι αυτοί προσδιορίζονται στην απόφαση, η οποία πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη».
Καίτοι εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να αποφασίσει αν οι προβαλλόμενοι λόγοι δικαιολογούν την αναβολή της δίκης, η απόφαση δια της οποίας γίνεται δεκτό προβαλλόμενο από διάδικο αίτημα αναβολής, για λόγο που αφορά αυτόν ή το συνήγορό του, πρέπει, κατά την παρ. 2 εδ. β΄ του άρθρου 349 ΚΠΔ, να φέρει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία[1]. Ομοίως, κατά τις γενικές περί αιτιολογίας αποφάσεων διατάξεις (άρθρο 139 εδ. γ΄ ΚΠΔ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996), ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει και όταν η δίκη αναβάλλεται με πρόταση του εισαγγελέως ή και αυτεπαγγέλτως, όπως και όταν το αίτημα αναβολής διαδίκου ή η εισαγγελική πρόταση απορρίπτεται. Και τούτο γιατί η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.
Ειδικότερα, η απόφαση με την οποία το δικαστήριο απορρίπτει αίτημα αναβολής εμπεριέχει την απαιτούμενη εκ του νόμου ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν μνημονεύει τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο έλαβε υπόψη και αξιολόγησε για να καταλήξει στη σχετική απορριπτική κρίση και διαλαμβάνονται σε αυτήν τα στοιχεία που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία το δικαστήριο θεμελίωσε την ουσιαστική αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής, τους συλλογισμούς με τους οποίους κατέληξε στην κρίση του αυτή καθώς και τις αποδείξεις που τη στηρίζουν. Πρέπει να αναφέρει τι κατέθεσε ο μάρτυρας που εξετάσθηκε και τι περιλαμβάνει το έγγραφο που προσκομίσθηκε και να αιτιολογείται πώς το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση ότι ο λόγος αναβολής δε συνεπάγεται αδυναμία εμφανίσεως του κατηγορουμένου. Εάν το δικαστήριο απορρίψει το αίτημα αναβολής του κατηγορουμένου χωρίς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ακολούθως προχωρήσει στην έρευνα της υπόθεσης και στην καταδίκη του κατηγορουμένου για την πράξη που διώχθηκε, τότε υποπίπτει στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ ΚΠΔ πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας και η καταδικαστική απόφασή του είναι αναιρετέα[2].
Κατά πάγια νομολογία, το γεγονός ότι ο αιτών την αναβολή έλαβε και προτέρα αναβολή για την αυτή υπόθεση με βάση την ίδια διάταξη του άρθρου 349 ΚΠΔ, δεν πληροί την προϋπόθεση του ειδικού και εμπεριστατωμένου της αιτιολογίας της σχετικής απορριπτικής απόφασης[3]. Εάν το δικαστήριο κρίνει αναξιόπιστο το μάρτυρα που εξετάσθηκε ή θεωρεί αναληθή την ιατρική βεβαίωση, πρέπει να παρατίθεται η κατάθεσή του ή το περιεχόμενο του εγγράφου[4]. Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το αίτημα αναβολής λόγω ασθένειας, είναι αναιρετέα, αν δεν εξειδικεύεται το είδος και η σοβαρότητα της ασθένειας[5]. Ακόμη, πρέπει να εκτίθεται στην απόφαση από ποια πραγματικά περιστατικά συνήγαγε το δικαστήριο ότι δεν αποδεικνύεται η ασθένεια και να μνημονεύονται τυχόν άλλα αντίθετα αποδεικτικά μέσα[6], και δεν αρκεί η αιτιολογία ότι «η ασθένεια αποτελεί μεθόδευση του κατηγορουμένου»[7].
Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι δεν αρκεί η αιτιολογία ότι ο λόγος αναβολής που προβλήθηκε δεν είναι πειστικός[8], ή ότι το αίτημα του κατηγορουμένου αποσκοπεί στην παρέλκυση της δίκης[9], ή ότι υπάρχει κίνδυνος παραγραφής του αδικήματος και ο κατηγορούμενος μπορούσε να παράσχει εξουσιοδότηση σε δικηγόρο να τον εκπροσωπήσει[10], ή ότι η δίκη έχει κατ’ επανάληψη αναβληθεί[11].
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr
[1] Βλ. Λ. Μαργαρίτη, Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Τόμος Δεύτερος (Άρθρα 305-603), Νομική Βιβλιοθήκη, 2012, σελ. 1543 επ. (υπό άρθρο 349).
[2] Βλ. ΑΠ 134/2004, ΠοινΧρ 2004, σελ. 878, ΑΠ 1564/2003, ΠοινΛογ 2003, σελ. 1697.
[3] Βλ. ΟλΑΠ 7/2005, ΠοινΔικ 2005, σελ. 807, ΑΠ 401/2007, ΠοινΛογ 2007, σελ. 299, ΑΠ 1270/2007, ΠοινΛογ 2007, σελ. 903, ΑΠ 1289/2007, ΠοινΛογ 2007, σελ. 916, ΑΠ 508/2006, ΠοινΛογ 2006, σελ. 425, ΑΠ 1247/2005, ΠοινΧ ρ 2006, σελ. 224
[4] Βλ. ΑΠ 1356/2006, ΠοινΔικ 2006, σελ. 1389.
[5] Βλ. ΑΠ 1777/2003, ΠοινΛογ 2003, σελ. 2007, ΑΠ 1699/2000, ΠραξΛογΠΔ 2000, σελ. 462.
[6] Βλ. ΑΠ 750/2001,ΠοινΧρ 2001, σελ. 235.
[7] Βλ. ΑΠ 365/2003, ΠραξΛογΠΔ 2003, σελ. 148.
[8] Βλ. ΑΠ 1399/2000, ΠοινΧρ 2000, σελ. 524, ΑΠ 1815/2002, ΠοινΧρ 2003, σελ. 704, ΑΠ 1596/1998, Υπερ 1999, σελ. 921.
[9] Βλ. ΑΠ 1130/2005, ΠοινΛογ 2005, σελ. 993.
[10] Βλ. ΑΠ 115/2017, ΑΠ 777/2015, ΑΠ 297/2013, ΑΠ 1113/2011, ΑΠ 1179/2011, ΑΠ 1434/2010, ΑΠ 1732/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 552/2008, ΠοινΧρ 2009, σελ. 227.
[11] Βλ. ΑΠ 261/2004, ΠοινΛογ 2004, σελ. 309.