Αδυναμία εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή ή σύνταξης της βεβαίωσης περί μη πληρωμής της εντός των τεταγμένων εκ του νόμου προθεσμιών, λόγω ανυπέρβλητου κωλύματος (άρθρο 48 Ν. 5960/1933)
Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 48 του Ν. 5960/1933[1] περί επιταγής, «όταν η εμφάνισις της επιταγής ή η σύνταξις του διαμαρτυρικού ή της ισοδυνάμου βεβαιώσεως εντός των τεταγμένων προθεσμιών εμποδίζηται λόγω ανυπερβλήτου κωλύματος (διάταξις νόμου οιουδήποτε κράτους ή άλλη περίπτωσις ανωτέρας βίας), αι προθεσμίαι αύται παρατείνονται. Ο κομιστής υποχρεούται να ειδοποίηση ανυπερθέτως περί της περιπτώσεως της ανωτέρας βίας τον οπισθογράφον του και να κάμη μνείαν της ειδοποιήσεως ταύτης, χρονολογουμένην και υπογεγραμμένην υπ’ αυτού επί της επιταγής ή επί προσθέματος∙ κατά το λοιπά εφαρμόζονται αι διατάξεις του άρθρου 42. Μετά την παύσιν της ανωτέρας βίας ο κομιστής εμφανίζει ανυπερθέτως την επιταγήν προς πληρωμήν και ενδεχομένως προκαλεί την σύνταξιν διαμαρτυρικού ή την ισοδύναμον βεβαίωσιν. Εάν η ανωτέρα βία παρατείνηται πέραν των δέκα πέντε ημερών από της ημέρας καθ’ ην ο κομιστής ειδοποίησεν, έστω και προ της εκπνεύσεως της προθεσμίας της εμφανίσεως, τον οπισθογράφον αυτού περί της ανωτέρας βίας, η αναγωγή δύναται να ασκηθή μη ούσης αναγκαίας μήτε της εμφανίσεως μήτε του διαμαρτυρικού μήτε ισοδυνάμου βεβαιώσεως. Γεγονότα καθαρώς προσωπικά ως προς τον κομιστήν ή ως προς εκείνον, εις ον ούτος ανέθηκε την εμφάνισιν της επιταγής ή την σύνταξιν του διαμαρτυρικού ή την ενέργειαν της ισοδυνάμου βεβαιώσεως, δεν θεωρούνται ως αποτελούντα περίπτωσιν ανωτέρας βίας».
Σκοπός της ανωτέρω διατάξεως είναι η ρύθμιση του αναγωγικού δικαιώματος του κομιστή της επιταγής στην περίπτωση ανυπερβλήτου κωλύματος, που τέτοιο είναι κατά την ενδεικτική αναφορά του άρθρου 48 διάταξις νόμου οιουδήποτε κράτους ή άλλη περίπτωσις ανωτέρας βίας. Έτσι, α) όταν η εμφάνιση της επιταγής ή η σύνταξη του διαμαρτυρικού ή της ισοδύναμης βεβαίωσης της μη πληρωμής εντός των τεταγμένων προθεσμιών εμποδίζεται λόγω ανυπέρβλητου κωλύματος (διάταξη νόμου οιουδήποτε κράτους ή άλλη περίπτωση ανωτέρας βίας), οι προθεσμίες αυτές παρατείνονται και ο κομιστής, που οφείλει να ειδοποιήσει τον οπισθογράφο για την ύπαρξη του ανυπερβλήτου κωλύματος, εμφανίζει ανυπερθέτως, μετά την παύση της ανωτέρας βίας, την επιταγή προς πληρωμή και ενδεχομένως προκαλεί τη σύνταξη διαμαρτυρικού ή την ισοδύναμη βεβαίωση. β) Εάν όμως το ανυπέρβλητο κώλυμα παρατείνεται πλέον των 15 ημερών από την ειδοποίηση του οπισθογράφου για την ύπαρξή του, η αναγωγή δύναται να ασκηθεί, οπότε δεν είναι αναγκαία η εμφάνιση της επιταγής, το διαμαρτυρικό ή η ισοδύναμη βεβαίωση[2], δηλ. η διάρκεια του ανυπερβλήτου κωλύματος για την ενέργεια των τυπικών πράξεων (εμφάνισης, σύνταξης διαμαρτυρικού κ.λπ.) περιορίστηκε σε 15 ημέρες, πέραν των οποίων ο κομιστής ελευθερώνεται από τις διατυπώσεις εμφάνισης της επιταγής και σύνταξης διαμαρτυρικού, δικαιούται δε να ασκήσει αναγωγή. Ήτοι, το αναγωγικό δικαίωμα του κομιστή θεμελιώνεται με την εκπνοή του δεκαπενθημέρου.
Σημειώνεται ότι αν δεν υπάρχει οπισθογράφος, ειδοποιείται από τον κομιστή ο εκδότης για την περίπτωση της ανωτέρας βίας. Πάντως, η μη ειδοποίηση δεν επιφέρει έκπτωση, αλλά χορηγεί ενδεχομένως δικαίωμα αποζημιώσεως, εάν προκλήθηκε στους οπισθογράφους ή στον εκδότη ζημία εκ της μη εγκαίρου ειδοποιήσεως αυτών περί μη πληρωμής της επιταγής (σύμφωνα με το άρθρο 42, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 48)[3]. Σε κάθε δε περίπτωση, δεν είναι απαραίτητη η εν λόγω ειδοποίηση, εάν ο εκδότης τελούσε εν γνώσει της ύπαρξης της ανωτέρας βίας[4].
Ανωτέρα βία είναι κατά μεν την απόλυτη αντικειμενική θεωρία παν τυχηρό και απρόβλεπτο εξωτερικό γεγονός που η επέλευσή του δεν ήταν δυνατό να αποτραπεί λόγω της φύσεώς του[5], κατά δε τη σχετική – υποκειμενική θεωρία το απρόβλεπτο στη συγκεκριμένη περίπτωση γεγονός, που ήταν αδύνατο να αποτραπεί ακόμα και με μέτρα άκρας εξιδιασμένης επιμέλειας, τέτοιο δε γεγονός συνιστά η απεργία των υπαλλήλων[6], και βεβαίως η εξομοιούμενη με διάταξη νόμου, κατά τα αποτελέσματα, προσωρινή διαταγή του Δικαστηρίου με την οποία απαγορεύεται η σφράγιση της επιταγής. Επίσης, έχει κριθεί ότι συνιστά ανυπέρβλητο κώλυμα που επιτρέπει την παράταση της 8ήμερης προθεσμίας η διακοπή της on line σύνδεσης της πληρώτριας Τράπεζας με τον κεντρικό υπολογιστή της Τράπεζας, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η διαπίστωση της ύπαρξης ή μη υπολοίπου στο λογαριασμό του ανακόπτοντος – εκδότη της επιταγής[7]. Άλλωστε, κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα πρόταση της υπ’ αριθμ. 577/2012 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς[8], «από τις διατάξεις τόσο του ως άνω άρθρου όσο και του ομοίου περιεχομένου άρθρου 54 του Ν. 5325/1932 «περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν» δεν συνάγεται σαφώς η ακριβής έννοια της ανωτέρας βίας. Ωστόσο, ο ίδιος ο νόμος στα άρθρα αυτά αναφέρει ενδεικτικά ως περίπτωση «ανυπέρβλητου κωλύματος» την ύπαρξη διάταξης νόμου οποιουδήποτε κράτους, όπως π.χ. συμβαίνει στην περίπτωση δικαιοστασίου περί την εμφάνιση ή/και τη σύνταξη διαμαρτυρικού στις επιταγές και στις συναλλαγματικές. Ειδικότερα, με την χρησιμοποίηση του όρου «ανυπέρβλητο κώλυμα» ο νόμος θέλει να προσδιορίσει το γνώρισμα της ανωτέρας βίας και ορίζει ότι το εν λόγω κώλυμα πρέπει να είναι αντικειμενικής φύσεως, το οποίο δεν μπορεί να αποτραπεί από τον κομιστή της επιταγής, όπως π.χ. είναι η απεργία των υπαλλήλων της τράπεζας και η διακοπή της «on line» σύνδεσης της πληρώτριας τράπεζας. Επομένως, κατ’ αντιδιαστολή, συνάγεται ότι γεγονότα καθαρώς προσωπικά του κομιστή της επιταγής δεν θεωρούνται ότι αποτελούν περιπτώσεις ανωτέρας βίας (Βλ. Ι. Μάρκου, ό.π., άρθρο 48, σελ. 315 και του ιδίου, Δίκαιο συναλλαγματικής, Β` έκδ., άρθρο 54, σελ. 304-305)».
Τέλος, συναφές με την κτήση του αναγωγικού δικαιώματος του κομιστή είναι το ζήτημα της παραγραφής του, η οποία ως γνωστό ρυθμίζεται από το άρθρο 52 εδ. α΄ του νόμου περί επιταγής και είναι εξάμηνη, με αφετηρία τη λήξη της προθεσμίας προς εμφάνιση. Για την περίπτωση όμως που το ανυπέρβλητο κώλυμα διαρκεί πέραν των δεκαπέντε ημερών και ο κομιστής έχει ειδοποιήσει τον εξ αναγωγής οφειλέτη του ή αυτός γνωρίζει την ύπαρξη του ανυπέρβλητου κωλύματος – περίπτωση όπου κατά τα ανωτέρω ο κομιστής απαλλάσσεται των διατυπώσεων επιμέλειας εμφάνισης κ.λπ. – η εξάμηνη παραγραφή του αναγωγικού δικαιώματος του κομιστή αρχίζει από τη λήξη του δεκαπενθήμερου[9].
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr
[1] Βλ. ΕφΛαρ 418/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 483/2015, ΕφΠειρ 577/2012, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΕφΚερκ 150/2001, ΜονΠρΛαρ 9/2001, ΕφΘεσσ 539/1981, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, με περαιτέρω παραπομπές.
[2] Βλ. Αναστασιάδη, Πιστωτικοί τίτλοι, 1948, τομ. Β΄, σελ. 369.
[3] Βλ. ΜονΠρΛαμ 1021/2000, ΑΝ 51, σελ. 686, ΕφΘεσσ 539/1981, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Μπρακατσούλα, Διαταγές Πληρωμής, Πιστωτικοί Τίτλοι και Διαδικασία, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 9η έκδοση, 2004, σελ. 592-593.
[4] Βλ. Μάρκου, Δίκαιο επιταγής, Δ΄ έκδοση, άρθρο 48, σελ. 315-316, Ροδόπουλο, Τραπεζική Επιταγή, 1968, υπό τα άρθρα 45-48, αριθ. 9, 11, 12, 18.
[5] Βλ. Μπαλή, Γενικαί Αρχαί, εκδ. Η΄, σελ. 467, Παπαντωνίου, Γενικαί αρχαί, σελ. 121-122, Σημαντήρα, Γενικές Αρχές, 105β.
[6] Βλ. ΑΠ 143/1977, ΝοΒ 25, σελ. 1150-1151, ΕφΚερκ 150/2001, ΔΕΕ 2002, σελ. 510 = ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσσ 539/1981 Αρμ 1981, σελ. 959 = ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Αθανασά, ΑρχΝ 1993, σελ. 15 αριθ. 12.
[7] Βλ. ΜονΠρΛαρ 9/2001, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[8] Βλ. ΕφΠειρ 577/2012, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ.
[9] Βλ. Αναστασιάδη, Πιστωτικοί Τίτλοι, τόμος Β΄, Τραπεζιτική Επιταγή, εκδ. 1948, σελ. 369, σημείωση 23.