Επιτρεπτός αριθμός προσκομιζόμενων ενόρκων βεβαιώσεων μετά τις τροποποιήσεις που επέφερε ο Ν. 4335/2015 στον ΚΠολΔ
Υπό το προϊσχύσαν καθεστώς, ήτοι προ της κατάργησης των άρθρων 270 και 671 ΚΠολΔ στο σύνολό τους και της παράλληλης εισαγωγής των διατάξεων των άρθρων 421-424 ΚΠολΔ για το αποδεικτικό μέσο των ενόρκων βεβαιώσεων – νομοθετικές αλλαγές που συντελέστηκαν με το Ν. 4335/2015 – αναφορικά με τον επιτρεπτό αριθμό προσκομιζόμενων ενόρκων βεβαιώσεων γίνονταν δεκτά τα ακόλουθα:
Σύμφωνα με το διέπον την τακτική διαδικασία άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ΄ και δ΄ ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε μετά το Ν. 3994/2011 (και εφαρμοζόταν κατά το άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ και στην κατ’ έφεση δίκη), ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονταν υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν είχαν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση ή οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή αν επρόκειτο να δοθούν στην αλλοδαπή, για δε την αντίκρουση ενόρκων βεβαιώσεων επιτρεπόταν η προσκομιδή, μέσα στις προθεσμίες της παρ. 3 του άρθρου 237 και του εδαφίου γ΄ του άρθρου 238 ΚΠολΔ, πρόσθετων ένορκων βεβαιώσεων, το πολύ ίσου αριθμού προς τις αντικρουόμενες. Κατ’ αυτόν τον τρόπο είχε γενικευθεί στην τακτική διαδικασία η χρήση των ενόρκων βεβαιώσεων ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου (εφόσον βέβαια για το αποδεικτέο θέμα επιτρέπονταν μάρτυρες), είχε τεθεί όμως όριο ως προς τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων που κάθε διάδικο μέρος μπορούσε να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη. Έτσι, εάν το δικαστήριο της ουσίας λάμβανε υπόψη και συνεκτιμούσε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα περισσότερες των τριών πρώτων από τις ένορκες βεβαιώσεις που επικαλέσθηκε και προσκόμισε οποιοδήποτε από τα διάδικα μέρη, υπέπιπτε στις πλημμέλειες που τυποποιούνται στα άρθρα 559 αριθ. 11 και 14 ΚΠολΔ, δηλαδή λάμβανε υπόψη απαγορευμένα από το νόμο αποδεικτικά μέσα και παρά το νόμο δεν τα κήρυσσε απαράδεκτα[1]. Το ίδιο ίσχυε και όταν το δικαστήριο της ουσίας λάμβανε υπόψη προς αντίκρουση παραδεκτά προσκομιζόμενων με επίκληση ενόρκων βεβαιώσεων περισσότερες των αντικρουόμενων ένορκες βεβαιώσεις, οπότε απαράδεκτες ήταν μόνον οι κατά τη σειρά επίκλησης επιπλέον προσκομιζόμενες τέτοιες βεβαιώσεις. Το όριο των τριών ενόρκων βεβαιώσεων ίσχυε αθροιστικά για το σύνολο των αντικειμένων της δίκης που κάθε διάδικο μέρος αποσκοπούσε να υποστηρίξει ή να αντικρούσει με τις ένορκες βεβαιώσεις, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της αντικειμενικής σώρευσης αγωγών (άρθρο 218 ΚΠολΔ) ή της ανταγωγής (άρθρο 268 ΚΠολΔ). Εξ άλλου στην κατ’ έφεση δίκη, ναι μεν κατά το άρθρο 529 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ επιτρεπόταν να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, όχι όμως και ενόρκων βεβαιώσεων περισσότερων των τριών στην τακτική διαδικασία για κάθε διάδικο μέρος, δηλαδή δεν επιτρεπόταν να ληφθούν υπόψη επιπλέον των τριών ένορκες βεβαιώσεις προς απόδειξη ή ανταπόδειξη των κρίσιμων ζητημάτων ή αναλόγως προς αντίκρουση ισάριθμων ενόρκων βεβαιώσεων, εφόσον στη δίκη στον πρώτο βαθμό λήφθηκαν ήδη υπόψη τρεις τέτοιες βεβαιώσεις για κάθε διάδικο μέρος, οι οποίες με επίκληση προσκομίζονταν και στο εφετείο[2].
Αντιθέτως, στις ειδικές διαδικασίες γινόταν δεκτό ότι[3], από την ειδική διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ. δ΄ ΚΠολΔ, δυνάμει της οποίας οριζόταν ότι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη, μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από 24 τουλάχιστον ώρες, σε συνδυασμό με το ως άνω άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ΄ ΚΠολΔ που όριζε ότι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου κ.λ.π. λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά, και τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, με την οποία ορίζεται ότι τα άρθρα 1-590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών, συναγόταν ότι στις διαδικασίες αυτές (στις οποίες περιλαμβάνεται και εκείνη των εργατικών διαφορών που αφορά η ανωτέρω ειδική διάταξη), το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζονται νόμιμα με επίκληση και που έχουν συνταχθεί με την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων, έστω και αν αυτές υπερβαίνουν αριθμητικά τις τρεις. Η γενική διάταξη του άρθρου 270 ΚΠολΔ δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί, διότι στην ως άνω ειδική διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ. δ΄ ΚΠολΔ οριζόταν για το επίμαχο θέμα άλλως, ήτοι δεν ετίθετο ο προαναφερόμενος αριθμητικός περιορισμός, με αποτέλεσμα να μην εδύνατο να αποκλειστούν οι πέραν των τριών ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες, συνεπώς, δεν αποτελούσαν αποδεικτικά μέσα που δεν επέτρεπε ο νόμος.
Με το Ν. 4335/2015, ωστόσο, καταργήθηκαν τόσο το άρθρο 270 όσο και το άρθρο 671 ΚΠολΔ, ενώ προστέθηκαν τέσσερις νέες διατάξεις που αφορούν στις ένορκες βεβαιώσεις στη θέση των καταργηθέντων άρθρων 421, 422, 423 και 424 ΚΠολΔ. Έτσι, κατά τα προβλεπόμενα στο νέο άρθρο 422 παρ. 3 ΚΠολΔ, «Δεν επιτρέπεται η λήψη ένορκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση». Η νέα αυτή διάταξη αύξησε τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων που δύναται να προσκομίσει προαποδεικτικώς κάθε πλευρά από τρεις σε πέντε, και καθόρισε τον αριθμό τους σε τρεις στην περίπτωση που λαμβάνονται προς αντίκρουση. Στην περίπτωση που προσκομισθούν περισσότερες του επιτρεπόμενου κατά περίπτωση αριθμού ένορκες βεβαιώσεις, το δικαστήριο θα πρέπει να υποδείξει στο διάδικο να επιλέξει να προσκομίσει τόσες ένορκες βεβαιώσεις όσες οι επιτρεπόμενες, άλλως, δεδομένης της διατυπώσεως της διατάξεως του άρθρου 424 ΚΠολΔ, δε θα πρέπει να λάβει καμία υπ’ όψιν του, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων[4]. Μάλιστα, δεδομένης της χωρήσασας καταργήσεως του άρθρου 671 ΚΠολΔ και ελλείψει πλέον ειδικότερης ρύθμισης, οι γενικές διατάξεις των άρθρων 421-424 ΚΠολΔ για τις ένορκες βεβαιώσεις τυγχάνουν πλέον εφαρμογής και στις ειδικές διαδικασίες, με αποτέλεσμα και στις ειδικές διαδικασίες αφενός η προθεσμία κλητεύσεως του αντιδίκου να ορίζεται πλέον σε 2 εργάσιμες ημέρες πριν τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης και αφετέρου ο επιτρεπόμενος αριθμός να περιορίζεται ανά διάδικο σε πέντε ένορκες βεβαιώσεις πριν τη συζήτηση και σε τρεις για τις ανάγκες της αντίκρουσης[5]. Όπως, ωστόσο, έχει επισημανθεί στη θεωρία[6], ο περί ου ο λόγος αριθμητικός περιορισμός δεν εφαρμόζεται στις υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας – ένεκα της ισχύος της ανακριτικής αρχής (744 ΚΠολΔ) που επιτάσσει ο δικαστής να λαμβάνει υπόψη του κάθε πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο, ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα, μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, ή και αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, χωρίς να δεσμεύεται από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης, αρχή που είναι ασυμβίβαστη με τον ανωτέρω αριθμητικό περιορισμό των ενόρκων βεβαιώσεων – αλλά ούτε και στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, καθώς και σε αυτά ισχύει η ελεύθερη απόδειξη που επιτρέπει την εκτίμηση κάθε πρόσφορου προς απόδειξη μέσου και ο δικαστής μπορεί νομίμως να λάβει υπόψη ακόμη και αποδεικτικά μέσα κατά παρέκκλιση των κανόνων της τακτικής διαδικασίας.
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr
[1] Βλ. Χ. Απαλαγάκη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Νομική Βιβλιοθήκη, 3η έκδοση, σελ. 610-611 (υπό άρθρο 270) και ενδεικτικά ΑΠ 3/2015, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, με περαιτέρω νομολογιακές παραπομπές.
[2] Βλ. ΑΠ 1103/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[3] Βλ. ενδεικτικά ΑΠ 296/2016, ΕφΛαρ 273/2016, ΑΠ 882/2015, ΑΠ 133/2014, ΑΠ 1211/2013, ΑΠ 318/2011, ΑΠ 1391/2008, ΑΠ 160/2006, ΕφΠατρ 1209/2006, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ.
[4] Βλ. Χ. Απαλαγάκη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Τόμος 1, Άρθρα 1-590, Νομική Βιβλιοθήκη, 4η έκδοση, 2016, σελ. 1088-1089 (υπό άρθρο 422 ΚΠολΔ).
[5] [5] Βλ. Χ. Απαλαγάκη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Τόμος 2, Άρθρα 591-1054, Νομική Βιβλιοθήκη, 4η έκδοση, 2016, σελ. 1580 (υπό άρθρο 591 ΚΠολΔ).
[6] Βλ. Β. Α. Χατζηιωάννου, Η ένορκη βεβαίωση μετά το Ν. 4335/2015, διαθέσιμο ηλεκτρονικά στο https://analuseto.gr/i-enorki-veveosi-meta-to-n-43352015-tou-vasiliou-a-chatziioannou/.