Οι νομοθετικές διατάξεις που διέπουν την ίδρυση, επέκταση και λειτουργία των κοιμητηρίων
Στο άρθρο 75 του Ν. 3463/2006 (ΔΚΚ – φ. 114 τ. Α΄) προβλέπονται τα εξής: «Ι. Οι δημοτικές και κοινοτικές αρχές διευθύνουν και ρυθμίζουν όλες τις τοπικές υποθέσεις, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας και της εγγύτητας, με στόχο την προστασία, την ανάπτυξη και τη συνεχή βελτίωση των συμφερόντων και της ποιότητας ζωής της τοπικής κοινωνίας. Οι αρμοδιότητες των Δήμων και Κοινοτήτων αφορούν, κυρίως, τους τομείς: … β) Περιβάλλοντος, στον οποίο περιλαμβάνεται, ιδίως … 10. 0 καθορισμός των χώρων για τη δημιουργία κοιμητηρίων… II. Οι Δήμοι και οι Κοινότητες ασκούν, σε τοπικό επίπεδο, κρατικού χαρακτήρα αρμοδιότητες, οι οποίες τους έχουν ανατεθεί για την καλύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία. Οι αρμοδιότητες αυτές είναι, ειδικότερα οι ακόλουθες: … 8. Η δημιουργία, συντήρηση και λειτουργία κοιμητηρίων…»[1].
Περαιτέρω, ο α.ν. 582/1968 (Α΄ 225) «Περί δημοτικών και κοινοτικών κοιμητηρίων» ορίζει, στο άρθρο 1, ότι «1. Η ίδρυσις και συντήρησις κοιμητηρίων (νεκροταφείων) ανήκει εις την αποκλειστικήν αρμοδιότητα των δήμων και κοινοτήτων. 2. Οι δήμοι και αι κοινότητες υποχρεούνται να φροντίζουν εγκαίρως δια την εξασφάλισιν των απαιτούμενων χώρων, κειμένων κατ’ αρχήν εκτός σχεδίου πόλεως και μακράν κατοικημένων περιοχών δια κοιμητήρια, να περιβάλλουν δε πάντοτε ταύτα δια φυτείων (δένδρων και θάμνων), επί ζώνης επαρκούς πλάτους. Εφ` οιουδήποτε χώρου απαλλοτριουμένου προς ίδρυσιν νέου κοιμητηρίου επιβάλλεται να δημιουργηθή απαραιτήτως εντός της προοριζομένης δια τον σκοπόν τούτον εκτάσεως η ως άνω ζώνη πρασίνου, το υπόλοιπον δε κεντρικόν μέρος να χρησιμοποιήται μόνον ως κοιμητήριον. Πέραν της ζώνης πρασίνου δημιουργείται οδός περιβάλλουσα το κοιμητήριον. Τας λεπτομέρειας ως προς την εκλογήν των θέσεων των κοιμητηρίων, την τοπικήν αυτών διάταξιν και εν γένει παν σχετικόν ζήτημα, ρυθμίζει το δημοτικόν ή κοινοτικόν συμβούλιον δια αποφάσεώς του, «εγκρινομένης υπό του Νομάρχου» μετά σύμφωνον γνώμην επιτροπής εκ του Διευθυντού Τεχνικών Υπηρεσιών του Νομού, του προϊσταμένου της παρά τη Νομαρχία Τεχνικής Υπηρεσίας Δήμων και Κοινοτήτων και του νομίατρου. Προκειμένου περί περιοχών κειμένων πλησίον κυρίων οδικών αρτηριών και παραλιακών ή εν γένει τουριστικών χώρων είναι απαραίτητος και η γνώμη του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού». Μάλιστα, κατά το άρθρο 61 Ν.4257/2014 (ΦΕΚ Α 93/14.4.2014), «Η προβλεπόμενη στην παρ. 2 άρθρο 1 του α.ν. 582/1968 επιτροπή αποτελείται από τους κάτωθι υπαλλήλους: α) Τον Προϊστάμενο της Τεχνικής Υπηρεσίας του οικείου Δήμου και σε περίπτωση μη ύπαρξης από τον Προϊστάμενο της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου της έδρας του. β) Τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού της οικείας Περιφέρειας. γ) Τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας της οικείας Περιφερειακής Ενότητας. Ως Πρόεδρος της επιτροπής ορίζεται ο αρχαιότερος υπάλληλος ο οποίος μαζί με τα υπόλοιπα μέλη και τους νόμιμους αναπληρωτές τους ορίζονται με την απόφαση συγκρότησης από τον Γενικό Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Οι αρμοδιότητες της επιτροπής ισχύουν ως έχουν από τις κείμενες διατάξεις».
Σημειούται ότι κατά το άρθρο μόνο, παρ.1, περ. Β΄, εδαφ. κγ` του π.δ. 22/1982 (Α΄ 3) «Καταργείται ο ουσιαστικός έλεγχος που ασκείται από το νομάρχη επί των πράξεων των δημοτικών ή κοινοτικών συμβουλίων και προβλέπεται από τη διάταξη της παρ. του άρθρου 1 ως «έγκριση»». Νόμιμο έρεισμα της ανωτέρω νομαρχιακής πράξεως (περί εγκρίσεως της αποφάσεως του δημοτικού συμβουλίου για τα εν γένει θέματα των θέσεων των κοιμητηρίων), αποτελεί η Υγειονομική Διάταξη (υπό τύπο κοινής αποφάσεως των υπουργών Εσωτερικών και Κοινωνικών Υπηρεσιών) με στοιχεία Α5/1210/19.4. -10.5.1978 (ΦΕΚ 424 Β`) «Περί όρων για την ίδρυση κοιμητηρίων», εκδοθείσα κατά τα άρθρα 1 παράγραφοι 1, 2 και 2 παρ. 1,4 του αν. ν. 2520/1940 (Α`. 273) και συγκεκριμένα οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 19 αυτής, παράλληλα προς τον α.ν. 582/1968. Οι ρυθμίσεις αυτές έχουν ως εξής: «Άρθρο 19. Μεταβατική διάταξη. Υπάρχοντα Κοιμητήρια 1. Τα κοιμητήρια που είναι σε λειτουργία με την έναρξη ισχύος αυτής της διατάξεως, υπόκεινται στους όρους της. 2. Στις περιπτώσεις κοιμητηρίων, που δεν πληρούνται ουσιώδεις όροι της διατάξεως, από υγειονομική ή αισθητική πλευρά, και για το λόγο αυτό προκαλούνται διαμαρτυρίες ή δημιουργούνται ενοχλήσεις και κίνδυνοι για τη δημόσια υγεία, σύμφωνα με τη γνώμη των αρμοδίων αρχών είναι υποχρεωμένοι οι υπεύθυνοι Δήμοι, Κοινότητες ή άλλοι αρμόδιοι φορείς, μέσα σε ορισμένη προθεσμία να υποβάλουν στο Νομάρχη αίτηση, για την έγκριση συνεχίσεως της λειτουργίας αυτών των κοιμητηρίων. Η αίτηση θα συνοδεύεται από τα απαιτούμενα τοπογραφικά σχεδιαγράμματα και τα υπόλοιπα σχέδια και στοιχεία, στα οποία θα εικονίζεται η κατάσταση που υπάρχει και οι βελτιώσεις που προτείνονται σύμφωνα με τους όρους αυτής της διατάξεως. Ο Νομάρχης μετά από δικαιολογημένη γνώμη της Επιτροπής που ορίζεται από το άρθρο 1, παρ. 2 του α.ν. 582/1968, («Περί δημοτικών και κοινοτικών κοιμητηρίων») αποφασίζει, ανάλογα με την περίπτωση και ανεξάρτητα από την εκπλήρωση όλων ή ενός μέρους των όρων που επιβάλλονται από τη διάταξη αυτή, για τη συνέχιση ή όχι της λειτουργίας των κοιμητηρίων και για τα έργα που πρέπει να εκτελεσθούν ή τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν και καθορίζει τον αντίστοιχο χρόνο της εκτελέσεώς τους. 3. Στην περίπτωση που ο υπόχρεος Δήμος, Κοινότητα κ.λπ., δεν υποβάλλει την αίτηση ή τα δικαιολογητικά που αναφέρονται παραπάνω, μέσα στα χρονικά όρια που έχουν καθορισθεί από τις υπηρεσίες, μπορεί να εκδοθεί η απόφαση του Νομάρχου μόνο με τα στοιχεία που υπάρχουν στη διάθεση των υπηρεσιών».
Προσέτι, στο άρθρο 1 του π.δ. 1128/1980 (Α΄284) «Αποστάσεις κοιμητηρίων», το οποίο εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του α.ν. 445/1968 (Α΄130), προβλέπονται τα εξής: «1. Τα ιδρυόμενα ή επεκτεινόμενα κοιμητήρια δέον να απέχουν τουλάχιστον 250 μ. εκ του άκρου του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως, 100 μ. εκ μεμονωμένων κατοικιών, 100 μ. εκ φρεάτων και 50 μ. εκ πηγών ποσίμου ύδατος και εν πάση περιπτώσει να μη δημιουργούνται κίνδυνοι ρυπάνσεως ή μολύνσεως του υδροφόρου ορίζοντος, του τροφοδοτούντος τα εν λόγω φρέατα ή πηγάς. Τα ως άνω κοιμητήρια δέον επίσης να απέχουν τουλάχιστον 1.500 μ. εκ νοσοκομείων και κλινικών εν γένει. Η απόστασις αύτη δύναται να περιορίζεται μέχρι 500 μ. εις περιπτώσεις καθ’ ας τα κοιμητήρια δεν είναι αμέσως ορατά εκ των νοσοκομείων ή κλινικών εν γένει, ούτε η κύρια οδός προσπελάσεώς των διέρχεται προ των κοιμητηρίων. 2. Απαγορεύεται η έγκρισις νέου ή η επέκτασις υφισταμένου σχεδίου πόλεως, η ανόρυξις φρέατος ποσίμου ύδατος και η ίδρυσις νέων νοσοκομείων ή κλινίκων εις αποστάσεις μικροτέρας των ως άνω καθοριζομένων εξ υφισταμένων κοιμητηρίων. 3. Τα κοιμητήρια δέον να κείνται εις καλώς αεριζομένας θέσεις, οι δε επικρατούντες άνεμοι να μην έχουν κατεύθυνσιν προς εγγύς κατωκημένας περιοχάς. Η περιοχή των κοιμητηρίων δεν θα υπόκειται εις πλημμύρας, αποστραγγιζομένη καλώς, τα δε αποστραγγιζόμενα εκ των βροχών ύδατα δεν θα ρυπαίνουν ή μολύνουν εγγύς κείμενα φρέατα ή ετέρας πηγάς ποσίμου ύδατος».
Εξάλλου, η νομοθεσία περιέχει διατάξεις ως προς τη χωρική σχέση των νεκροταφείων από τα όρια περιοχών εντός σχεδίου πόλεως και τα φρέατα ποσίμου ύδατος. Ειδικότερα, στο άρθρο 29 του ν. 2508/1997 (Α΄ 124) διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: «1. α. Με απόφαση του νομαρχιακού συμβουλίου, μετά από γνώμη του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, δύναται να μειώνεται η απόσταση των ιδρυόμενων ή επεκτεινόμενων κοιμητηρίων που ορίσθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 του π.δ/τος 1128/1980 …, εφόσον η μείωση αυτή δεν επιφέρει επιπτώσεις στο οικιστικό περιβάλλον και στην προστασία της δημόσιας υγείας και πάντως σε καμία περίπτωση η απόσταση αυτή να μην είναι μικρότερη των εκατόν πενήντα (150) μέτρων από το άκρο του εγκεκριμένου σχεδίου πόλης και εβδομήντα πέντε (75) μέτρων από μεμονωμένες νομίμως υφιστάμενες κατοικίες. Οι αποστάσεις των κοιμητηρίων από τα φρέατα ή τις πηγές πόσιμου ύδατος, όπως ορίζονται στην αυτή ως άνω παράγραφο του π.δ/τος 1128/1980 εφαρμόζονται εφόσον αποδεικνύεται από υδρογεωτεχνική μελέτη που εγκρίνεται από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας ότι δεν δημιουργούνται κίνδυνοι ρύπανσης ή μόλυνσης του υδροφόρου ορίζοντα που τροφοδοτούν τα εν λόγω φρέατα ή πηγές. β. Οι ρυθμίσεις της ανωτέρω περίπτωσης εφαρμόζονται και για αποστάσεις έγκρισης νέου ή επέκτασης υφιστάμενου σχεδίου πόλεως και ανόρυξης φρέατος πόσιμου ύδατος από τα υφιστάμενα κοιμητήρια. Κατ’ εξαίρεση, προκειμένου για πολεοδόμηση βιομηχανικών περιοχών, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4458/1965 (ΦΕΚ 27 Α΄), όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το ν. 742/1977 (ΦΕΚ 3139 Α΄), καθώς και βιομηχανικών – βιοτεχνικών πάρκων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1337/1983 (ΦΕΚ 33 Α΄), απαγορεύεται η απόσταση των εγκεκριμένων σχεδίων αυτών εκ των υφιστάμενων κοιμητηρίων να είναι μικρότερη των πενήντα (50) μέτρων. γ. Η κατά το ανωτέρω π.δ. 1128/1980 απόσταση των διακοσίων πενήντα (250) μέτρων για την έγκριση νέου ή επέκταση σχεδίου πόλεως από υφιστάμενα μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος κοιμητήρια, δύναται να μειωθεί μέχρι πενήντα (50) μέτρα, με την προϋπόθεση ότι μεταξύ του προς επέκταση σχεδίου πόλεως και του κοιμητηρίου υπάρχουν κοινόχρηστοι χώροι ή χώροι πρασίνου και επιπλέον δεν προκύπτει κίνδυνος ρύπανσης ή μόλυνσης του υπόγειου υδροφόρου στρώματος, αποδεικνυομένου από υδρογεωτεχνική μελέτη, που εγκρίνεται από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας. Η ανωτέρω απόσταση των πενήντα (50) μέτρων δύναται να μειωθεί στα είκοσι (20) μέτρα με απόφαση του νομαρχιακού συμβουλίου, μετά από γνώμη του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου. Με απόφαση των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Εργων ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες των ανωτέρω».
Κατ’ επίκληση της ανωτέρω εξουσιοδοτικής διάταξης έχει εκδοθεί η υπ’ αριθμ. 26882/5769/30-09/23-10-1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και Υγείας και Πρόνοιας με τίτλο «Καθορισμός δικαιολογητικών και διαδικασίας για τη μείωση των αποστάσεων των ιδρυομένων ή επεκτεινομένων κοιμητηρίων» (Δ΄ 838), με την οποία προβλέπεται ότι για την ίδρυση νέου ή την επέκταση υπάρχοντος κοιμητηρίου, ως και για την έγκριση ή επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου πλησίον αυτού, ο ενδιαφερόμενος Ο.Τ.Α. ή η αρμόδια υπηρεσία της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, αν αυτή κινεί τη διαδικασία, υποβάλλει στο Νομαρχιακό Συμβούλιο πλήρη φάκελο με τα προβλεπόμενα στην εν λόγω κ.υ.α. δικαιολογητικά, δηλαδή απόφαση του οικείου Δημοτικού ή Κοινοτικού Συμβουλίου, σύμφωνη γνώμη της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Πολιτισμού, βεβαίωση περί μη ύπαρξης δεσμεύσεων από απαγορευτικές διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, υδρογεωτεχνική μελέτη, εγκεκριμένη μελέτη γεωλογικής καταλληλότητας, ΜΠΕ, ειδική τεχνική μελέτη, περιλαμβάνουσα χάρτες, φωτογραφίες, και τεχνική έκθεση, όπου «περιγράφονται ο περιβάλλων το κοιμητήριο χώρος (ιδιαίτερα πρέπει να περιγραφούν το φυσικό και δομημένο περιβάλλον), το νομικό καθεστώς δόμησης (εντός σχεδίου, ΖΟΕ, εκτός σχεδίου κλπ.) οι οικιστικές συγκεντρώσεις, οι χρήσεις γης, οι κλίσεις εδάφους, οι αποστάσεις από φρέατα και πηγές, οι χρήσεις των επιφανειακών και υπόγειων νερών, τα χαρακτηριστικά του κοιμητηρίου (έκταση, δυναμικότητα κ.λ.π.) η κοκκομετρία και η περατότητα των επιφανειακών γεωλογικών σχηματισμών, τα πιθανά προβλήματα επικινδυνότητας των γεωλογικών σχηματισμών, οι δυνατότητες ηλεκτροδότησης, η δυνατότητα υδροδότησης και τηλεφωνικής σύνδεσης, η περιγραφή αποχετευτικού συστήματος, ο τρόπος διάθεσης και διαχείρισης απορριμμάτων, οι αποστάσεις από νοσηλευτικά ιδρύματα, οι επικρατούντες άνεμοι και κάθε άλλη σχετική πληροφορία η οποία θα διευκόλυνε το νομαρχιακό συμβούλιο στη λήψη της απόφασης» (άρθρο 2 παρ. Α εδ. 7α). Περαιτέρω προβλέπεται (άρθρο 2 παρ. Ε), ότι «Το νομαρχιακό συμβούλιο κατά τη μελέτη των παραπάνω δικαιολογητικών και εφόσον τα κρίνει επαρκή εκδίδει την απόφαση μείωσης της απόστασης. Το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την έγκριση των επί μέρους μελετών και την έκδοση της παραπάνω απόφασης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα δύο (2) χρόνια».
Τέλος, αξιοσημείωτες είναι και οι κάτωθι προβλέψεις της ως άνω μνημονευθείσας Υγειονομικής Διάταξης με στοιχεία Α5/1210/19.4. -10.5.1978 (ΦΕΚ 424 Β`) «Περί όρων για την ίδρυση κοιμητηρίων»: «1.Η ίδρυση νέων κοιμητηρίων ή η επέκταση των παλαιών εκτελείται σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του Α.Ν.582/1968. 2.Η προβλεπομένη από το άρθρο 1, παρ.2 του παραπάνω νόμου Επιτροπή, γνωματεύει για τη θέση, την έκταση, τη φύση του εδάφους και την εκπλήρωση γενικά των υπόλοιπων όρων, που ορίζονται από την παρούσα διάταξη, καθώς και για κάθε θέμα που αναφέρεται στην ίδρυση ή την επέκταση των κοιμητηρίων… 4. Οι Υγειονομικές Υπηρεσίες, ασκούν έλεγχο στα κοιμητήρια που λειτουργούν, για την διαπίστωση της εφαρμογής των όρων της παρούσης καθώς και των άλλων υγειονομικών διατάξεων, με σκοπό την προστασία της Δημόσιας Υγείας» (άρθρο 2). «Κοιμητήρια, που ιδρύονται ή επεκτείνονται, πρέπει να απέχουν τουλάχιστον 250 μ. από το άκρο του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως και 100 μ. από μεμονωμένες κατοικίες. Επίσης πρέπει να απέχουν τουλάχιστον 100 μ. από φρέατα και 50 μ. από πηγές πόσιμου νερού και οπωσδήποτε να μη δημιουργούν κίνδυνο ρυπάνσεως ή μολύνσεως του υδροφόρου ορίζοντα, που τροφοδοτεί τα φρέατα ή τις πηγές. Επίσης τα κοιμητήρια πρέπει να απέχουν τουλάχιστον 1.500 μ. από νοσοκομεία ή κλινικές. Η απόσταση αυτή μπορεί να περιορισθεί μέχρι 500 μ., σε περίπτωση που τα κοιμητήρια δεν φαίνονται απ’ ευθείας από τα νοσοκομεία ή τις κλινικές, ούτε ο κύριος δρόμος που οδηγεί σ’ αυτά (κοιμητήρια) περνά μπροστά από τα νοσηλευτικά ιδρύματα. Επίσης καθορίζεται ότι στο εξής απαγορεύεται η έγκριση ή η επέκταση σχεδίου πόλεως, η ανέγερση οικοδομής, η ανόρυξη φρέατος πόσιμου νερού και η λειτουργία νοσοκομείων ή κλινικών σε αποστάσεις μικρότερες από αυτές που καθορίζονται παραπάνω. Τα κοιμητήρια πρέπει να βρίσκονται σε καλά αεριζόμενες θέσεις και οι άνεμοι, που επικρατούν, να μην έχουν κατεύθυνση προς τις γειτονικές κατοικημένες περιοχές. Επίσης η περιοχή των κοιμητηρίων δεν πρέπει να πλημμυρίζει, αλλά να αποστραγγίζεται καλά. Τα επιφανειακά νερά της βροχής, που προέρχονται από κοιμητήρια, δεν πρέπει να ρυπαίνουν ή μολύνουν τα γύρω φρέατα ή άλλες πηγές πόσιμου νερού» (άρθρο 3). «Τα κοιμητήρια πρέπει να περιφράσσονται με τοίχο ή άλλη περίφραξη, που να παρεμποδίζει αποτελεσματικά την είσοδο σ’ αυτά ατόμων ή ζώων. Μέσα από την περίφραξη πρέπει να φυτεύονται δένδρα και θάμνοι, σε αρκετό πλάτος, ώστε να δημιουργείται πράσινη ζώνη και στη συνέχειά τους, στο εσωτερικό μέρος, πρέπει να κατασκευάζεται δρόμος, που να περιβάλλει τον χώρο, που χρησιμοποιείται για την ταφή των νεκρών. Για κάθε ένα κοιμητήριο πρέπει να συντάσσεται γενικό σχέδιο σε κατάλληλη κλίμακα, στο οποίο θα φαίνεται η τοπογραφική διαμόρφωση του εδάφους, τα κτίσματα που υπάρχουν και προβλέπεται να γίνουν και οι υπόλοιπες εγκαταστάσεις, οι δρόμοι, οι πλατείες κλπ., καθώς και ο διαχωρισμός της περιοχής της ταφής των νεκρών σε τομείς, κάθε ένας από τους οποίους θα φέρει χαρακτηριστικό όνομα, γράμμα ή αριθμό. Επίσης θα συντάσσονται σχέδια των πιο πάνω τομέων με λεπτομέρειες, στα οποία θα σημειώνονται οι θέσεις των τάφων, καθώς και η σειρά χρησιμοποιήσεώς τους. Το έδαφος ύστερα από την τελική διαμόρφωσή του, πρέπει να μην έχει έντονες κλίσεις και οπωσδήποτε όχι πάνω από 10%» (άρθρο 6). «1… 2.Τα λύματα των αποχωρητηρίων, των νιπτήρων, των νεροχυτών των κυλικείων κλπ. θα αποχετεύονται κανονικά μέσα από κλειστούς αγωγούς και θα διατίθενται σύμφωνα με τους όρους Ε1β/221/22.1.65 υγειονομικής διατάξεως, όπως τροποποιήθηκε, για τη διάθεση λυμάτων και βιομηχανικών αποβλήτων (ΦΕΚ 138/Β/65). 3. Τα κοιμητήρια θα αποστραγγίζονται καλά από τα βρόχινα νερά, θα προστατεύονται αποτελεσματικά από κατακλύσεις ή πλημμύρες, και σε καμμιά περίπτωση δεν θα σχηματίζονται μέσα σ’ αυτά λίμνες με στάσιμα νερά» (άρθρο 14).
Όπως έχει νομολογηθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας επί υποθέσεως σιωπηρής απόρριψης αιτήματος παύσεως της λειτουργίας παρανόμως ιδρυθέντος κοιμητηρίου[2], καίτοι η αρμοδιότητα ίδρυσης, λειτουργίας και συντήρησης κοιμητηρίων ανατίθεται παγίως στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού από τους εκάστοτε ισχύοντες Κώδικες Δήμων και Κοινοτήτων (βλ. άρθρα 21 παρ. 1 περ. η΄ του ν.δ. 2888/1954 – Α΄ 139, 23 περ. 10 του ν. 1065/1980 – Α΄ 168, 24 παρ. 1 περ. α΄ υποπερ. ii του π.δ. 410/1995 – Α΄ 231 και 75 ΙΙ περ. 8 του ν. 3463/2006 – Α΄ 114) με αποτέλεσμα η ως άνω παρατιθέμενη νομοθεσία να εντάσσεται κατ’ αρχήν στη νομοθεσία περί οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, εφόσον η προσβαλλόμενη διοικητική πράξη εκδίδεται ή η σχετική παράλειψη εκδηλώνεται κατ’ εφαρμογή, νόμιμη ή πλημμελή, και των επιμέρους ρυθμίσεων της ως άνω νομοθεσίας, καθώς και της συναφούς προς αυτήν, που ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις ίδρυσης και λειτουργίας νεκροταφείων από πολεοδομική, χωροταξική ή περιβαλλοντική άποψη, ο προέχων χαρακτήρας της αναφυόμενης διαφοράς δεν καθορίζεται από την ταυτότητα του αρμοδίου για την ίδρυση των νεκροταφείων διοικητικού οργάνου, αλλά εντοπίζεται ακριβώς στο πολεοδομικό, χωροταξικό ή περιβαλλοντικό σκέλος της λειτουργίας τους. Έτσι, η αναφυόμενη διαφορά, αν και έχει εν μέρει ανακύψει κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί Ο.Τ.Α., υπαγόμενη, κατά το σκέλος αυτό, στην ακυρωτική αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 περ. ια΄ του ν. 702/1977 (Α΄ 268), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), διέπεται, κατά τα λοιπά, από διατάξεις που αποσκοπούν στη λειτουργία των νεκροταφείων υπό συνθήκες που διασφαλίζουν τον ορθολογικό σχεδιασμό και την προστασία του περιβάλλοντος και, κατά το μέρος αυτό, που είναι μάλιστα το προέχον, έχει το χαρακτήρα διαφοράς υπαγόμενης στην ακυρωτική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Τέλος, αναφορικά με την προπαρατεθείσα νομοθεσία σημειούται ότι, σε περιπτώσεις επέκτασης κοιμητηρίων χωρίς να έχει προηγηθεί η έκδοση των αναγκαίων αδειών και χωρίς την τήρηση των ως άνω προϋποθέσεων, τα πολιτικά δικαστήρια έχουν εφαρμόσει τις διατάξεις για την προστασία της προσωπικότητας, κρίνοντας ότι προσβάλλεται το δικαίωμα χρήσης κοινόχρηστων περιβαλλοντικών αγαθών, συνεπαγόμενης κατά τούτο μειωτικής διαταραχής της προσωπικότητας όσων χρησιμοποιούν όμορα ακίνητα, οι οποίοι δικαιούνται να ζητήσουν την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον[3].
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr
[1] Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 883/2016, ΣτΕ 1541/2015, ΣτΕ 1182/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[2] Βλ. ΣτΕ 1541/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, με περαιτέρω παραπομπές σε ΣτΕ 469/2011 (επταμ.), ΣτΕ 3827/2010, ΣτΕ 1187/2010, ΣτΕ (Ολομ.) 3504/2009.
[3] Βλ. ΕφΘεσσ 2025/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ με σημείωση Α.Ν.Α.Λ. στον Αρμ 2013, σελ. 741, ΜονΠρΧαλκ 1133/2008, ΧρΙΔ ΙΑ (2011), σελ. 21 επ. με παρατηρήσεις Ε. Πούλου.