Διορισμός συγγενούς αστυνομικού ή πυροσβεστικού υπαλλήλου σε περίπτωση θανάτου του ή ανικανότητάς του συνεπεία τραυματισμού κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας και ένεκα αυτής
Το άρθρο 7 παρ. 4 του Ν. 1339/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 3 του Ν. 2452/1996 και τροποποιήθηκε περαιτέρω με το άρθρο 11 του Ν. 2713/1999 και το άρθρο 9 παρ. 6 του Ν. 4249/2014, προβλέπει ότι «Σε περίπτωση θανάτου ή ανικανότητος, σε ποσοστό τουλάχιστον 67%, συνεπεία τραυματισμού, αστυνομικού ή πυροσβεστικού υπαλλήλου, κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας και ένεκα αυτής, ο σύζυγος ή ένα τέκνο αυτού προσλαμβάνεται, κατόπιν αιτήσεώς του, στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης, ως διοικητικός υπάλληλος ή με οποιαδήποτε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανάλογα με τα προσόντα του, κατ’ εξαίρεση των ισχυουσών διατάξεων και ανεξαρτήτως ύπαρξης κενής οργανικής θέσης, επιφυλασσομένων των διατάξεων περί κωλυμάτων διορισμού (άρθρο 21 έως 23 του π.δ/τος 611/1977). Αν οι κατά τα ανωτέρω αποβιούντες ή καθιστάμενοι ανίκανοι δεν έχουν σύζυγο ή τέκνα, το δικαίωμα διορισμού παρέχεται κατά προτεραιότητα σε έναν από τους γονείς ή μία αδελφή ή έναν αδελφό αυτών. Η αίτηση για πρόσληψη των δικαιούμενων προσώπων υποβάλλεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία πέντε (5) ετών από την απόκτηση των απαραίτητων προσόντων διορισμού τους σε οποιαδήποτε θέση. Της ως άνω προστασίας και μόνο για την ή το σύζυγο ή ένα τέκνο απολαμβάνουν με τις ίδιες προϋποθέσεις και τα μέλη της οικογένειας των πολιτών που τραυματίζονται θανάσιμα ή καθίστανται ανίκανοι σε ποσοστό τουλάχιστον 67%, εξαιτίας της ενεργούς συμμετοχής τους στην καταδίωξη ή σύλληψη δραστών εγκληματικών πράξεων. Η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών διαπιστώνεται με Ένορκη Διοικητική Εξέταση που ενεργείται μετά την υποβολή αιτήματος πρόσληψης. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται από 1.1.1978…»[1]. Ακόμη, κατά το άρθρο 5 παρ. 3 του Ν. 3181/2003 «Τα συγγενικά πρόσωπα των αστυνομικών που πέθαναν κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας και ένεκα αυτής πριν από τη δημοσίευση του Ν. 2452/1996 (ΦΕΚ 283 Α), μπορεί να υποβάλουν αίτηση πρόσληψης στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 7 του Ν. 1339/1983, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 5 του Ν. 2452/1996, εντός τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, εφόσον εξακολουθούν να κατέχουν τα προβλεπόμενα προς τούτο προσόντα». Σημειούται, επίσης, ότι σύμφωνα με την παρ. 10 του άρθρου 4 του Ν.2622/1998, «Οι διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 7 του ν.1339/1983, όπως αντικαταστήθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 2452/1996, εφαρμόζονται ανάλογα και στην περίπτωση θανάτου ή ανικανότητας σε ποσοστό 67%, συνεπεία τραυματισμού Συνοριακού Φύλακα κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας και ένεκα αυτής». Τέλος, κατά το άρθρο 22 του Ν. 3772/1999, «Οι διατάξεις των τριών πρώτων εδαφίων της παραγράφου 4 του άρθρου 7 του ν. 1339/1983 (ΦΕΚ 35 Α), όπως έχουν αντικατασταθεί από τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 5 του ν. 2452/1996 (ΦΕΚ 283 Α) ισχύουν αναλόγως και για τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους και τους υπαλλήλους Εξωτερικής Φρούρησης των Καταστημάτων Κράτησης, των οποίων ο/η σύζυγος ή τέκνο προσλαμβάνονται, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις αυτών των διατάξεων, σε υπηρεσίες Αρμοδιότητας του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Η αίτηση διορισμού συνοδεύεται από αμετάκλητη δήλωση παραίτησης των λοιπών δικαιούχων από το δικαίωμα διορισμού για την αυτή αιτία και συνεπάγεται, από την ημερομηνία διορισμού, την αυτοδίκαιη παραίτηση του διοριζομένου από τις οικονομικές απαιτήσεις του έναντι του φορέα, στον οποίο παρείχε την εργασία του ή ήταν ασφαλισμένος ο θανών ή ο τραυματισθείς, καθώς και την αναστολή του συνταξιοδοτικού του δικαιώματος. Για το βαθμό της ανικανότητας αποφαίνεται, με αιτιολογημένη γνωμάτευση της, η Ανωτάτη του Στρατού Υγειονομική Επιτροπή. Η συνδρομή των προϋποθέσεων για το διορισμό διαπιστώνεται με ένορκη διοικητική εξέταση, που ενεργείται από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών ή τον από αυτόν οριζόμενο πρωτοδίκη του τόπου όπου έπαθε ο υπάλληλος. Ο διορισμός ενεργείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Δικαιοσύνης».
Κατά τα γενόμενα δεκτά δυνάμει της υπ’ αριθμ. 87/2009 Γνωμοδοτήσεως του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ε΄ Τμήμα) αναφορικά με τα οριζόμενα στο άρθρο 7 παρ. 4 του Ν. 1339/1983, όπως τούτο έχει τροποποιηθεί και ισχύει[2], «1. Με την ευεργετική διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 7 του ν. 1339/1983, όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 2452/1996, σκοπείται, όπως επισημαίνεται και στην εισηγητική έκθεση του τελευταίου νόμου, η πληρέστερη προστασία των μελών της οικογένειας των θυμάτων του καθήκοντος αστυνομικών και πυροσβεστικών υπαλλήλων, προς εκπλήρωση ιδιαίτερου ηθικού χρέους της πολιτείας έναντι αυτών, αλλά και έκφραση του κοινωνικού δικαιώματος της προστασίας της οικογένειας (άρθρο 21 παρ. Συντ.). Συγκεκριμένα, με αυτή λαμβάνεται μέριμνα για την εξασφάλιση του βιοπορισμού του συζύγου ή ενός συγγενικού προσώπου των ως άνω υπαλλήλων, εφόσον οι τελευταίοι αποβίωσαν κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας και εξαιτίας («ένεκα») αυτής (ΝΣΚ 431/2007, 287/2003 Ολομ.). 2. Για το διορισμό ή την πρόσληψη με την εφαρμογή της άνω διάταξης, κατά την παρέκκλιση του ισχύοντος συστήματος προσλήψεων στην Ελληνική Αστυνομία και το Πυροσβεστικό Σώμα, απαιτείται, ως βασική προϋπόθεση, θάνατος του υπαλλήλου που επήλθε κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας και εξαιτίας αυτής, κατά σχέση αιτίου – αιτιατού, υπό την έννοια ότι, ο θάνατος δεν θα είχε συμβεί αν δεν υπήρχε η έννομη σχέση της υπηρεσίας και ότι ο θάνατος έχει άμεση και αποκλειστική αιτία την εκτέλεση του υπηρεσιακού καθήκοντος. Η σχέση αυτή διακόπτεται αν υπήρξε υπαιτιότητα του θανόντος ή εν γένει συμπεριφορά μη ανεκτή από τις διατάξεις περί του τρόπου και χρόνου εκτέλεσης της υπηρεσίας, ως και όταν ο θάνατος έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας και υπό συνθήκες και όρους συμφυείς προς την εργασία αλλά οφείλεται σε ενδογενείς αιτίες του οργανισμού και δεν έχει ως άμεση και αποκλειστική αιτία αυτή καθ’ εαυτή την εκτέλεση του υπηρεσιακού καθήκοντος (ΝΣΚ 224/2007). Ειδικότερα έχει γίνει δεκτό ότι, σε περίπτωση θανάσιμου τραυματισμού στρατιωτικού ή, για την ταυτότητα του λόγου, άλλου υποκείμενου σε διαταγές υπαλλήλου των Σωμάτων Ασφαλείας σε τροχαίο, που προκλήθηκε συνεπεία αμελούς συμπεριφοράς του ίδιου, που μάλιστα μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «βαριά» δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί αυτός ως παθών «ένεκα της υπηρεσίας» (βλ. Γνωμ. 697/2002 Ολομ., όπου και σχετικές παραπομπές στη νομολογία του ΕλΣυν). Εννοείται ότι, εφόσον από την ΕΔΕ δεν αποδίδεται τέτοια συμπεριφορά στο θανόντα, δεν τίθεται θέμα στέρησης των δικαιούχων από τα σχετικά ευεργετήματα. 3. Οι έννοιες της «διατεταγμένης υπηρεσίας» και του θανάτου «ένεκα αυτής» δεν προκύπτουν από το κείμενο του νόμου. Παλαιότερα επικρατούσε η αυστηρότερη άποψη ότι «διατεταγμένη υπηρεσία» είναι η ειδικώς διαταχθείσα υπηρεσία κατόπιν συγκεκριμένης διαταγής από ιεραρχικά προϊστάμενο όργανο σαφώς καθορισμένου περιεχομένου και μη αναγομένου εις τον συνήθη κύκλο των καθηκόντων του εκτελούντος την υπηρεσία αυτή. Στα πλαίσια όμως του «Κοινωνικού Κράτους» η προαναφερόμενη έννοια της «διατεταγμένης υπηρεσίας και του θανάτου ένεκα αυτής» σήμερα έχει διευρυνθεί και ο στρατιωτικός ή ο υπάλληλος που υπόκειται σ’ αυτήν και την εκτελεί θεωρείται ότι τελεί σε «διατεταγμένη υπηρεσία» και κατά το χρόνο μετάβασης και επιστροφής από την οικία του στον τόπο της εργασίας του και αντίστροφα (ΝΣΚ 806/1964, 278/1977, 697/2002 Ολομ., 479/2004). Για την ταυτότητα του λόγου, τα ανωτέρω ισχύουν και για το πυροσβεστικό προσωπικό του Πυροσβεστικού Σώματος, το οποίο τελεί, σύμφωνα με το νόμο, σε διαρκή ετοιμότητα για την εκπλήρωση της αποστολής του. 4. Μετά την ως άνω διεύρυνση της έννοιας της εκτέλεσης «διατεταγμένης υπηρεσίας» εμπεριέχουσας και το χρόνο μετάβασης και επιστροφής από την οικία του άνω υπαλλήλου… στον τόπο εργασίας του και αντίστροφα, πρέπει, να θεωρείται, κατ’ αρχήν, ότι οφείλεται στην υπηρεσία του («ένεκα αυτής») και κάθε βίαιο συμβάν που, δεν οφείλεται βέβαια σε υπαίτια κατά τα ανωτέρω συμπεριφορά του, αλλά λαμβάνει χώρα κατά τη διαδρομή αυτή όταν αυτή είναι η ενδεδειγμένη και η συνήθης, το οποίο επιφέρει το θάνατο του υπαλλήλου. Τούτο δε διότι τότε θεωρείται ότι υπάρχει, με βάση τα προαναφερόμενα, η έννομη σχέση της υπηρεσίας και ο θάνατος έχει άμεση και αποκλειστική αιτία την εκτέλεση του υπηρεσιακού καθήκοντος… 6. Πάντως, κατά το γράμμα και το πνεύμα της ανωτέρω ευεργετικής διάταξης, ενόψει και της εξαιρετικότητας αυτής, είναι προφανές ότι στο σχετικό πόρισμα θα πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά γεγονότα του θανάτου του υπαλλήλου, η διατύπωση δε γνώμης ή κρίσης περί του αν ο θάνατος έχει επέλθει «κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας και ένεκα αυτής», θα πρέπει να αιτιολογείται πλήρως, ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας του θανάτου του υπαλλήλου και της εκτελέσεως του υπηρεσιακού του καθήκοντος. Πόρισμα επαρκώς κατά τα ανωτέρω αιτιολογημένο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το αρμόδιο προς διορισμό όργανο, το οποίο εάν έχει αντίθετη γνώμη πρέπει να αιτιολογεί επαρκώς τη γνώμη του αυτή (Ν.Σ.Κ. 490/2002, 456/2007)…».
Τέλος, αναφορικά με τον εξαιρετικό χαρακτήρα της ως άνω διάταξης, που επιτάσσει τη στενή ερμηνεία αυτής, η υπ’ αριθμ. 75/2012 Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Α’ Τακτική Ολομέλεια) έχει διαλάβει τα ακόλουθα[3]: «Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι, στην περίπτωση θανάτου πυροσβεστικού υπαλλήλου, που επήλθε κατά την εκτέλεση υπηρεσίας στην οποία αυτός ήταν διατεταγμένος και εξ αιτίας αυτής, ο σύζυγός του ή (διαζευκτικά) ένα τέκνο του προσλαμβάνεται, μετά από αίτησή του, στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη (πρώην Δημόσιας Τάξης) ως διοικητικός υπάλληλος, ή με οποιαδήποτε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, κατ’ εξαίρεση των διατάξεων που ισχύουν περί προσλήψεων αυτών και ανεξαρτήτως του γεγονότος, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχουν κενές οργανικές θέσεις, με την (αυτονόητη) επιφύλαξη των διατάξεων που προβλέπουν τα κωλύματα διορισμού των υπαλλήλων στο Δημόσιο. Πρόκειται, συνεπώς, για εξαιρετική, όπως άλλωστε ορίζεται ρητά σ’ αυτή, διάταξη σε ότι αφορά την πρόσληψη υπαλλήλου, στο Δημόσιο που έχει τεθεί μάλιστα κατ’ απόκλιση από επιτακτικούς κανόνες δημόσιας τάξης, όπως είναι ο κανόνας που προβλέπει ότι ο διορισμός του δημοσίου υπαλλήλου πρέπει να γίνεται σε κενή θέση, ύστερα από ειδικές διαδικασίες που ορίζονται στο νόμο. Ως εκ τούτου η ανωτέρω διάταξη είναι στενά ερμηνευτέα. Ειδικότερα, με τη διάταξη αυτή λαμβάνεται μέριμνα για την εξασφάλιση του βιοπορισμού ενός προσώπου του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος θανόντος υπαλλήλου του Δημοσίου, ο οποίος απεβίωσε έχοντας εκτεθεί αντικειμενικά σε αυξημένο κίνδυνο ζωής (βλ. εισηγητική έκθεση του ν. 2452/1996, Γνωμ. Ολ. Ν.Σ.Κ. 287/2003). Η άσκηση του δικαιώματος αυτού δεν προβλέπεται πολλαπλή. Ως εκ τούτου μόνον ένα εκ των αναφερομένων προσώπων, τα οποία πληρούν τις σχετικές προϋποθέσεις, νομιμοποιείται να τύχει εφάπαξ του σχετικού ευεργετήματος. Για το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται άλλο πρόσωπο από τον οικογενειακό κύκλο του αποβιώσαντος να ασκήσει το ίδιο δικαίωμα, έστω και αν ο συγγενής του που κατείχε την υπαλληλική θέση, κατ’ εφαρμογήν της ίδιας διατάξεως, δηλώσει σχετική παραίτηση από αυτήν, δεδομένου ότι σε μία τέτοια περίπτωση θα υπερακοντίζονταν ο σκοπός του νομοθέτη, όπως έχει οριοθετηθεί ανωτέρω. Κατά συνέπεια προς τα προεκτεθέντα, η Α΄ Τακτική Ολομέλεια του ΝΣΚ γνωμοδοτεί, ότι… μετά την παραίτηση ήδη προσληφθέντος, βάσει της διατάξεως αυτής, μέλους της οικογένειας παθόντος, δεν παρέχεται δικαίωμα σε άλλο μέλος της αυτής οικογένειας να προσληφθεί στο Δημόσιο και στη συγκεκριμένη περίπτωση στο Πυροσβεστικό Σώμα, κατ’ εφαρμογήν της ίδιας διατάξεως δεδομένου ότι το δικαίωμα αυτό εξαντλήθηκε μετά την προτέρα άσκησή του από άλλο μέλος της ίδιας οικογένειας, αδιαφόρου όντος του γεγονότος ότι μεταγενεστέρως το αρχικώς διορισθέν μέλος παραιτήθηκε από την υπαλληλική θέση, την οποία είχε, με βάση τη ρηθείσα διάταξη, καταλάβει».
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος
[1] Για τη νομολογιακή αντιμετώπιση και επεξεργασία των εν λόγω διατάξεων βλ. ΔιοικΕφΑθ 993/2014, Γνμδ ΝΣΚ (Α΄ Τακτική Ολομ.) 75/2012, ΔιοικΕφΑθ 916/2010, Γνμδ ΝΣΚ (Ε΄ Τμήμα) 87/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Γνμδ ΝΣΚ (Δ΄ Τμήμα) 776/2001, διαθέσιμη ηλεκτρονικά στο http://www.nsk.gr/web/nsk/anazitisi-gnomodoteseon.
[2] Βλ. Γνμδ ΝΣΚ (Ε΄ Τμήμα) 87/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[3] Βλ. Γνμδ ΝΣΚ (Α΄ Τακτική Ολομ.) 75/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.