Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

ΠολΠρΘεσσ 3074/2017: Η χορήγηση δικαστικής πληρεξουσιότητας στη νέα τακτική διαδικασία είναι δυνατή και με την παράσταση του διαδίκου κατά την τυπική συζήτηση στο ακροατήριο και την καταχώριση σχετικής δηλώσεώς του στα πρακτικά

Δυνάμει της πρόσφατης υπ’ αριθμ. 3074/2017 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης , εκρίθη ότι, σε περίπτωση παράλειψης προσκόμισης του εγγράφου της δικαστικής πληρεξουσιότητας εντός της προθεσμίας που τυποποιείται στο εφαρμοζόμενο επί της νέας τακτικής διαδικασίας άρθρο 237 παρ. 1 ΚΠολΔ, πέραν της δυνατότητας του επιλαμβανόμενου δικαστηρίου να εκδώσει μη οριστική απόφαση κατ’ άρθρο 105 ΚΠολΔ δια της οποίας θα τάσσεται σύντομη προθεσμία στον εμφανιζόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο προς απόδειξη της πληρεξουσιότητάς του , ή να απευθύνει σχετική τηλεφωνική πρόσκληση και να προσδιορίσει την αναγκαία προθεσμία προς το σκοπό θεραπείας της ανωτέρω ελλείψεως κατ’ άρθρο 227 ΚΠολΔ (αντίθετη όμως η κρατούσα άποψη), ίαση της ελλείψεως δικαστικής πληρεξουσιότητας δύναται να χωρήσει και δια της παραστάσεως του διαδίκου κατά την τυπική συζήτηση στο ακροατήριο και την καταχώριση οικείας δηλώσεώς του στα πρακτικά κατ’ άρθρο 96 §1 ΚΠολΔ.

Ακολουθούν οι πλέον ενδιαφέρουσες σκέψεις της ανωτέρω απόφασης επί του υπό κρίσιν ζητήματος: «…Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 237 § 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται επί αγωγών, που κατατίθενται κατά την τακτική διαδικασία μετά την 01.01.2016 (άρθρο 1, άρθρο ένατο, § 1 του ν. 4335/2015) «Μέσα σε εκατό (100) ημέρες από την κατάθεση της αγωγής οι διάδικοι οφείλουν να καταθέσουν τις προτάσεις και να προσκομίσουν όλα τα αποδεικτικά μέσα και τα διαδικαστικά έγγραφα που επικαλούνται με αυτές. Μέσα στην ίδια προθεσμία κατατίθενται το αποδεικτικό επίδοσης της αγωγής, καθώς και τα πληρεξούσια έγγραφα προς τους δικηγόρους κατά το άρθρο 96. Το δικαστικό ένσημο κατατίθεται το αργότερο μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης. Η παραπάνω προθεσμία παρατείνεται κατά τριάντα (30) ημέρες για όλους τους διαδίκους αν ο εναγόμενος ή κάποιος από τους ομοδίκους του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής» (βλ. εν γένει Μακρίδου/Απαλλαγάκη/Διαμαντόπουλο, Πολιτική Δικονομία, Θεωρία – Νομολογία – Παραδείγματα, 2016, σ. 5, Απαλλαγάκη, Συστηματική παρουσίαση των βασικών τροποποιήσεων του ΚΠολΔ από τον ν. 4335/2015, σ. 20, Νίκα, Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας, β` έκδ., 2016, σ. 427-428 και 172-173, Καλαβρό, Πολιτική Δικονομία, 4η έκδ., 2016, σ. 356, Μπαλλογιάνη σε Ερμηνεία κατ’’άρθρο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, επιμ. Απαλλαγάκη, Τ. I, 4η έκδ., 2016, σ. 717). Από τη διατύπωση της ανωτέρω διάταξης προκύπτει ως αναγκαία η αποσαφήνιση της απαίτησης του νόμου να κατατίθενται, εντός της προθεσμίας κατάθεσης των προτάσεων, και τα πληρεξούσια έγγραφα προς τους δικηγόρους κατ’ άρθρο 96 ΚΠολΔ. Το ζήτημα αναδεικνύεται ως κρίσιμο στην περίπτωση παράλειψης προσκόμισης του εν λόγω πληρεξουσίου εγγράφου εντός της προμνησθείσας προθεσμίας, δεδομένου ότι η τελειωτική κατάφαση της έλλειψης τέτοιας πληρεξουσιότητας θα σημάνει τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου ενόψει της διάταξης του άρθρου 94 § 1 ΚΠολΔ, η δε μη προσήκουσα παράσταση θα οδηγεί αναγκαία στη δικονομική του απουσία και ενδεχομένως στην επέλευση των δυσμενών συνεπειών της ερημοδικίας κατά τα άρθρα 271 και 272 ΚΠολΔ (στην περίπτωση που παρίσταται προσηκόντως ο αντίδικος του ανωτέρω διαδίκου – βλ και ΑΠ 2211/2014 ΝοΒ 2015. 1026). Επί του εν λόγω ζητήματος πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα: Η διάταξη δεν προβλέπει οιαδήποτε κύρωση σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης προσκόμισης του πληρεξουσίου και δεν καθιερώνει οιουδήποτε είδους ακυρότητα ή απαράδεκτο (βλ. και άρθρο 159 αριθ. 1 ΚΠολΔ). Εντάσσεται, αντιθέτως, στο καθιερούμενο από τις προμνησθείσες διατάξεις σύστημα της προεχόντως εγγράφως διεξαγόμενης διαδικασίας επί των δικαζομένων κατά την τακτική διαδικασία υποθέσεων, με κατάργηση των εξαιρέσεων από την εφαρμογή του συστήματος συγκέντρωσης στον πρώτο βαθμό (βλ. αντί άλλων Απαλλαγάκη, Συστηματική παρουσίαση των βασικών τροποποιήσεων του ΚΠολΔ από τον ν. 4335/2015, σ. 27) και με την επιδίωξη πλήρους σχηματισμού του οικείου φακέλου ήδη πριν τον χρόνο της συζήτησης (βλ. Καλαβρό, ό.π. σ. 351 επ. και ιδίως 356). Ο νομοθέτης, εξάλλου, δεν κατήργησε με τον ν. 4335/2015 το άρθρο 96 § 1 του ΚΠολΔ ως προς τον τύπο της πληρεξουσιότητας αυτής, που μετά τις τροποποιήσεις, που επήλθαν με το άρθρο 7 § 2 του ν. 3994/ 2011 εξακολουθεί να είναι δυνατό να χορηγηθεί είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση, είτε με ιδιωτικό έγγραφο, επί του οποίου βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής του υπογράφοντος από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια Αρχή ή από δικηγόρο, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 96 § 3 ΚΠολΔ (διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου ή προβλεπόμενες στο άρθρο 98 ΚΠολΔ διαδικαστικές πράξεις), όπου η πληρεξουσιότητα είναι δυνατό να χορηγηθεί μόνο με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με προφορική δήλωση, καταχωριζόμενη στα οικεία πρακτικά ή την έκθεση (βλ. ως προς τον τύπο της πληρεξουσιότητας εν γένει Νίκα, ό.π., σ. 170, Γιακουμή/Γεωργιάδου σε Ερμηνεία κατ’’ άρθρο ΚΠολΔ, επιμ. Απαλλαγάκη, Τ. I, 4η έκδ., 2016, υπό το άρθρο 96, σ. 338 επ.). Στη νέα τακτική διαδικασία, βέβαια, το ζήτημα της πληρεξουσιότητας περιπλέκεται όχι μόνο από την κατ’ αρχήν αξίωση του νομοθέτη τα σχετικά έγγραφα να προσκομίζονται με τις προτάσεις, αλλά και από το γεγονός ότι η πάλαι ποτέ υποχρεωτική προφορική συζήτηση κατ’ αρχάς εγκαταλείπεται και αποστεώνεται πλήρως, χάριν μίας τυπικής συζήτησης, η οποία υποβιβάζει την προστατευμένη από το Σύνταγμα αρχή της δημοσιότητας (άρθρο 93 του Συντάγματος) σε έναν κατά το μάλλον ή ήττον κενό ουσιαστικού περιεχομένου τύπο (βλ Νίκα, ό.π., σ. 454-455, Μακρίδου/Απαλλαγάκη/Διαμαντόπουλο, ό.π., σ. 6-7, Απαλλαγάκη, Συστηματική παρουσίαση των βασικών τροποποιήσεων του ΚΠολΔ από τον ν. 4335/2015, σ. 24-25). Ειδικότερα, οι διάδικοι, οι οποίοι πρέπει να έχουν ήδη κατά την έγγραφη προδικασία υποβάλει τις προτάσεις τους (και πιθανώς δικόγραφο προσθήκης-αντίκρουσης σε αυτές), καθώς και να έχουν προσκομίσει τα αποδεικτικά τους έγγραφα, δεν υποχρεούνται να παραστούν κατά τη συζήτηση, χωρίς η απουσία τους αυτή να είναι δυνατό να επιφέρει δυσμενείς σε αυτούς δικονομικές συνέπειες. Από την άλλη, βέβαια, πλευρά, κατά την ως άνω «προφορική» συζήτηση, χωρίς να ορίζεται ρητά, γίνεται εντούτοις δεκτό ότι παραμένει δυνατή η δήλωση της βίαιης διακοπής της δίκης (άρθρο 287 ΚΠολΔ), της υποβολής του τυχόν επιτευχθέντος δικαστικού συμβιβασμού (άρθρο 293 ΚΠολΔ) ή η επιχείρηση διαδικαστικών πράξεων, όπως αυτών της δικαστικής μεσολάβησης (άρθρο 214 Β ΚΠολΔ), της διαμεσολάβησης (άρθρο 214 Γ ΚΠολΔ), της παραίτησης από το δικαίωμα της αγωγής (άρθρο 296 ΚΠολΔ), καθώς και της παραίτησης από το δικόγραφο της αγωγής (άρθρο 294 ΚΠολΔ), υπό την προϋπόθεση, στην τελευταία περίπτωση, ότι παρίσταται ο εναγόμενος (βλ. ως προς τα ανωτέρω Νίκα, ό.π., σ. 454), ο οποίος δικαιούται να αντιλέξει και ο οποίος δεν είναι δυνατό να στερηθεί, λόγω της απουσίας του κατά τη «συζήτηση», της δυνατότητας προβολής των ως άνω αντιρρήσεών του, ενόψει του γεγονότος ότι η παρουσία του στην κατά ως άνω συζήτηση είναι δυνητική και η απουσία του, κατά λογική συνέπεια, δεν είναι δυνατό να επιφέρει σε αυτόν οιαδήποτε δυσμενή δικονομική συνέπεια. Ρητά, εξάλλου, προβλέπει ο νόμος ότι κατά την ημέρα της συζήτησης είναι δυνατή η προσκόμιση του δικαστικού ενσήμου, χωρίς πάντως να αποκλείεται κατά τα λοιπά η εφαρμογή του άρθρου 227 ΚΠολΔ για όσες εκ των τυχόν ελλείψεων εξακολουθήσουν να θεωρούνται και υπό τη νέα τακτική διαδικασία τυπικές (βλ. και αντίθετο σχόλιο Μπέη υπό την ΠΠρΑθ 4042/2007 Δ 2008. 602, με την οποία κρίθηκε ότι η παράλειψη του διαδίκου στις πάλαι ποτέ γαμικές διαφορές να εφοδιάσει τον παριστάμενο δικαστικό πληρεξούσιο με ειδική πληρεξουσιότητα δεν συνιστά τυπική παράλειψη, αλλά πρέπει να εκδοθεί απόφαση για τη συμπλήρωση της σχετικής έλλειψης, άποψη που ήδη συνιστά την κρατούσα θέση στη νομολογία. Σύμφωνα με τον ως άνω συγγραφέα, ωστόσο, το νόημα της διάταξης του άρθρου 105 ΚΠολΔ, με την οποία δεν θεσπίζεται σε κάθε περίπτωση διακριτική ευχέρεια απλώς του δικαστηρίου για την απεύθυνση σχετικής πρόσκλησης συμπλήρωσης της έλλειψης, αλλά δέσμια στο νόμο και στην αρχή της αναλογικότητας ενέργειά του, δεν είναι η σε κάθε περίπτωση ανάγκη έκδοσης σχετικής πανηγυρικής δικαστικής απόφασης για τη συμπλήρωση της έλλειψης, αρκούσης και της απεύθυνσης σχετικής προφορικής πρόσκλησης, καθώς και ο προσδιορισμός σύντομης προθεσμίας κατά τον ως άνω τρόπο προς συμπλήρωση της έλλειψης, η οποία μπορεί να λάβει χώρα με ενεργοποίηση της διάταξης του άρθρου 227 ΚΠολΔ και τη διατύπωση σχετικής και τηλεφωνικής ακόμα πρόσκλησης). Κατά τα λοιπά, η πληρεξουσιότητα ελέγχεται κατά νόμο αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 104 ΚΠολΔ), σε περίπτωση, δε, που διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας το Δικαστήριο δύναται κατ’ αρχάς και υπό τη νέα τακτική διαδικασία, όπως και παλαιότερα, να εκδώσει μη οριστική απόφαση, με την οποία θα τάσσει σύντομη προθεσμία στον εμφανιζόμενο ως πληρεξούσιο προς απόδειξη της πληρεξουσιότητάς του, επιτρέποντάς του την προσωρινή συμμετοχή του στη δίκη και αναβάλλοντας την έκδοση οριστικής απόφασης ως τη συμπλήρωση της έλλειψης (βλ. ανωτέρω ως προς την κρατούσα άποψη) ή την παρέλευση άπρακτης της ταχθείσας προθεσμίας (ΕφΠειρ 636/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 371/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρ Χαν 26/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Νίκας σε Κεραμέα/ Κονδύλη/Νίκα, Τ. I, υπό το άρθρο 105, στον αριθ. § 4, σ. 226). Εντούτοις, ως ορθή παρίσταται η θέση ότι εν προκειμένω δύναται να εφαρμοσθεί και το άρθρο 227 ΚΠολΔ, αφού στο άρθρο 105 ΚΠολΔ γίνεται λόγος μόνο για τη συμπλήρωση της έλλειψης μέσω της διεξόδου να τεθεί σχετική προθεσμία από το Δικαστήριο, χωρίς κατά τα λοιπά να καθιερώνεται πανηγυρικός τύπος για τον τρόπο απεύθυνσης της σχετικής πρόσκλησης και προσδιορισμού της προθεσμίας αυτής (πρβλ. ωστόσο, και τα εκτιθέμενα από τον Νίκα, ό.π.). Για τον λόγο αυτό, λαμβανομένης υπόψη και της αρχής της οικονομίας των δικαστικών ενεργειών, πρέπει να προκριθεί η θέση ότι η σχετική έλλειψη δύναται να συμπληρωθεί και μέσω της απεύθυνσης σχετικής τηλεφωνικής πρόσκλησης και του προσδιορισμού της αναγκαίας προθεσμίας κατά τον ως άνω τρόπο (βλ. σχετικώς Μπέη, Παρατηρήσεις υπό την ΠΠρΑθ 4042/2007 Δ 2008. 602). Κατ’ άρθρο 104 του ΚΠολΔ, άλλωστε, το οποίο ομοίως δεν τροποποιήθηκε ρητά με τον ν. 4335/2015, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις ως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι προηγουμένως επιχειρηθείσες πράξεις. Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με τη νέα διάταξη του άρθρου 237 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει πράγματι ως πρώτο συμπέρασμα ότι ο έλεγχος συνδρομής (ή υπέρβασης) της δικαστικής πληρεξουσιότητας, που εξακολουθεί να διενεργείται κατά το νόμο και αυτεπαγγέλτως, όπως και παλαιότερα, στη μεν τακτική διαδικασία γίνεται προκαταρτικά από τον δικαστή, που πρόκειται να δικάσει την υπόθεση, ενώ στις ειδικές διαδικασίες λαμβάνει χώρα για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο (βλ. Νίκα, ό.π., σελ. 173). Εγείρεται, ωστόσο, το ερώτημα, αν αυτός ο κατά το άρθρο 237 § 1 ΚΠολΔ προκαταρτικός έλεγχος της πληρεξουσιότητας από τον δικαστή, που πρόκειται να δικάσει την υπόθεση, είναι πλήρως ανελαστικός και επί μη προσκόμισης του εγγράφου της πληρεξουσιότητας με τις προτάσεις πρέπει να οδηγήσει είτε στη θεώρηση του διαδίκου, ως μη προσηκόντως παρισταμένου, είτε στην έκδοση μη οριστικής απόφασης κατ’ άρθρο 105 ΚΠολΔ προς το σκοπό απόδειξης της πληρεξουσιότητας στον υπογράφοντα τις προτάσεις δικηγόρο. Τίθεται δε ιδία το ερώτημα, αν η τυχόν παράσταση του εν λόγω διαδίκου μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο κατά τη σχετική «τυπική» συζήτηση, ήτοι η καταχώρηση στα πρακτικά της οικείας δήλωσης του διαδίκου, κατ’’ άρθρο 96 § 1 του ΚΠολΔ, είναι δυνατό να θεραπεύσει την αρχική έλλειψη ή όχι. Η γραμματική ερμηνεία ευνοεί πράγματι την αρνητική απάντηση. Ωστόσο, δεν μπορεί να παροραθεί ότι και ο ίδιος ο νομοθέτης δεν εκλαμβάνει την αρχικώς μη αποδεικνυόμενη πληρεξουσιότητα ως οριστική και αμετάκλητη, χορηγώντας, όπως και παλαιά, τη δυνατότητα θεραπείας της έλλειψης μέσω του μηχανισμού της έκδοσης μη οριστικής απόφασης ή, κατά ορθότερη άποψη, και μέσω ενεργοποίησης του μηχανισμού της διάταξης του άρθρου 227 ΚΠολΔ και της απεύθυνσης σχετικής προφορικής πρόσκλησης, τασσόμενης και της αναγκαίας προθεσμίας. Επιπλέον, δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί ότι, ενώ και υπό το παλαιότερο νομοθετικό καθεστώς η απόδειξη της πληρεξουσιότητας ήταν αναγκαία, έστω και αν δεν απαιτείτο ως επιπλέον τυπική προϋπόθεση η προσκόμιση έγγραφης πληρεξουσιότητας με τις προτάσεις, όπως υπό το νυν ισχύον καθεστώς, η μέχρι σήμερα τηρούμενη πρακτική των δικαστηρίων της ουσίας (εξαιρουμένων των πάλαι ποτέ περιπτώσεων γαμικών διαφορών και διαφορών γονέων – τέκνων, για τις οποίες βλ. ήδη άρθρο 98 στ. α Γ ΚΠολΔ) ήταν να ερευνάται η πληρεξουσιότητα μόνο επί αμφισβήτησής της από τον αντίδικο (βλ. σχετικώς Μ. Μαργαρίτη, Ερμηνεία κατά άρθρο ΚΠολΔ, Τ. I, υπό το άρθρο 104, στον αριθ. § 2, σ. 207), ρητά δε στο άρθρο 7 στ. η΄ του Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγορικού Λειτουργήματος ορίζεται ότι ο δικηγόρος πρέπει κατά την άσκηση του Λειτουργήματός του: «…η) Να μην προβάλλει κακόβουλα ή αιφνιδιαστικά ένσταση ελλείψεως πληρεξουσιότητας κατά συναδέλφου του. Σε περίπτωση υποβολής ενστάσεως πληρεξουσιότητας, οφείλει να ειδοποιεί έγκαιρα τον συνάδελφό του». Η προεκτεθείσα πρακτική δεν δύναται, βέβαια, να λειτουργήσει ως ερμηνευτικό εργαλείο, ενδεικνύει, ωστόσο, τον μέχρι σήμερα εν τοις πράγμασι τρόπο αντιμετώπισης μίας δικονομικής προϋπόθεσης, η ουσία της οποίας παραμένει αμετάβλητη, όπως και υπό το παλαιότερο νομοθετικό καθεστώς. Επιπλέον, πρέπει να συνυπολογιστεί ότι ρητώς και πολλαπλώς εκπεφρασμένη βούληση του νομοθέτη στον ν. 4335/2015 υπήρξε η επιτάχυνση των δικών, στόχευση που ασφαλώς δεν υπηρετείται από την έκδοση μη οριστικής απόφασης για μία παράλειψη, η οποία, κατ’ ορθότερη άποψη, θα μπορούσε να εκληφθεί και ως τυπική (βλ άρθρο 227 ΚΠολΔ). Δεδομένου, συνεπώς, ότι η συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της δημοσιότητας εξακολουθεί υφιστάμενη, έστω και πολλαπλώς περιτετμημένη στη νέα τακτική διαδικασία, ότι παρά τον προεχόντως έγγραφο χαρακτήρα της διεξαγόμενης δίκης με τη νέα διαδικασία, το βάρος της οποίας έχει μετατεθεί στην προδικασία, εξακολουθούν εντούτοις να διεξάγονται σημαντικές διαδικαστικές πράξεις και επ’’ ακροατηρίω υπό το νέο καθεστώς, ότι οι διατάξεις περί τη χορήγηση της πληρεξουσιότητας με δήλωση στο ακροατήριο του διαδίκου κατά την (έστω τυπική) συζήτηση της υπόθεσης εξακολουθούν ισχύουσες, ότι ο αντίδικος του διαδίκου, του οποίου η παροχή πληρεξουσιότητας προς τον δικηγόρο του αμφισβητείται, δεν υποχρεούται μεν, δύναται, ωστόσο, να παραστεί κατά την τυπικά διεξαγόμενη συζήτηση και να λάβει γνώση της χορήγησης (ή μη) της πληρεξουσιότητας κατά τον προεκτεθέντα τρόπο, ότι η συνδρομή ή η υπέρβαση της πληρεξουσιότητας κρίνεται σε κάθε περίπτωση από το Δικαστήριο, ότι η παραβίαση της νεότευκτης επιβολής υποχρέωσης για προσκόμιση του πληρεξουσίου εγγράφου με τις προτάσεις στην τακτική διαδικασία δεν επιφέρει κατά νόμο οιαδήποτε ρητά εξαγγελλόμενη ακυρότητα ή απαράδεκτο, καθώς και ότι η έκδοση μη οριστικής απόφασης για τη συμπλήρωση της τυχόν έλλειψης ή την απόδειξη της πληρεξουσιότητας, κατά την κρατούσα σχετικώς άποψη, θα επιφέρει σημαντική και ανεπιθύμητη κατά τη νομοθετική στόχευση καθυστέρηση στην εξέλιξη της δίκης, ενώ πρόκειται επί της ουσίας για μία τυπική κατ’ άρθρο 227 ΚΠολΔ παράλειψη, η οποία δύναται να θεραπευθεί και με μία απλή απεύθυνση προφορικής προσκλήσεως προς το σκοπό προσκόμισης του πληρεξουσίου, πρέπει να προκριθεί η θέση ότι η χορήγηση πληρεξουσιότητας στην τακτική διαδικασία είναι δυνατή και με την παράσταση του διαδίκου στο ακροατήριο και την καταχώριση της σχετικής δήλωσής του στα πρακτικά, ήτοι στο κατ’ αρχάς όψιμο στάδιο της τυπικής συζήτησης, που, ωστόσο, δεν πρέπει να παρέλθει αναξιοποίητο, χάριν τήρησης του γράμματος του νόμου και κατίσχυσης ενός άνευ αξίας δογματικού φορμαλισμού. Υπό διαφορετική θεώρηση, το Δικαστήριο θα έπρεπε, κατά την κρατούσα σχετικώς άποψη περί τη μη εφαρμογή του άρθρου 227 ΚΠολΔ στην εν λόγω περίπτωση, να αγνοήσει τη δήλωση του διαδίκου στο ακροατήριο και να εκδώσει μη οριστική απόφαση, προκειμένου να προσκομιστεί έγγραφη δήλωση του ιδίου διαδίκου, που προηγουμένως χορήγησε δια ζώσης στο ακροατήριο πληρεξουσιότητα στον ίδιο δικηγόρο, όπερ άτοπο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας, με τη νομίμως υποβληθείσα προσθήκη στις προτάσεις του, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η εναγόμενη πρέπει να δικαστεί ερήμην λόγω της μη προσήκουσας δικονομικώς παράστασής της, η οποία οφείλεται στη μη προσκόμιση από αυτήν πληρεξουσίου εγγράφου της προς τους υπογράφοντες τις προτάσεις της δικηγόρους και δη εντός της προθεσμίας υποβολής των προτάσεων, με αποτέλεσμα να τίθεται εν αμφιβάλω η φερομένη ως χορηγηθείσα προς αυτούς πληρεξουσιότητα. Ο εν λόγω ισχυρισμός, ωστόσο, τυγχάνει απορριπτέος. Κατ’ αρχάς πρέπει να σημειωθεί ότι η μη απόδειξη της πληρεξουσιότητας της εναγόμενης προς τους πληρεξούσιους δικηγόρους της στο παρόν δικονομικό στάδιο, δεν θα οδηγούσε άνευ ετέρου στη θεώρηση της εναγόμενης ως δικονομικώς απούσας, δεδομένης της δυνατότητας του δικαστηρίου να τάξει σχετική προθεσμία για την προσκόμιση του αποδεικνύοντος την πληρεξουσιότητα εγγράφου, με χρήση της προσφερόμενης από το άρθρο 105 ΚΠολΔ δυνατότητας, καθώς και του τεκμηρίου ύπαρξης πληρεξουσιότητας για τις προηγουμένως επιχειρηθείσες διαδικαστικές πράξεις κατά άρθρο 104 ΚΠολΔ. Ωστόσο, εν προκειμένω δεν συντρέχει ανάγκη προσφυγής στην εν λόγω δικονομική δυνατότητα, δεδομένου ότι η ύπαρξη της ως άνω πληρεξουσιότητας προς τους υπογράφοντες τις προτάσεις πληρεξουσίους δικηγόρους της εναγομένης πλήρως αποδεικνύεται από την καταχωρηθείσα στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου δήλωση του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, κατά την ημέρα, που έλαβε χώρα η τυπική, κατ’ άρθρο 237 ΚΠολΔ συζήτηση της υπόθεσης. Ειδικότερα, η εναγομένη δεν προσκόμισε με τις προτάσεις της το πληρεξούσιο έγγραφο του νομίμου εκπροσώπου της προς τους πληρεξουσίους δικηγόρους της σύμφωνα με τα άρθρα 96 § 1 και 237 § 1 ΚΠολΔ. Ωστόσο, κατά τη νομίμως ορισθείσα ημέρα τυπικής «συζήτησης» της υπόθεσης, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ο νόμιμος εκπρόσωπος και δη Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, η ιδιότητα του οποίου δεν αμφισβητείται, αλλά αντιθέτως ομολογείται από την ενάγουσα, παρέστη στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου και χορήγησε πληρεξουσιότητα προς τους παρασταθέντες δικηγόρους ………. και …………., οι οποίοι υπογράφουν και τις κατατεθείσες προτάσεις της εναγομένης, με δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης. Η εν λόγω, οψίμως πραγματοποιηθείσα δήλωση, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αποτελεί έγκυρη χορήγηση πληρεξουσιότητας προς τους υπογράφοντες τις προτάσεις και παρασταθέντες κατά την τυπική συζήτηση δικηγόρους της εναγομένης. Παρά το γεγονός ότι η συζήτηση στην τακτική διαδικασία είναι πλέον τυπική και πολλαπλώς περιτετμημένη, εντούτοις η εν λόγω τυπική συζήτηση δεν στερείται οιουδήποτε ουσιαστικού περιεχομένου, πολλώ δε μάλλον, που η συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της δημοσιότητας εξακολουθεί υφιστάμενη και κατά τη διάρκεια της τυπικής αυτής συζήτησης εξακολουθούν να διεξάγονται σημαντικές διαδικαστικές πράξεις, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην προπαρατιθέμενη μείζονα πρόταση. Η διάταξη του άρθρου 96 § 1 του ΚΠολΔ περί τη δυνατότητα χορήγησης της πληρεξουσιότητας με δήλωση στο ακροατήριο του διαδίκου, άλλωστε, δεν έχει πάψει να ισχύει, παρά την ανάγκη της κατ’ αρχήν προσαρμογής της στις απαιτήσεις της διάταξης του άρθρου 237 § 1 ΚΠολΔ, ενώ στην προκειμένη περίπτωση ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας, ο οποίος αμφισβήτησε την πληρεξουσιότητα της εναγόμενης, παρέστη κατά την τυπικά διεξαχθείσα συζήτηση και έλαβε γνώση της χορηγηθείσας κατά τον ως άνω τρόπο πληρεξουσιότητας. Το Δικαστήριο αξιολογεί ως έγκυρη την κατά τον ως άνω τρόπο χορήγηση της πληρεξουσιότητας, πολλώ δε μάλλον που η παραβίαση της επιβαλλόμενης από το άρθρο 237 § 1 ΚΠολΔ υποχρέωσης για προσκόμιση του πληρεξουσίου εγγράφου με τις προτάσεις στην τακτική διαδικασία δεν επιφέρει – κατά νόμο – οιαδήποτε ρητά εξαγγελλόμενη ακυρότητα ή απαράδεκτο. Εξάλλου, η κατά την κρατούσα σχετικώς άποψη έκδοση μη οριστικής απόφασης για την απόδειξη της πληρεξουσιότητας, θα επέφερε σημαντική καθυστέρηση στην εξέλιξη της δίκης, παρά την περί του αντιθέτου σχετική νομοθετική βούληση, ενώ τυχόν ενέργεια του Δικαστηρίου στην κατεύθυνση της μη λήψης υπόψη της προμνησθείσας δήλωσης του νομίμου εκπροσώπου της εναγόμενης στο ακροατήριο και της έκδοσης μη οριστικής απόφασης, προκειμένου εν συνεχεία να προσκομιστεί η μη συνιστώσα αποδεικτικό έγγραφο, ιδίου περιεχομένου δήλωση πληρεξουσιότητας του ιδίου ως άνω νομίμου εκπροσώπου προς τους ίδιους ως άνω δικηγόρους θα δυναμίτιζε πλήρως την αρχή της οικονομίας της δίκης και θα εξυπηρετούσε, υπό τις προεκτεθείσες περιστάσεις, την τήρηση ενός κενού ουσιαστικού περιεχομένου τύπου, με αποτέλεσμα η συγκεκριμένη λύση να πρέπει να αποδοκιμαστεί. Τα ανωτέρω, μάλιστα, ισχύουν κατά μείζονα λόγο, στην περίπτωση που υιοθετηθεί η μη κρατούσα, αλλά ορθότερη άποψη ότι η σχετική έλλειψη είναι τυπική και δύναται να συμπληρωθεί κατ’ άρθρο 227 ΚΠολΔ (σε συνδ. με το άρθρο 105 του ιδίου Κώδικα). Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί την ανάγκη θεώρησης της εναγόμενης ως ερήμην δικαζόμενης για τους λόγους που εξετέθησαν (…)».

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί