Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Υπαναχώρηση και μερική υπαναχώρηση βάσει του 383 ΑΚ

Το άρθρο 383 ΑΚ, το οποίο περιέχει κανόνα ενδοτικού δικαίου, προβλέπει ότι «Αν ο ένας από τους συμβαλλομένους βρίσκεται σε υπερημερία ως προς την παροχή που οφείλει, έχει δικαίωμα ο άλλος να του τάξει εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση, δηλώνοντας συνάμα ότι μετά την πάροδό της αποκρούει την παροχή. Αν περάσει άπρακτη η προθεσμία, ο τελευταίος έχει δικαίωμα ή να απαιτήσει αποζημίωση για τη μη εκπλήρωση ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, όχι όμως να απαιτήσει την παροχή». Εκ της ως άνω διατάξεως συνάγεται ότι, για τον ορισμό προθεσμίας από το δανειστή στον υπερήμερο οφειλέτη προς εκπλήρωση της παροχής του τελευταίου, απαιτείται η συνδρομή των ακόλουθων προϋποθέσεων[1]: α) ύπαρξη αμφοτεροβαρούς σύμβασης, β) υπερημερία ενός εκ των συμβαλλομένων (ως προς την κύρια συμβατική υποχρέωσή του, όχι την παρεπόμενη), γ) ο τάσσων την προθεσμία συμβαλλόμενος να είναι συνεπής ως προς τις δικές του υποχρεώσεις και δ) ανυπαρξία αντίθετης των μερών συμφωνίας.

Επί το ειδικότερον, τα τυποποιούμενα στο άρθρο 383 ΑΚ δικαιώματα του δανειστή αμφοτεροβαρούς σύμβασης, παρέχονται μόνο εφόσον ο ίδιος είναι συνεπής στις δικές του υποχρεώσεις, τις συμβατικές καθώς και τις επιβαλλόμενες εκ της καλής πίστης, καθότι στερείται των δικαιωμάτων αυτών ο συμβαλλόμενος που δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει τη δική του παροχή ή έχει περιέλθει σε υπερημερία περί την εκπλήρωσή της. Ακόμη, η ως άνω προθεσμία προϋποθέτει υπερημερία οφειλέτη, ωστόσο δεν είναι αναγκαίος ο ορισμός της με την έναρξη της υπερημερίας, αλλά η προθεσμία μπορεί να ταχθεί σε όλη τη διάρκεια αυτής.

Σημειούται ότι δεν απαιτείται να ταχθεί προθεσμία, αν ο δανειστής, ένεκα της υπερημερίας του οφειλέτη, δεν έχει πλέον συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης και καταστήσει τούτο γνωστό στον οφειλέτη με δήλωσή του, ή αν, από την όλη στάση του υπερήμερου αντισυμβαλλόμενού του, προκύπτει ότι είναι άσκοπος ο καθορισμός προθεσμίας εκπλήρωσης και ταυτόχρονης απειλής απόκρουσης της παροχής (385 ΑΚ). Προς τούτο λαμβάνονται υπόψη οι όροι της συναλλακτικής καλής πίστης και οι συγκεκριμένες περιστάσεις. Ως τέτοια περίπτωση μπορεί να θεωρηθεί και αυτή που ο οφειλέτης κωφεύει στις συνεχείς οχλήσεις του δανειστή, και γενικώς επιδεικνύει πλήρη αδιαφορία για την εκπλήρωση της παροχής.

Ο ορισμός της προθεσμίας συνιστά οιονεί δικαιοπραξία και συντελείται με μονομερή, άτυπη, απευθυντέα προς τον οφειλέτη δήλωση βουλήσεως, μη υποκείμενη σε μονομερή ανάκληση, καθώς η ανάκλησή της απαιτεί συναίνεση και του οφειλέτη, αφού συνιστά άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος. Το εύλογο της προθεσμίας κρίνεται βάσει της καλής πίστης. Με την πάροδο της ανωτέρω ταχθείσας προθεσμίας άπρακτης, ήτοι χωρίς την εκπλήρωση της παροχής από τον οφειλέτη, ο δανειστής αποκτά αυτοδικαίως εκλεκτικό δικαίωμα, μεταξύ άλλων, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση (383 εδ. β΄ ΑΚ). Η υπαναχώρηση πρέπει να ασκηθεί με δήλωση προς τον οφειλέτη (390 ΑΚ), η οποία είναι μονομερής, απευθυντέα, άτυπη, ρητή ή σιωπηρή, αμετάκλητη, απρόθεσμη, ανεκχώρητη, ανεπίδεκτη αιρέσεως και φέρουσα το χαρακτήρα διαπλαστικού δικαιώματος. Η υπαναχώρηση μπορεί να ασκηθεί εξωδίκως ή και δικαστικώς, με αγωγή, ανταγωγή και ένσταση.

Προσέτι, αναφορικά με τα έννομα αποτελέσματα της γενομένης υπαναχωρήσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 387 και 389 ΑΚ στις περιπτώσεις που ο δανειστής ασκεί το δικαίωμα της υπαναχωρήσεως, αποσβένονται οι απορρέουσες από τη σύμβαση υποχρεώσεις προς παροχή και οι συμβαλλόμενοι υποχρεούνται αμοιβαίως να αποδώσουν τις ληφθείσες παροχές κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, ενώ μπορεί επιπλέον, με αίτηση του δανειστή και κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου, να επιδικασθεί σ’ αυτόν και αποζημίωση για την τυχόν ζημία από τη μη εκπλήρωση της συμβάσεως. Σημειωτέον ότι η συμβατική σχέση καταργείται από τη στιγμή της καταρτίσεώς της, ήτοι λύεται ex tunc και η νομική σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων διαλύεται αυτοδικαίως και αναδρομικά.

Άλλωστε, κατά τα γενόμενα δεκτά σε θεωρία[2] και νομολογία[3], δυνατή είναι και η μερική υπαναχώρηση. Πιο συγκεκριμένα, εάν ο δανειστής αποδέχθηκε μέρος της παροχής και, όπως έχει δικαίωμα κατά την 316 ΑΚ, δεν το απέκρουσε, ενώ η εκπλήρωση του υπολοίπου καθυστερείται, υπάρχει μερική υπερημερία του οφειλέτη, η οποία, εφόσον υφίσταται πριν από τον ορισμό της κατ’ άρθρο 383 ΑΚ προθεσμίας, ρυθμίζεται, ελλείψει ειδικών διατάξεων, με την ανάλογη εφαρμογή των κανόνων περί ολικής υπερημερίας, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 383 και 386 ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή, γίνεται διάκριση, εάν ο δανειστής έχει ή όχι συμφέρον στη γενομένη ήδη μερική εκπλήρωση. Και όταν μεν έχει τέτοιο συμφέρον, αφενός οφείλει να καταβάλει ανάλογο τμήμα της αντιπαροχής και αφετέρου μπορεί να ασκήσει, ως προς το καθυστερούμενο μέρος της παροχής, τα αυτά δικαιώματα που έχει σε περίπτωση ολικής υπερημερίας, ήτοι α) να ζητήσει την εκπλήρωση του υπόλοιπου μέρους και αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την καθυστέρηση ή β) να τάξει, σύμφωνα με το άρθρο 383 ΑΚ, προθεσμία για την εκπλήρωση του υπόλοιπου μέρους και, εφόσον αυτή παρέλθει άπρακτη, να ζητήσει αποζημίωση για μερική μη εκπλήρωση ή να υπαναχωρήσει, ως προς το μέρος αυτό, από τη σύμβαση (μερική υπαναχώρηση). Στην αντίθετη περίπτωση, που ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στη συντελεσθείσα ήδη μερική εκπλήρωση, μπορεί ή α) να τάξει την κατά το άρθρο 383 πρόσθετη προθεσμία για την εκπλήρωση του υπόλοιπου μέρους, μαζί με δήλωση ότι μετά την πάροδο αυτής θα αποκρούσει την όλη παροχή, οπότε, εφόσον παρέλθει η προθεσμία, δικαιούται να απαιτήσει αποζημίωση για ολική μη εκπλήρωση ή να υπαναχωρήσει από την όλη σύμβαση ή β) να θεωρήσει τη μερική υπερημερία ως ολική και, αποκρούοντας το μέρος της παροχής που ήδη εκτελέσθηκε, να απαιτήσει αποζημίωση για ολική μη εκπλήρωση ή να υπαναχωρήσει από την όλη σύμβαση, χωρίς να τάξει προθεσμία για την εκπλήρωση του υπόλοιπου μέρους. Το τελευταίο αυτό ισχύει εφόσον συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 385 ΑΚ και όταν υπάρχει βάσιμος φόβος ότι δε θα εκπληρωθεί το υπολειπόμενο μέρος της παροχής, χωρίς το οποίο αυτό που ήδη εκτελέσθηκε είναι άχρηστο (πρβλ. άρθρο 386 ΑΚ).

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. Β. Α. Βαθρακοκοίλη, ΕρΝομΑΚ, Ερμηνεία-Νομολογία Αστικού Κώδικα (κατ’ άρθρο), Τόμος Β΄, Γενικό Ενοχικό, Άρθρα 287-495, Αθήνα 2003, σελ. 364 επ. (υπό άρθρο 383).

[2] Βλ. Β. Α. Βαθρακοκοίλη, ΕρΝομΑΚ, όπ.π., σελ. 367-368 (υπό άρθρο 383).

[3] Βλ. ΕφΘεσσ 1693/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ: «Ό,τι ισχύει στην ολική ισχύει και στη μερική υπερημερία του εργολάβου κατ’ ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 383 και 385 ΑΚ. Συνεπώς και στη μερική υπερημερία του εργολάβου μπορεί ο εργοδότης, ως προς το καθυστερούμενο μέρος της παροχής, να ασκήσει τα δικαιώματα που του παρέχονται από το άρθρο 343 §1 ΑΚ, ή σε περίπτωση συνδρομής των όρων των άρθρων 383 και 385 ΑΚ, να ζητήσει (αποκρούοντας πάντοτε το μη εκπληρωθέν μέρος της παροχής) αποζημίωση ή να προβεί σε μερική υπαναχώρηση και να ζητήσει εύλογη αποζημίωση, εκτός αν αυτός, λόγω της καθυστερήσεως του μέρους, δεν έχει πλέον συμφέρον, ούτε στη γενόμενη μερική εκπλήρωση, οπότε, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 384 και 336 ΑΚ, του παρέχονται ευρύτερα δικαιώματα (ΑΠ 1551/2009, βλ. και Σταθόπουλο κατ’ άρθρο ΕρμΑΚ Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, υπό άρθ. 383-385, αρ. 15, αναφερόμενο στη μερική υπερημερία επί αμφοτεροβαρών συμβάσεων ειδικώς, κατά την οποία εφαρμόζονται ως προς το καθυστερούμενο μέρος αναλόγως οι ανωτέρω διατάξεις, ενώ για το εκτελεσθέν μέρος της σύμβασης θα εξακολουθεί να ισχύει η σύμβαση και να οφείλονται οι αντίστοιχες παροχές, μόνο δε αν δεν έχει πλέον συμφέρον ο δανειστής μπορεί να ασκήσει ολική υπαναχώρηση ή να ζητήσει αποζημίωση για ολική μη εκπλήρωση)». Βλ. ακόμη ΕφΘεσσ 1729/2003, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ: «Η υπαναχώρηση αυτή ενεργεί στην πραγματικότητα ως καταγγελία της συμβάσεως, αφού ενεργεί για το μέλλον και δεν θίγει τη σύμβαση σε σχέση με το μέρος… που εκτελέσθηκε μέχρι την άσκησή της (ΕφΑθ 2429/1992 ΕλλΔνη 36.709)».

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί