Ερημοδικία διαδίκων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων
Η ερημοδικία οποιουδήποτε διαδίκου, στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δεν επιφέρει βλαπτικές δικονομικές συνέπειες, ήτοι δεν ισχύει τεκμήριο ομολογίας από την απουσία του (271-272 ΚΠολΔ), καθώς οι δυσμενείς από την ερημοδικία συνέπειες ερείδονται στο συζητητικό σύστημα, το οποίο όμως δεν ισχύει στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και, επομένως, οι επαχθείς αυτές συνέπειες είναι ασυμβίβαστες προς τη ρύθμιση του άρθρου 691 παρ. 1 ΚΠολΔ[1]. Η ρύθμιση, δε, αυτή είναι σύμφωνη και προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης των διαδίκων.
Έτσι, η υπόθεση των ασφαλιστικών μέτρων δικάζεται σαν να ήταν παρών κατά τη συζήτησή της και ο απολειπόμενος διάδικος. Επομένως, εάν απουσιάζει ο αιτών, η αίτηση δεν απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη, αλλά συζητείται ως να ήταν παρών. Δε συνάγεται, δηλαδή, τεκμήριο σιωπηρής ομολογίας περί μη βασιμότητας της αιτήσεως, αλλά μπορεί να διαταχθεί ασφαλιστικό μέτρο παρά την απουσία του αιτούντος αν πιθανολογείται το ουσία βάσιμο της αιτήσεως[2]. Καθ’ όμοιο τρόπο, αν δεν εμφανισθεί ο καθ’ ου η αίτηση, καίτοι κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση προχωρεί σαν να ήταν παρών, και το δικαστήριο δύναται να απορρίψει την αίτηση εάν διαγνωσθεί το ουσία αβάσιμό της.
Ενόψει των ανωτέρω, κατά τα παγίως γενόμενα δεκτά στη νομολογία, «…Το Δικαστήριο, ωστόσο, πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν παρούσα και η δεύτερη των καθ’ ων η αίτηση, όπως συνάγεται από τα άρθρα 696 § 1 και 699 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δεν ισχύει το συναγόμενο από την απουσία του διαδίκου τεκμήριο της σιωπηρής ομολογίας των περιλαμβανόμενων στο δικόγραφο πραγματικών περιστατικών, το οποίο μετά την αντικατάσταση του άρθρου 271 ΚΠολΔ με το άρθρο 29 του ν. 3994/2011, επανήλθε σε ισχύ και κατά την μεταβατική διάταξη του άρθρου 72 § 2 του ανωτέρω νόμου [3494/2011] εφαρμόζεται και στις δίκες που κατά την εισαγωγή του παρόντος νόμου είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό και τούτο, ήτοι η μη εφαρμογή του τεκμηρίου ομολογίας στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων προκύπτει τόσο εκ του άρθρου 699 ΚΠολΔ, το οποίο αποκλείει την ανακοπή ερημοδικίας κατά των αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων, όσο και εκ του άρθρου 696 §1 ΚΠολΔ, το οποίο παρέχει τη δυνατότητα στον μη συμμετέχοντα στη συζήτηση ή μη κληθέντα κατά τη συζήτηση της αίτησης να ζητήσει την ανάκληση της απόφασης (Τζίφρας, Ασφαλιστικά μέτρα, σ. 50)»[3].
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος
[1] Βλ. Β. Κ. Μπρακατσούλα, Ασφαλιστικά Μέτρα, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Πέμπτη Έκδοση, 2005, σελ. 113-115, Β. Α. Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνευτική – Νομολογιακή Ανάλυση (κατ’ άρθρο), Τόμος Δ΄, Άρθρα 682-903, Αθήνα 1996, σελ. 86 επ. (υπό άρθρο 690), Κεραμέα, Κονδύλη, Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, ΙΙ, 591-1054, Εισαγωγικός Νόμος, Εκδόσεις Σάκκουλα/Αθήνα-Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα/Αθήνα-Κομοτηνή, Δίκαιο & Οικονομία/ Π. Ν. Σάκκουλας, σελ. 1345 (υπό άρθρο 690).
[2] Κατ’ άλλη άποψη, η ερημοδικία του αιτούντος συνδέεται με το σύστημα διαθέσεως (το οποίο, όμως, είναι περιορισμένο κατ’ άρθρο 692 παρ. 1 ΚΠολΔ) και οδηγεί σε απόρριψη της αιτήσεως ως ανυποστήρικτης. Βλ. παραπομπές σε Κεραμέα, Κονδύλη, Νίκα, όπ.π..
[3] Βλ. ΜονΠρΠατρ 19/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, και ενδεικτικά, περαιτέρω, ΜονΠρΠατρ 552/2016, ΜονΠρΠατρ 19/2015, ΜονΠρΚεφ 169/2012, ΜονΠρΚεφ 4/2012, ΕιρΑργαλ 2/1993, ΜονΠρΑγρ 66/1991, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠΑ 6961/1990, Αρμ 1991, σελ. 63, ΜονΠρΕβρ 193/1987, Δ 1988, σελ. 99, ΕιρΠολυκαστρ 17/1987, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΠρΧίου 34/1985, ΝοΒ 1985, σελ. 861, ΜονΠρΛιβ 8/1981, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠΑ 7221/1981, Δ 13, σελ. 513, ΜονΠρΛαμ 183/1976, ΑρχΝ 27, σελ. 815, ΕιρΑθ 21711/1971, Δ 3, σελ. 226, ΜΠΑ 2446/1970, Δ 4, σελ. 188, ΜονΠρΡεθ 13/1968, ΝοΒ 16, σελ. 1194.