Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Συμψηφισμός από πιστωτικό ίδρυμα για ανταπαίτηση που διατηρεί κατά συνδικαιούχου σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό

Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 5638/1932[1], όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. δ’ στοιχ. α’ του ΝΔ 118/1973, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 411, 489, 490, 491, 822 και 830 ΑΚ, συνάγεται ότι με τη συναπτόμενη μεταξύ αφενός δύο ή περισσότερων ενδιαφερομένων και αφετέρου κάποιας τράπεζας σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό, οι πρώτοι καταθέτουν στην τράπεζα χρήματα με την παράλληλη συμφωνία της τήρησης από αυτήν της κατάθεσης στο όνομα από κοινού και με τον πρόσθετο όρο ότι καθένας από εκείνους θα μπορεί να κάνει μερική ή ολική χρήση του λογαριασμού, αναλαμβάνοντας από αυτόν χρήματα χωρίς τη σύμπραξη των άλλων[2]. Ο πρόσθετος αυτός όρος είναι απαραίτητος για να προσδώσει στην τραπεζική κατάθεση σε λογαριασμό με δύο ή περισσότερους δικαιούχους το χαρακτηρισμό της ως κατάθεση σε κοινό λογαριασμό. Για την εγκυρότητα της κατάθεσης δεν απαιτείται να γίνει αυτή από κοινού από όλους τους δικαιούχους, αλλά μπορεί να καταρτισθεί από μερικούς ή και από έναν δικαιούχο, ακόμη και από τρίτο πρόσωπο μη δικαιούχο. Και τούτο διότι από τη γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων, αλλά και την τελολογική ερμηνεία τους, την τραπεζική πρακτική και την ταχύτητα των συναλλαγών, δεν απαιτείται κοινή εμφάνιση και δήλωση των καταθετών και δικαιούχων, δηλαδή σύμπραξή τους ενώπιον της τράπεζας. Εξάλλου, χαρακτηριστική είναι η αναφορά του όρου «δικαιούχοι» και όχι «καταθέτες» στη διατύπωση των παραπάνω διατάξεων[3]. Με τη σύναψη της σύμβασης κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό δημιουργείται ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, υπό την έννοια ότι καθένας από αυτούς γίνεται δικαιούχος των χρημάτων που κατατέθηκαν και μπορεί να τα χρησιμοποιεί χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, η δε καταβολή των χρημάτων της κατάθεσης σε έναν από τους δικαιούχους επιφέρει απόσβεση της απαίτησης έναντι του δέκτη της κατάθεσης και ως προς τους λοιπούς[4].

Ίδιο αποσβεστικό αποτέλεσμα της απαίτησης επάγεται και ο έναντι ενός εκ των καταθετών συμψηφισμός που προτείνει η τράπεζα ανταπαίτησής της κατά αυτού προς την απαίτηση του τελευταίου εναντίον της προς καταβολή του ποσού της κατάθεσης, αφού και ο συμψηφισμός, όπως και η καταβολή, είναι γεγονός που ενεργεί αντικειμενικώς[5]. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 440 και 441 ΑΚ συνάγεται ότι ο μονομερής συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν οι εν λόγω απαιτήσεις είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες. Επέρχεται δε ο συμψηφισμός, αν ο ένας τον επικαλέσθηκε με δήλωση προς τον άλλον, ενώ η αντίστοιχη πρόταση επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν[6]. Ωστόσο, κατά το άρθρο 451 ΑΚ δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατά ακατάσχετης απαίτησης. «Ακατάσχετες» κατά την έννοια των διατάξεων αυτών είναι οι απαιτήσεις, οι οποίες κατά εξαιρετικό και επομένως στενά ερμηνευτέο δίκαιο εξαιρούνται από την κατάσχεση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 982 παρ. 2 ΚΠολΔ ή προβλέπονται ευθέως ως τέτοιες (ακατάσχετες) από ειδικές διατάξεις νόμων που εκφράζουν σαφή περί του ακατάσχετου επιλογή του νομοθέτη[7]. Το χαρακτήρα ακατάσχετης μπορεί να αποκτήσει μία απαίτηση και από δικαστική απόφαση[8].

Επιπλέον, κατά το άρθρο 4 του Ν. 5638/1932 «κατάσχεσις της καταθέσεως επιτρέπεται, έναντι όμως των κατασχόντων αύτη τεκμαίρεται αμαχήτως, ότι ανήκει εις πάντας τους δικαιούχους κατ’ ίσα μέρη». Με τη διάταξη αυτή, ο νόμος θέλησε να διαιρέσει κατά τρόπο υποχρεωτικό για τους ενδιαφερόμενους την κατάθεση σε ίσα μέρη των περισσότερων καταθετών και καθιερώνει αμάχητο τεκμήριο ότι η κατάθεση ανήκει σε όλους τους δικαιούχους κατ’ ίσα μέρη. Δηλαδή, πριν από την ανάληψη του καταλοίπου του ως άνω λογαριασμού, ο τρίτος που έχει χρηματική απαίτηση – μάλιστα δε τυχόν τέτοια ίση ή μεγαλύτερη αυτού του καταλοίπου – κατά κάποιου των καταθετών δικαιούται, προς ικανοποίηση της απαιτήσεώς του, να επιβάλει κατάσχεση επί του καταλοίπου τούτου, τεκμαιρόμενου όμως αμαχήτως έναντι εκείνου ότι ανήκει σε όλους τους καταθέτες κατ’ ίσα μέρη, και, άρα, δικαιούται εκείνος να επιβάλει την κατάσχεση στο αντίστοιχο μέρος του καταλοίπου που τεκμαίρεται ότι ανήκει στον οφειλέτη καταθέτη, ενώ, βέβαια, το ίδιο κατάλοιπο κατά τα λοιπά μέρη διαφεύγει την κατάσχεση, συμβαίνει δε τούτο όχι διότι το εν λόγω κατάλοιπο κατά τα λοιπά μέρη του έχει καταστεί, σύμφωνα με την υπό κρίσιν διάταξη, ακατάσχετο, αλλά διότι τούτο, σύμφωνα με την ίδια διάταξη, τεκμαίρεται ότι δεν ανήκει στην περιουσία του οφειλέτη καταθέτη. Η διάταξη, όμως, αυτή αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία τρίτος, δανειστής ενός εκ των καταθετών, προβαίνει στην κατάσχεση στα χέρια της τραπέζης ως τρίτης κατά το άρθρο 982 του ΚΠολΔ, και δεν αφορά στην περίπτωση, κατά την οποία η Τράπεζα, στην οποία έγινε η κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, προτείνει σε συμψηφισμό ανταπαίτησή της που έχει κατά του ενός εκ των περισσότερων καταθετών εις ολόκληρον συνδανειστών της, αφού ο συμψηφισμός, όπως και η καταβολή, ενεργεί αντικειμενικώς ως προς το αποσβεστικό αποτέλεσμα της εις ολόκληρον ενοχής. Έτσι, καθόσον αφορά στην απόσβεση με συμψηφισμό, ο από μέρους της οφειλέτριας τράπεζας γενόμενος συμψηφισμός με ανταπαίτησή της κατά του ενός συνδικαιούχου επιφέρει απόσβεση της απαίτησης και ως προς τους εις ολόκληρον από τον κοινό λογαριασμό υπόλοιπους δανειστές συνδικαιούχους ως προς το ποσό που συμψηφίστηκε, έστω και αν αυτό καλύπτει το σύνολο της κατάθεσης[9].  Ενόψει τούτων, η υπ’ αριθμ. 1622/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών έχει κρίνει ότι «…Το αμάχητο τεκμήριο, συνεπώς, δεν καταλαμβάνει και την πρόταση συμψηφισμού από την ίδια την Τράπεζα. Η συμφωνία, με την οποία παρέχεται στην Τράπεζα το δικαίωμα, να συμψηφίζει απαιτήσεις της, κατά των δικαιούχων του κοινού λογαριασμού, με το υπόλοιπο αυτού, είναι έγκυρη, σύμφωνα με το αρθρ. 361 ΑΚ» [10].

Ακόμη, όπως έχει νομολογηθεί, από τo γεγovός ότι o vόμoς ρυθμίζει τov μεταξύ δύο προσώπων μονομερή ή αναγκαστικό συμψηφισμό που επέρχεται κατά τους όρους των άρθρων 440 έως 452 ΑΚ, κατόπιν μονομερούς δηλώσεως του ενός από αυτά, δεν αποκλείεται η δυνατότητα αποσβέσεως αμοιβαίων απαιτήσεων με συμψηφισμό, κατόπιν συμφωνίας των ενδιαφερομένων μερών. Πρόκειται για τον λεγόμενο συμβατικό ή εκούσιο συμψηφισμό, που συνάπτεται με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ). Το περιεχόμενο μιας τέτοιας συμβάσεως, που είναι έγκυρη καθόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη (άρθρα 174 και 178 ΑΚ), καθορίζουν ελεύθερα τα μέρη, τα οποία μπορούν να συμφωνήσουν το συμψηφισμό μεταξύ των υφισταμένων απαιτήσεων και χωρίς να συντρέχουν οι όροι του νόμου, δηλαδή χωρίς οι αμοιβαίες απαιτήσεις να είναι ληξιπρόθεσμες και ομοειδείς και χωρίς ν’ απαιτείται πρόταση συμψηφισμού, με δήλωση του ενός συμβαλλομένου προς τον άλλον. Η σύμβαση περί συμψηφισμού είναι δυνατόν ν’ αφορά όχι μόνον αμοιβαίες απαιτήσεις μεταξύ δύο προσώπων, αλλά και απαιτήσεις ευρύτερου κύκλου προσώπων προς ανταπαιτήσεις μεταξύ αυτών. Επίσης, μπορεί ν’ αφορά και απαιτήσεις μέλλουσες, με αποτέλεσμα να επέρχεται αυτοδικαίως η λόγω συμψηφισμού απόσβεση, μόλις γεννηθούν και συνυπάρξουν αντιμέτωπες απαιτήσεις μεταξύ των μερών.

Ενόψει των ανωτέρω γενομένων δεκτών για το συμβατικό συμψηφισμό, η υπ’ αριθμ. 2321/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έκρινε ότι  «…ο συμψηφισμός στον οποίο προέβη η τράπεζα, αναλαμβάνοντας, στις 12-10-2012, το συνολικό ποσό των 117.951,10 ευρώ, δεν πάσχει εκ του λόγου ότι δεν είχε προηγηθεί η κατ’ άρθρο 441 ΑΚ απευθυντέα μονομερής δήλωση. Και τούτο, διότι πρόκειται για συμβατικό συμψηφισμό, το περιεχόμενο του οποίου, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην υπ’ αριθμ. ΙΙ νομική σκέψη, καθορίζουν ελεύθερα τα μέρη, τα οποία μπορούν να συμφωνήσουν τον συμψηφισμό των μεταξύ των υφισταμένων απαιτήσεων και χωρίς να συντρέχουν οι όροι του νόμου, μεταξύ των οποίων και η πρόταση συμψηφισμού, με δήλωση του ενός συμβαλλομένου προς τον άλλον. Στην προκειμένη περίπτωση, ο παραπάνω συμψηφισμός έλαβε χώρα δυνάμει των προαναφερόμενων συμβατικών όρων, τον οποίον γνώριζε ο συμβαλλόμενος δεύτερος ενάγων, έχοντας παράσχει μάλιστα ανέκκλητη πληρεξουσιότητα στην τράπεζα να προβαίνει σε χρέωση οποιουδήποτε λογαριασμού του με κάθε ποσό ληξιπρόθεσμης οφειλής του, και, επομένως, δεν απαιτείτο για το κύρος του να γίνει και με δήλωση προς αυτόν, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι ενάγοντες με την κρινόμενη αγωγή τους πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα κατ’ ουσίαν»[11]. Τουναντίον, η υπ’ αριθμ. 966/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών διέλαβε, όσον αφορά στο ζήτημα της απευθυντέας μονομερούς δηλώσεως συμψηφισμού από πλευράς της τραπέζης, ότι ο όρος που επιτρέπει στην Τράπεζα να ασκεί δήλωση συμψηφισμού μονομερώς, αλλά χωρίς να κοινοποιήσει προηγούμενα τη δήλωση της βούλησής της στον αντισυμβαλλόμενο προς τον οποίο απευθύνεται, είναι καταχρηστικός, η δε εκχώρηση εκ μέρους του πιστούχου προς την τράπεζα του δικαιώματος να ασκεί μονομερώς δήλωση βουλήσεως συμψηφισμού με απαίτησή της, χρεώνοντας οποιονδήποτε λογαριασμό του διατηρεί σε αυτήν, δεν μπορεί να περιλάβει και απαλλοτρίωση του δικαιώματός του προς λήψη της δήλωσης βούλησης εκ μέρους της τράπεζας, με  αποτέλεσμα η  λήψη χρημάτων από τραπεζικό λογαριασμό προς συμψηφισμό, χωρίς κοινοποίηση της δήλωσης βουλήσεως εκ μέρους της Τράπεζας, να αποτελεί απλή βούληση που δεν μπορεί να επιφέρει έννομα αποτελέσματα[12].

Προσέτι, σύμφωνα με το άρθρο 24 του ν. 2915/2001, «Το απόρρητο των κάθε μορφής καταθέσεων σε πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και των άυλων μετοχών που καταχωρίζονται στο Σύστημα Άυλων Τίτλων (Σ.Α.Τ.) του Κεντρικού Αποθετηρίου Αξιών (Κ.Α.Α.) δεν ισχύει έναντι του δανειστή που έχει δικαίωμα κατάσχεσης της περιουσίας του δικαιούχου της κατάθεσης ή της μετοχής. Το απόρρητο αίρεται μόνο για το χρηματικό ποσό που απαιτείται για την ικανοποίηση του δανειστή»[13]. Με το παραπάνω άρθρο, η ισχύς του οποίου άρχισε, κατά το άρθρο 38 παρ. 1 του ίδιου νόμου, από τις 29.5.2001, αίρεται το απόρρητο των κάθε μορφής καταθέσεων σε πιστωτικά ιδρύματα καθώς και των άυλων μετοχών που καταχωρίζονται στο σύστημα Άυλων Τίτλων του Κεφαλαίου. Η άρση, όμως, του απορρήτου είναι περιορισμένης έκτασης καθόσον η ισχύς της εκτείνεται μόνο έναντι του δανειστή που έχει δικαίωμα κατάσχεσης της περιουσίας του δικαιούχου της κατάθεσης ή της μετοχής και μόνο για το χρηματικό ποσό που απαιτείται για την ικανοποίηση του δανειστή. Συνεπώς, η άρση του απορρήτου αφορά κάθε μορφή κατάθεσης (ταμιευτηρίου, ή άλλης μορφής, υπό προθεσμία ή μη, ξένων νομισμάτων κ.λπ.), αλλά σε έκταση μόνο του ύψους της απαίτησης του δανειστή, δηλαδή του κεφαλαίου, των κάθε μορφής παρεπόμενων παροχών όπως π.χ. των τόκων και των εξόδων. Η άρση του απορρήτου των καταθέσεων σε πιστωτικά ιδρύματα, το οποίο μετά το ν.δ. 1051/71 και τις αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου 224/75 και 3/93, αποτελούσε φραγμό για την κατάσχεση τραπεζικών καταθέσεων, συνεπάγεται αυτοδίκαιη άρση και της απαγόρευσης της κατάσχεσης των κάθε μορφής καταθέσεων σε πιστωτικά ιδρύματα, όπως είναι και οι όλες οι τράπεζες (άρθρο 2 ν. 2076/92). Συνεπώς, από 29.5.2001 είναι επιτρεπτή η κατάσχεση (αναγκαστική ή συντηρητική) στα χέρια οποιοσδήποτε πιστωτικού ιδρύματος, οποιασδήποτε κατάθεσης οφειλέτη του δανειστή, η οποία πρέπει να γίνει κατά τη διαγραφόμενη στα άρθρα 982 επ. διαδικασία[14].

Εκ των ανωτέρω αναπτύξεων συνάγεται, λοιπόν, ότι νομίμως τα πιστωτικά ιδρύματα, στα οποία γίνονται καταθέσεις σε κοινούς λογαριασμούς, προτείνουν σε συμψηφισμό ανταπαιτήσεις τους που διατηρούν κατά ενός εκ των περισσότερων συνδικαιούχων των κοινών λογαριασμών, αφού ο συμψηφισμός, όπως και η καταβολή, ενεργεί αντικειμενικώς ως προς το αποσβεστικό αποτέλεσμα της εις ολόκληρον ενοχής. Μάλιστα, κατά την υπ’ αριθμ. 2321/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών[15], ο συμβατικός όρος περί της δυνατότητας της τράπεζας να συμψηφίζει απαιτήσεις της με απαιτήσεις του δανειολήπτη ή του εγγυητή αποτελεί «δηλωτικό όρο», ο οποίος, ως τέτοιος, εξαιρείται από τον έλεγχο καταχρηστικότητας.

Πρέπει, άλλωστε, να επισημανθεί ότι, όπως έχει κριθεί, ο μισθός ή η σύνταξη που έχουν ήδη εξοφληθεί δεν εμπίπτουν στο ακατάσχετο[16]. Μάλιστα, τούτο, μέχρι πρότινος, ίσχυε και όταν η πληρωμή των μισθών και των συντάξεων γινόταν, κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 1 του Ν. 2303/1995 και 15 του Ν. 2837/2000, μέσω Τραπεζών, με πίστωση έντοκων λογαριασμών των δικαιούχων, ταμιευτηρίου ή τρεχούμενων, οι οποίοι μπορούσαν να είναι και κοινοί λογαριασμοί του δικαιούχου του μισθού ή της συντάξεως με άλλα πρόσωπα[17]. Στην περίπτωση αυτή, όπως γινόταν δεκτό, από και με την κατάθεση του οφειλόμενου ποσού, ή μισθού ή συντάξεως, στον τραπεζικό λογαριασμό του δικαιούχου, από τον οποίο μπορούσε να προβεί σε ανάληψη μόνον ο τελευταίος και όχι και ο καταθέσας εργοδότης ή ασφαλιστικός οργανισμός,  αποσβέννυτο η σχετική υποχρέωση του εργοδότη και εξοφλούνταν οι ισόποσες με την κατάθεση απαιτήσεις μισθών ή συντάξεων.

Ωστόσο, με το άρθρο 3 του ν. 3714/2008, ο οποίος δημοσιεύθηκε με το ΦΕΚ Α/231/7.11.2008 και τιτλοφορείτο ως «επέκταση ακατάσχετου μισθών και συντάξεων που κατατίθενται σε τραπεζικό λογαριασμό», προβλέφθηκαν τα ακόλουθα: Στο άρθρο 982 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προστέθηκε παράγραφος 3 με το ακόλουθο περιεχόμενο: «3. Η εξαίρεση της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 2 [ήτοι απαιτήσεις μισθών, συντάξεων ή ασφαλιστικών παροχών] ισχύει και όταν η καταβολή του ποσού γίνεται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη σε πιστωτικό ίδρυμα. Η εξαίρεση ισχύει μόνο στην έκταση που ο λογαριασμός παρουσιάζει υπόλοιπο που δεν υπερβαίνει, κατά το χρονικό διάστημα από την επιβολή της κατάσχεσης έως την επόμενη ημέρα της καταβολής, το ποσό της εξαιρούμενης από την κατάσχεση απαίτησης». Έτσι, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, ο νόμος 3714/2008 επέκτεινε, υπό τις αναφερόμενες στις διατάξεις του νόμου αυτού προϋποθέσεις, το ακατάσχετο των απαιτήσεων μισθών και συντάξεων που κατατίθενται σε τραπεζικό λογαριασμό, ενώ μέχρι πρότινος ακόμη και η απευθείας πίστωση του μισθού σε κοινό λογαριασμό είχε ως συνέπεια την αποβολή οποιουδήποτε προηγούμενου χαρακτήρα του ως ακατάσχετου καθόσον η πίστωση αυτή αποκτούσε το χαρακτήρα της απλής τραπεζικής κατάθεσης, η οποία κατά το νόμο ήταν κατασχετή (άρθρο 24 του ν. 2915/2001). Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, ο σκοπός της εν λόγω νομοθετικής ρύθμισης συνίσταται στη διασφάλιση των μέσων επιβίωσης των εργαζομένων κάθε κατηγορίας για λόγους δημοσίου συμφέροντος[18]. Επειδή, δε, οι διατάξεις του ως άνω άρθρου θεσπίστηκαν χάριν γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, είναι δημοσίας τάξης, όπερ συνεπάγεται την αδυναμία αποκλεισμού εφαρμογής τους με ιδιωτική βούληση[19].

Ενόψει των ανωτέρω που αφορούν στην επέκταση του ακατάσχετου μισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών παροχών, και όταν η καταβολή του ποσού γίνεται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη σε πιστωτικό ίδρυμα, η υπ’ αριθμ. 561/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χανίων που εκδόθηκε επί αγωγής συνδικαιούχων κοινού λογαριασμού, στον οποίο πιστώνονταν χρήματα από σύνταξη και επιδόματα από την κοινωνική ασφάλιση ή την κοινοτική ενίσχυση για την καλλιέργεια ελαιολάδου μίας εκ των δύο συνδικαιούχων και στον οποίο το εναγόμενο πιστωτικό ίδρυμα επέβαλε συμψηφισμό για ανταπαίτηση που διατηρούσε κατά του έτερου συνδικαιούχου, χωρίς την έγκριση των εναγόντων συνδικαιούχων και χωρίς κοινοποίηση στη συνδικαιούχο που ουδέν όφειλε στην τράπεζα, θεωρήθηκε απόφαση-σταθμός, καθόσον επιδίκασε όχι μόνο αποζημίωση για υλική ζημία αλλά και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη στους ενάγοντες συνδικαιούχους.

Ακολουθούν αυτούσια τα πλέον ενδιαφέροντα αποσπάσματα της εν λόγω απόφασης: «…ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρ. 297, 298, 330 εδ. β, 914 ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη σε αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια (δόλο ή αμέλεια), επέλευση ζημίας, περιουσιακής ή και ηθικής και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου (πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια) μεταξύ συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας (ΑΠ 263/1996, ΕλλΔνη 37, 1453 – 574/1984, ΕλλΔνη 36, 828). Για την έννοια του παρανόμου δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένων απαγορευτικών ή επιτακτικών κανόνων δικαίου, αλλά αρκεί αντίθεση πράξεων του δράστη στο γενικότερο πνεύμα δικαίου, τις επιταγές της έννομης τάξης, που επιβάλλουν την υποχρέωση, να μην εξέρχεται κανείς με τις πράξεις του από τα όρια, που προσδιορίζονται και από τα χρηστά ήθη (ΑΠ 1879/1999, ΕλλΔνη 41, 1304 – 81/1991, ΝοΒ 92, 716 – ΕφΑθ 1642/2000, ΕλλΔνη 42, 173). Αιτιώδης συνάφεια «ζημιογόνου γεγονότος» – «ζημίας» υπάρχει, όταν η πράξη/παράλειψη του ευθυνόμενου, κατά τα διδάγματα κοινής πείρας ή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, στο χρόνο και με τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανή και μπορούσε αντικειμενικά, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, που επήλθε στην συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 23/1998, ΕλλΔνη 41, 967 – 719/1988, ΕλλΔνη 30, 764 – ΕφΑθ 1642/2000 ο.π). Σύμφωνα, εξάλλου, με το αρθρ. 932 Α.Κ. εξαιτίας αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί, να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (μη κατ’ αρχήν αποτιμητή σε χρήμα ζημία) που υφίσταται το πρόσωπο από την προσβολή μη περιουσιακών αγαθών του (τιμή, υγεία κ.α.). Όσον αφορά, εξάλλου, τον καθορισμό του ύψους της ηθικής βλάβης, το Δικαστήριο κρίνει, ποιο είναι το επιδικαστέο ποσό, κατά τις αρχές της εύλογης αποζημίωσης, λαμβάνοντας ως κριτήρια, μεταξύ άλλων, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως, τη βαρύτητα του πταίσματος, την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος, τις λοιπές σχέσεις των μερών. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 375 ΠΚ «Όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο τιμωρείται…». Κινητό πράγμα, κατά την παραπάνω διάταξη αποτελούν και τα χρήματα, μερίσματα, μετοχές, χρηματόγραφα και οποιοδήποτε κινητό ενσωματώνει χρηματική αξία. Από την παραπάνω διάταξη συνάγεται, ότι για να τελεσθεί το ποινικό αδίκημα της υπεξαίρεσης απαιτείται μεταξύ άλλων το πράγμα, που ιδιοποιήθηκε ο δράστης, να μην ανήκει στον ίδιο, αλλά σε τρίτο, να πρόκειται, δηλαδή, για «ξένο πράγμα». Η κατάθεση χρημάτων σε Τράπεζα έχει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, επί της οποίας, σύμφωνα με το άρθρ. 830 παρ. 1 ΑΚ, έχουν εφαρμογή αφενός οι διατάξεις του άρθρ. 806 ΑΚ, περί δανείου, σύμφωνα με τις οποίες η Τράπεζα, όπου έγινε η παρακατάθεση των χρημάτων από τον καταθέτη, έχει την κυριότητα των κατατεθειμένων χρημάτων, αφετέρου η διάταξη του άρθρ. 827 ΑΚ. Σύμφωνα με την τελευταία ο θεματοφύλακας οφείλει να αποδώσει το πράγμα (κι εφόσον πρόκειται για χρήματα, άλλα ίσης αξίας) στον παρακαταθέτη, όταν ο τελευταίος ζητήσει αυτό, ακόμη και αν δεν παρήλθε η προθεσμία για τη φύλαξή του. Εξ αυτών παρέπεται, ότι η τράπεζα, στην οποία τηρείται καταθετικός λογαριασμός του πελάτη της, δεν δύναται να διαπράξει το ποινικό αδίκημα της «υπεξαίρεσης», μη αποδίδοντας τα χρήματα της κατάθεσης, που ζητάει ο παρακαταθέτης, εφόσον τα τελευταία ανήκουν ήδη, από την κατάθεση, στην κυριότητά της (ΑΠ 632/2014, 759/2014, 980/2014 ΝΟΜΟΣ). Σύμφωνα με τη διάταξη §2δ του άρθρ. 982 ΚΠολΔ οι απαιτήσεις μισθών, συμπεριλαμβανόμενων του δώρου εορτών, ή συντάξεων ή ασφαλιστικών παροχών, είναι ακατάσχετοι. Ο λόγος της ρυθμίσεως είναι να εξασφαλίζονται στους εργαζόμενους κάθε κατηγορίας, τα μέσα επιβίωσής τους. Οι διατάξεις του ως άνω άρθρου είναι δημόσιας τάξης, θεσπίστηκαν χάριν γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και αυτό συνεπάγεται την αδυναμία αποκλεισμού εφαρμογής τους με ιδιωτική βούληση (ΕφΑθ 6710/1979 ΝοΒ 28, 808, ΕφΑθ 9347/1990 ΕΕμπΔ 1991, 125, ΜΠΠατρ 2112/2009, 5704/2008 ΝΟΜΟΣ). Η κατάσχεση απαίτησης ακατάσχετης είναι άκυρη. Κατά δε την §3 του άρθρου, που προστέθηκε με το άρθρ. 3 Ν. 3714/2008 (ΦΕΚ Α 231/7.9.2008) η εξαίρεση από την κατάσχεση των συντάξεων και των μισθών, ισχύει και όταν η καταβολή του ποσού γίνεται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη σε πιστωτικό ίδρυμα. Η εξαίρεση ισχύει στην έκταση που ο λογαριασμός παρουσιάζει υπόλοιπο που δεν υπερβαίνει, κατά το χρονικό διάστημα από την επιβολή της κατάσχεσης έως την επόμενη ημέρα της καταβολής, το ποσό της εξαιρούμενης από την κατάσχεση απαίτησης. Σύμφωνα με το άρ. 20 ν. 4161/2013 «Απαιτήσεις από καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα είναι ακατάσχετες μέχρι του ποσού των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ και των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ σε περίπτωση κοινού λογαριασμού. Από το προηγούμενο εδάφιο εξαιρείται ως δανειστής το Δημόσιο, για το οποίο ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν.δ. 356/1974 (Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, Α΄ 90). Με δήλωση του καταθέτη προς ένα εκ των πιστωτικών ιδρυμάτων προσδιορίζεται ο λογαριασμός για τον οποίο θα ισχύει το ακατάσχετο. Καταθέσεις που αφορούν σε μισθούς ή συντάξεις ή ασφαλιστικές παροχές προσδιορίζονται υποχρεωτικά ως τέτοιες και κατά το υπερβάλλον του ποσού του ανωτέρω εδαφίου α΄ καταλαμβάνονται από τις διατάξεις του άρθρου 982 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182).». Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ. 451 ΑΚ δεν επιτρέπεται συμψηφισμός αξίωσης με απαίτηση που δεν μπορεί να κατασχεθεί. Συμψηφισμό αποτελεί η κατάσταση κατά την οποία οι αμοιβαίες απαιτήσεις δύο προσώπων αποσβεννύονται, εφόσον είναι ομοειδείς και ληξιπρόθεσμες, καλύπτονται (για όσο μέρος καλύπτονται) και συνυπήρξαν κι ο ένας επικαλεστεί, με δήλωσή του προς τον άλλο, τη βούλησή του να χωρήσει συμψηφισμός και αμοιβαία απόσβεση των απαιτήσεων (άρθ. 440, 441 ΑΚ). Κατά τον ΑΚ η πρόταση συμψηφισμού (με δήλωση) επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων, από τότε που συνυπήρξαν. Σύμφωνα, δε, με τη διάταξη του άρθρ. 167 ΑΚ η δήλωση της βούλησης επιφέρει νομική ενέργεια, μόνο αφότου περιέλθει στο πρόσωπο, στο οποίο απαιτείται, να απευθυνθεί. Από τα παραπάνω συνάγεται, ότι ο αστικός κώδικας έχει υιοθετήσει την θεωρία της παραλαβής ή λήψεως της δήλωσης βούλησης. Κατ’ αυτή η δήλωση βουλήσεως θεωρείται ότι συντελέστηκε και παράγει νόμιμη ενέργεια, όχι από τότε που εκδηλώθηκε στην πράξη, ούτε από τη γνώση του περιεχομένου της, αλλά από την παραλαβή της δήλωσης βούλησης, από εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται. Πριν τη «γνωστοποίηση» η άσκηση βούλησης δεν μπορεί να επιφέρει «έννομα αποτελέσματα στον άλλο». Η παραλαβή θεωρείται κατά το νόμο ότι συντελείται, όταν διαβιβάστηκε σε εκείνον στον οποίο απευθύνεται, με τρόπο κατά τον οποίο ο τελευταίος μπορούσε να λάβει γνώση, άσχετα αν, από λόγους, που αφορούν τον ίδιο, καθυστέρησε (ΑΠ 1411/2011, ΑΠ 1579/2008. ΑΠ 1251/2007, ΑΠ 1250/2001, Νόμος ΑΠ 1263/1996 ΕλλΔνη 1997, 1800 ΕφΠατ 382/2009, Νόμος ΕφΑθ 644/2005, ΕλλΔνη 2006, 217 ΕιρΑθ 966/2013, Νόμος). Η νόμιμη δήλωση βουλήσεως εκ μέρους του προτείναντα, εφόσον αυτή επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε εκείνον που απευθύνεται, αποσβένει τις αμοιβαίες απαιτήσεις, που πρέπει να είναι ληξιπρόθεσμες και έγκυρες (γεγονός που συνάγεται εξαιτίας της αμοιβαιότητας των απαιτήσεων. ΕφΑθ 4725/2001 ΕλλΔνη 2003, 254). Επιπλέον, στο άρθρο 464 ΑΚ ορίζεται ότι «Οι ακατάσχετες απαιτήσεις είναι και ανεκχώρητες». Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων των άρθρων προκύπτει ότι εξαιρείται και από την εκχώρηση ή τον συμψηφισμό το ποσό της σύνταξης και τα λοιπά επιδόματα. Η εκχώρηση ή ο συμψηφισμός που γίνεται κατά παράβαση του άρθρου 464 ΑΚ είναι απολύτως άκυρη (ΑΚ 174). Την ακυρότητα μπορεί να επικαλεστεί οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μεταξύ των οποίων και ο οφειλέτης της απαίτησης, που εκχωρήθηκε. Η συναίνεση του οφειλέτη, στην περίπτωση αυτή είναι χωρίς έννομα αποτελέσματα, εφόσον με ιδιωτική βούληση δεν μπορεί να απεμποληθούν κανόνες δημόσιας τάξης, που θεσπίστηκαν χάριν γενικότερου συμφέροντος. Ενώ, η ακυρότητα εξετάζεται σε περίπτωση αμφισβήτησης και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (Α. Γεωργιάδη – Μ. Σταθόπουλου Κ. κατ’ άρθρο ερμηνεία, τόμος 11 σ. 618). Πρέπει να θεωρηθεί ότι αυτά ισχύουν για κάθε δικαιοπραξία, που επιφέρει παρόμοιο αποτέλεσμα, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η «εντολή είσπραξης», που παρέχει ο οφειλέτης στη δανείστρια τράπεζα, με τη δανειακή σύμβαση. Ο σκοπός που επιδιώκεται από το νομοθέτη να προστατευθεί είναι ο ίδιος και συνίσταται στην διατήρηση της απαίτησης και τη δυνατότητα είσπραξής της από τον οφειλέτη εργαζόμενο, που θα ματαιωνόταν, αν ο δανειστής μπορούσε να προεξοφλεί την απαίτησή του, με τη μεταβίβαση σε αυτόν της εξουσίας για είσπραξή της, όταν αυτή γίνει απαιτητή (βλ. Γεωργιάδη – Σταθόπουλο ΕρμΑΚ, τόμος ΙΙ, υπ αρθ. 464, σημ. 4 – 10, σελ. 617-618). Στις περιπτώσεις αυτές και εφόσον η δανείστρια τράπεζα γνωρίζει (ανάγεται στον κύκλο εργασιών της) την προέλευση των χρημάτων, διαπράττει αδικοπραξία, όταν εν γνώσει της ασκεί δικαίωμα, που της παρέχει η δανειακή σύμβαση (ο δανειοδοτούμενος εξουσιοδοτεί την τράπεζα να εισπράξει το ποσό του δανείου, από όποιο λογαριασμό του διατηρεί στην παραπάνω δανείστρια τράπεζα) και λαμβάνει σε συμψηφισμό απαίτησής της χρήματα του δανειοδοτούμενου που προέρχονται από μισθούς και συντάξεις ή επιδόματα, όπως αναφέρθηκαν, χωρίς μάλιστα να ειδοποιήσει τον τελευταίο, ότι προτίθεται να ασκήσει το κατά τη σύμβαση δικαίωμά της. Διότι, ο δανειοδοτούμενος σε καμία περίπτωση δεν θεωρείται, ότι με τη χορήγηση εξουσιοδότησης στην τράπεζα, προς άσκηση του δικαιώματός της συμψηφισμού, απεμπόλησε και το ελάχιστο του δικαιώματος, που κατά το νόμο έχει να πληροφορείται την ενάσκηση της βούλησης της τράπεζας κατά το χρόνο που ασκεί το δικαίωμά της «συμψηφισμού». Πέραν των παραπάνω θεωρείται ότι τέτοια συμπεριφορά της δανείστριας τράπεζας, όταν μάλιστα λαμβάνει χώρα μετά παρέλευση πολλών ετών, από τη σύναψη της δανειακής σύμβασης, για την μη καταβολή των δόσεων, για την οποία δεν ενημέρωσε όλα αυτά τα χρόνια τον δανειοδοτούμενο, στον οποίο χρέωνε τόκους, χωρίς να κλείσει το λογαριασμό και να καταγγείλει τα σύμβαση, συνιστά αδικοπραξία και κατά τις διατάξεις του Ν. 2251/1997, που προβλέπει ειδική ευθύνη εξ αδικοπραξίας του παρέχοντος υπηρεσίες, που ρυθμίζεται από τα άρθ. 6 και 8 του νόμου αυτού, που έχει ενσωματώσει την υπ’ αριθ. 85/374/25.07.85 οδηγία της Ε.Ο.Κ. «για την προσέγγιση νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών, σε θέματα ευθύνης, λόγω ελαττωματικών προϊόντων», ή παροχής υπηρεσιών, όπως οι διατάξεις του παραπάνω άρθρ. αντικαταστάθηκαν από το άρθρ. 7 του ν. 3587/2007 (ΦΕΚ Α 152/10.07.07). Η ρύθμιση αποτελεί στην ουσία ειδική ρύθμιση αδικοπρακτικής ευθύνης (ΕφΑθ 442/1993, ΕλλΔνη 1993, 409 647/1994, ΝοΒ 43, 395 ΕφΛαρ 226/2005, Νόμος, ΑΠ 81/1991 ΕλλΔνη 32, 1215 ΕφΑθ 2386/2006 ΕλλΔνη 2006, 1467 ΕφΘεσσαλ 1126/2004 ΕπισκΕμπΔ 2004, 729 ΕφΑθ 2319/1999 ΔΕΕ 1999, 1175 ΠΠρΘεσσαλ 19932/2009 ΕφΑΔ 2009, 803), ενώ οι κοινές διατάξεις εφαρμόζονται μόνο, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στον καταναλωτή (άρθρ. 14 παρ. 5 του ν. 2251/1994, όπως αντικαταστάθηκαν με το ν. 3587/07 και ν. 3714/2008), ή πρόκειται για θέματα, που δεν καλύπτονται από την ειδική ρύθμιση. Στο πλαίσιο της ειδικής αυτής «αδικοπραξίας» και της ευθύνης και ειδικής ρύθμισης του άρθρ. 8 του παραπάνω νόμου, ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών. Ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία, στο πλαίσιο άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας. Ο ζημιωθείς υποχρεούται, να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ παροχής υπηρεσίας και ζημίας κι ο παρέχων την έλλειψη υπαιτιότητας. Για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρ. 1 παρ. 3 και 4 του ιδίου νόμου, προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, που μπορεί να είναι και οι Τράπεζες, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική, είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από την προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος υπηρεσίες και ζημιωθέντος καταναλωτή. Η θεμελίωση της ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες τεκμαίρεται, εισάγεται νόθος αντικειμενική ευθύνη (ΟλΑΠ 18/1999 ΕλλΔνη 40, 1290) και ο παρέχων έχει το βάρος απόδειξης της έλλειψής της (αντιστροφή του βάρους). Ως κριτήρια αναφέρονται η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών, μερικές από τις οποίες ενδεικτικά αναφέρονται. Κατά τα λοιπά η ζημία και η αιτιώδης συνάφεια προσομοιάζουν με των γενικών διατάξεων. Διαφοροποιείται μόνο το πραγματικό του κανόνα δικαίου (η παράνομη συμπεριφορά δεν συναρτάται με το πραγματικό περιεχόμενο της υποχρέωσης του παρέχοντα υπηρεσίες, αλλά την έλλειψη ασφάλειας υπηρεσιών, που θεμιτά δικαιούται να αναμένει ο καταναλωτής και την οικοδόμηση εμπιστοσύνης του στη συγκεκριμένη αγορά υπηρεσιών), το βάρος απόδειξης και τη χρηματική ικανοποίηση του θιγόμενου καταναλωτή, που κρίνεται όπως προσδιορίζεται από το άρθ. 10 §9β του Ν, που έχει πρώτιστα αποκαταστατικό χαρακτήρα, της ισορροπίας πλέγματος σύγχρονων κοινωνικών και ηθικών αξιών, που διαταράχθηκε από παράνομη ενέργεια του παραβάτη και επαναφορά στην προηγούμενη κατάσταση. Στην περίπτωση αυτή, όμως έχει και κυρωτικό χαρακτήρα, με σκοπό την προληπτική κατ’ ουσία προστασία της ολότητας έναντι κινδύνων, που δημιουργεί για το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο η αθέτηση κανόνων συμπεριφοράς ιδιωτικού δικαίου, που απορρέουν από τη γενική αρχή της ασφάλειας των συναλλαγών ή προκύπτουν από ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις. Το δικαστήριο, τέλος, δεν δεσμεύεται από το νομικό χαρακτηρισμό, που έδωσε ο διάδικος στα γεγονότα, που έλαβαν χώρα κι εκτίθενται στο δικόγραφο (αρθρ. 106, 111 § 2, 216 § 1, 335, 337, 338 ΚΠολΔ), αλλά εφαρμόζει τους ορθούς κανόνες δικαίου, στους οποίους εμπίπτουν όσα γεγονότα έλαβαν χώρα κι εκτίθενται. Ενώ, η διάταξη του αρθρ. 288 ΑΚ, κατά την οποία καθιερώνεται η αντικειμενική καλή πίστη στις συναλλαγές και η δημιουργία παρεπόμενων συμβατικών υποχρεώσεων (πρόνοιας και ασφάλειας των συναλλασσόμενων) μπορεί να εφαρμοστεί σε κάθε περίπτωση και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, εφόσον αποδεικνύεται η συνδρομή των πραγματικών περιστατικών που επικαλέστηκαν οι διάδικοι κι ότι δεν τηρήθηκε από τον οφειλέτη η επιβαλλόμενη ευθύτητα και εντιμότητα των συναλλαγών (Σταθόπουλος σε Γεωργιάδη – Σταθόπουλο, αρθρ. 288, σελ. 42 – 43 – ΑΠ 291/1985 ΝοΒ 34, 71).

            ΕΠΕΙΔΗ, με την ένδικη αγωγή και κατά ορθή εκτίμηση του δικογράφου αυτής, οι ενάγοντες εκθέτουν ότι η πρώτη εξ αυτών είναι δικαιούχος του υπ’ αριθμ. … τηρούμενου στην εναγομένη τραπεζικού λογαριασμού καταθέσεων ταμιευτηρίου ως διάδοχος της ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. Ότι, στον ως άνω λογαριασμό κατατίθεται η σύνταξη της πρώτης ενάγουσας από τον ΟΓΑ, ποσού 428,5 ευρώ και τυχόν επιδόματα από την κοινωνική ασφάλιση ή την Κοινοτική Ενίσχυση για την καλλιέργεια του ελαιολάδου, γεγονός που η εναγομένη γνωρίζει ήδη και της έχει γνωστοποιηθεί, όταν ανοίχθηκε ο ως άνω λογαριασμός αυτός στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. Ότι, ο δεύτερος ενάγων είναι συνδικαιούχος του ως άνω «κοινού λογαριασμού». Ότι, σήμερα ο λογαριασμός παρουσιάζει υπόλοιπο 0,74 ευρώ μετά τον συμψηφισμό από την εναγομένη του ποσού των 4.815,12 ευρώ, χωρίς την έγκριση των εναγόντων και χωρίς κοινοποίηση στην πρώτη εξ αυτών (η οποία ουδέν οφείλει στην εναγομένη), καθώς αυτή γνωστοποιήθηκε μόνο στον δεύτερο ενάγοντα την 22η-01-2015 (ήτοι την παραμονή των εκλογών όταν όλες οι δικαστικές υπηρεσίες ήταν κλειστές λόγω των εθνικών εκλογών), και συγκεκριμένα με την ως άνω κοινοποίηση στον δεύτερο ενάγοντα, η εναγομένη ενημέρωσε ότι προέβη σε δήλωση συμψηφισμού των απαιτήσεών της σε βάρος του δεύτερου ενάγοντα, με σκοπό τη μερική εξόφληση της απαίτησης της εναγομένης κατ’ αυτού, αφαιρώντας το ποσό από την τηρούμενο στα Χανιά Κρήτης λογαριασμό της πρώτης. Ότι, η ως άνω ενέργεια της εναγομένης είναι πλήρως παράνομη, και η σχετική δήλωση συμψηφισμού άκυρη, καθώς έγινε χωρίς την έγκριση των εναγόντων, χωρίς να περιληφθεί σχετικός όρος στη δανειακή σύμβαση και αφορούσε σε συντάξεις και επιδότηση ελαιολάδου, που δεν κατάσχονται, δεν εκχωρούνται και δεν συμψηφίζονται, το δε ποσό για το οποίο η εναγομένη προέβη σε δήλωση συμψηφισμού υπερβαίνει το ποσό των 2.000 ευρώ, ενώ η δήλωση της εναγομένης συνιστά «απλή βούληση» και όχι «δήλωση βουλήσεως», που δεν μπορεί να επιφέρει έννομες συνέπειες. Ότι, από την ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης, αμφότεροι οι ενάγοντες υπέστησαν υλική ζημία, καθώς αυτοί στερήθηκαν το ποσό της σύνταξης της πρώτης των εναγόντων, που ήταν αναγκαίο για τη διαβίωσή τους, έμειναν χωρίς χρήματα μέσα στο χειμώνα, σε σημείο να αδυνατούν ακόμα και να προβούν στη διενέργεια των απαραίτητων ιατρικών εξετάσεων για τις ιατρικές παθήσεις από τις οποίες πάσχουν ως ηλικιωμένοι, αλλά και ηθική βλάβη. Ως εκ τούτου, με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, οι ενάγοντες ζητούν, κατ’ ορθή εκτίμηση του αιτήματός τους, να υποχρεωθεί η εναγομένη και καθένας έλκων εξ αυτής δικαιώματα να τους καταβάλει εις ολόκληρον συνολικά το ποσό των 8.315,12 ευρώ, ήτοι το ποσό των 4.815,12 ευρώ, ως αποζημίωση για την υλική ζημία που υπέστησαν, και το ποσό των 3.500 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική τους βλάβη, νομιμοτόκως από την κοινοποίηση της υπό κρίση αγωγής και μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης, και να καταδικασθεί η εναγομένη στην εν γένει δικαστική τους δαπάνη.

            ΕΠΕΙΔΗ, μ’ αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η ένδικη αγωγή παραδεκτώς φέρεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι αρμόδιο καθ’ ύλη και κατά τόπο για να δικάσει την υπό κρίση διαφορά κατά την τακτική διαδικασία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 7, 8, 9, 10, 12 παρ. 1, 13, 14 παρ. 1α΄, 25 παρ. 2, 35 του ΚΠολΔ. Συνακόλουθα, αυτή είναι αρκούντως ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 167, 297, 298, 330, 914, 932, 346, 440 επ. ΑΚ, άρ. 20 ν. 4161/2013, άρ. 6, 8 ν. 2251/1994, 982 ΚΠολΔ, 176 επ., 189, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια, πρέπει η ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες επιβαρύνσεις (βλ. το … διπλότυπο είσπραξης …).

            ΕΠΕΙΔΗ, η εναγομένη δικάσθηκε ερήμην και η αγωγή είναι, όπως αναλύθηκε παραδεκτή και νόμω βάσιμη, οι ανωτέρω παρατεθέντες περιεχόμενοι στην αγωγή πραγματικοί ισχυρισμοί των εναγόντων θεωρούνται ομολογημένοι, αφού δεν προκύπτει κάποιος πραγματικός ισχυρισμός για τον οποίο δεν επιτρέπεται ομολογία (άρθ. 271 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως, από την πλασματική δικαστική ομολογία της εναγομένης αποδεικνύεται η ιστορική βάση της αγωγής, οπότε και, δεδομένου πως η ομολογία αυτή αποτελεί πλήρη απόδειξη και δεσμεύει το Δικαστήριο (άρθ. 352 παρ. 1 ΚΠολΔ), η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ’ ουσία βάσιμη, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει εις ολόκληρον στους ενάγοντες το ποσό των 8.315,12 ευρώ, ήτοι το ποσό των 4.815,12 ευρώ ως αποζημίωση για την υλική ζημία και 3.500 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής…».

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. ΜΠΑ 2321/2017, ΜονΠρΘεσσ 17669/2015, ΠΠΑ 2893/2015, ΠΠΑ 914/2014, ΕιρΑθ 1622/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[2] Κατ’ άλλη διατύπωση, «Κατά το άρθρο 1 §§ 1 και 2 του ν. 5638/1932, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 751/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α του ν.δ. 118/1973, χρηματική κατάθεση σε τράπεζα σε ανοικτό λογαριασμό στο όνομα δύο ή περισσότερων από κοινού (compt joint, joint account) είναι, κατά την έννοια του παρόντος νόμου, η περιέχουσα τον όρο, ότι του εξ αυτής λογαριασμού δύναται να κάνει χρήση, εν όλω ή εν μέρει, χωρίς σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας είτε τινές, και πάντες κατ’ ιδίαν οι δικαιούχοι, η δε χρηματική κατάθεση αυτή επιτρέπεται να ενεργείται και σε κοινό λογαριασμό επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίηση». Βλ. έτσι την ΠΠΑ 914/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[3] Βλ. ΑΠ 878/2013, ΕπισκΕμπΔ 2013, σελ. 445, ΑΠ 1001/2012, ΕπισκΕμπΔ 2012, σελ. 899.

[4] Βλ. ΑΠ 878/2013, ΕπισκΕμπΔ 2013, σελ. 445, ΑΠ 712/2009, ΕλλΔνη 2011, σελ. 797, ΑΠ 1812/2007, ΔΕΕ 2008, σελ. 65. Βλ. και ΠΠΑ 914/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ: «…σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως στο όνομα του ίδιου του καταθέτη και τρίτου ή τρίτων σε κοινό λογαριασμό, και ανεξαρτήτως του αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται, μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της καταθέσεως (τράπεζας ) αφετέρου, ενεργητική σε ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της κατάθεσης (ολικώς ή μερικώς) από έναν από τους δικαιούχους να γίνεται εξ ιδίου δικαίου, εάν δε αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής καταθέσεως από ένα μόνο δικαιούχο, επέρχεται απόσβεση της απαιτήσεως καθ’ ολοκληρίαν έναντι της Τράπεζας και ως προς τον άλλο, ήτοι το δικαιούχο, που δεν προέβη σε ανάληψη, ο οποίος ωστόσο αποκτά εκ του νόμου απαίτηση έναντι εκείνου, που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση, για την καταβολή ποσού ίσου προς το μισό της καταθέσεως, εκτός εάν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα επί ολοκλήρου του ποσού ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής εκ μέρους αυτού, ο οποίος δεν έκανε ανάληψη του ποσού (ΑΠ 877/2008 ΔΕΕ 2008.1269)». Κατά την ΕιρΑθ 1622/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ: «…Περαιτέρω και όσον αφορά τις μεταξύ των περισσοτέρων καταθετών σχέσεις αυτές ρυθμίζονται αρχικά από τον παραπάνω νόμο 5968/1932. Ο συνδικαιούχος που δεν έλαβε την κατάθεσή του, μπορεί να στραφεί κατά του ετέρου συνδικαιούχου, που έλαβε το σύνολο της κατάθεσης, αναγωγικά, επιδιώκοντας την καταβολή της αναλογίας του μεριδίου του σε αυτόν, διότι αποκτά από το νόμο απαίτηση (ΑΠ 593/92 Ελλνη 36 607-ΑΠ 965/92 ΕλλΔνη 35 1509). Εκτός από τον παραπάνω νόμο, οι σχέσεις μεταξύ των περισσότερων συνδικαιούχων του λογαριασμού μπορούν, να ρυθμίζονται και με βάση τις εσωτερικές τους συμφωνίες, που αποδεικνύει αυτός που τις επικαλείται και κατά τις οποίες μπορεί, να ρυθμιστεί διαφορετικά η έκταση του δικαιώματος κατ αρθρ. 493 ΑΚ (ΕφΑθ 4238/89 ΕλλΔνη 33, 192-ΕφΔυτΜακ 31/2006 Αρμ 2006, 1449- ΠΠρΛαρ 150/99 ΑρχΝ 2001 823)».

[5] Βλ. ΑΠ 1812/2007, ΔΕΕ 2008, σελ. 65, ΜονΠρΘεσσ 8588/2012, Αρμ 2013, σελ. 262.

[6] Βλ. ΑΠ 782/2014, ΧρΙΔ 2014, σελ. 875, ΑΠ 1487/2008, ΧρΙΔ 2009, σελ. 306, ΑΠ 769/2004, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[7] Βλ. ΜονΠρΘεσσ 8588/2012, Αρμ. 2013, σελ. 262, ΑΠ 1812/2007, ΔΕΕ 2008, σελ. 65, ΑΠ 1915/1999, ΝοΒ 2000, σελ. 1407.

[8] Βλ. Πολυζωγόπουλο, στον ΑΚ Γεωργιάδη – Σταθόπουλο, τόμος Π΄, άρθρο 451, αριθ. 2.

[9] Βλ. ΠΠΑ 2893/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΠρΘεσσ 8588/2012, Αρμ 2013, σελ. 262, ΑΠ 1812/2007, ΔΕΕ 2008, σελ. 65, ΕφΑθ 4725/2001, ΕλλΔνη 2003, σελ. 254. Πρβλ. και ΕφΔωδ 348/2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[10] Βλ. ΕιρΑθ 1622/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[11] Βλ. ΜΠΑ 2321/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[12] «…το γεγονός, ότι ο ενάγων εκχώρησε στην τράπεζα το δικαίωμα, να χρεώνει μονομερώς οποιονδήποτε λογαριασμό του, προς εξόφληση ανεξόφλητης και ληξιπρόθεσμης οφειλής του, δεν σημαίνει ότι ο ενάγων εκχώρησε στην τράπεζα και το εκ του νόμου υπάρχον δικαίωμά του, να πληροφορείται το γεγονός αυτό, προηγούμενα. Εφόσον, δηλαδή, η εναγομένη υποστηρίζει ότι άσκησε δικαίωμα μονομερούς δήλωσης συμψηφισμού, του ποσού των 50,00€, που είχε καταθέσει τρίτος στον λογαριασμό του ενάγοντα, αφενός θα έπρεπε (σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην μείζονα πρόταση) να γνωστοποιήσει εκ των προτέρων την βούλησή της αυτή στον ενάγοντα. Αφετέρου, θα έπρεπε να αποδεικνύει την εκ μέρους της γνωστοποίηση αυτή στον ενάγοντα, με έγγραφό της, βεβαίας χρονολογίας, το οποίο και θα έπρεπε να αποστείλει στον ενάγοντα, πριν προβεί στην ανάληψη του παραπάνω ποσού από τον λογαριασμό του. Ο ενάγων αρνείται, ότι η εναγομένη τον ειδοποίησε εγγράφως ή ακόμη και προφορικά, για το γεγονός. Δεν αποδεικνύεται, δε, ότι η εναγομένη γνωστοποίησε στον ενάγοντα την ενάσκηση του παραπάνω δικαιώματός της. Σύμφωνα, δηλαδή, με τη θεωρία παραλαβής της δήλωσης βουλήσεως, που υιοθετείται από τον Α.Κ, η ενέργεια της εναγομένης και η βούλησή της, για συμψηφισμό, επιφέρει την νομική της ενέργεια, αφότου περιέλθει η δήλωση βουλήσεως στον ενάγοντα. Το εκ του νόμου δικαίωμα αυτό ο ενάγων δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι απεμπολεί, με βάση τον παραπάνω όρο της σύμβασης. Το εκ της σύμβασης δικαίωμα της εναγομένης, να ασκήσει μονομερώς το δικαίωμά της συμψηφισμού, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συμπεριλαμβάνει και τη μη γνωστοποίηση της δήλωσης βούλησής της στον ενάγοντα. Κάτι τέτοιο, δεν περιλαμβάνεται στον παραπάνω όρο της σύμβασης. Ακόμη και αν περιλαμβανόταν, όμως, θα ήταν σε κάθε περίπτωση καταχρηστικός όρος. Διότι, έτσι, εκτός από την μονομερή άσκηση βουλήσεως, εκ μέρους της τράπεζας και μόνο, σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα θεωρήσει η ίδια και μόνο εύλογο, χωρίς σύμπραξη του καταναλωτή- ενάγοντα, καταργείται το εκ του νόμου ελάχιστο μέρος υποχρέωσής της, έναντι του τελευταίου, προς γνωστοποίηση. Αφού, για να αναπτύξει αυτή, η μονομερής δήλωση βούλησης της τράπεζας, τις νόμιμες ενέργειές της, πρέπει να γνωστοποιηθεί προηγούμενα και να αποδεικνύεται η γνωστοποίηση αυτή προς τον καταναλωτή πελάτη της. Διαφορετικά, δεν αποτελεί «δήλωση βουλήσεως», αλλά «απλή βούληση», που δεν μπορεί να επιφέρει έννομες συνέπειες. Παράλληλα, η υποχρέωση γνωστοποίησης στον καταναλωτή, των ενεργειών της, εκ μέρους της εναγομένης, επιβάλλεται και από άλλους νόμους, όπως και από το ν. 2251/1994 περί καταναλωτή». Βλ. ΕιρΑθ 966/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[13] Βλ. ΠΠΑ 914/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[14] Βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΕρμηνΚΠολΔ, Οι τροποποιήσεις έως το ν. 2915/2001, άρθρο 982 αριθμ. 4-8.

[15] Βλ. ΜΠΑ 2321/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, με παραπομπή σε Δέλλιο, Γενικοί Όροι Συναλλαγών, 2013, αριθ. 238 επ..

[16] Βλ. Μπρίνια, Αναγκαστική Εκτέλεση, τόμος 3ος, παρ. 447,  σελ. 1313.

[17] Βλ. ΠΠΑ 914/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, με παραπομπή ως προς το ΙΚΑ σε Εγκύκλιο ΙΚΑ 16/6-2- 2001, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[18] Βλ. και Χ. Απαλαγάκη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, 2, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Άρθρα 591-1054, Νομική Βιβλιοθήκη, 4η έκδοση, 2016, σελ. 2648 επ. (υπό άρθρο 982).

[19] Βλ. ΕιρΑθ 582/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, με παραπομπή σε ΕφΑθ 6710/1979, ΝοΒ 28, σελ. 808, ΕφΑθ 9347/1990, ΕΕμπΔ 1991, σελ. 125, ΜονΠρΠατρ 2112/2009, 5704/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί