Η απαιτούμενη από τον ιατρό επιμέλεια σε περίπτωση διενέργειας αισθητικής επεμβάσεως
Ο ιατρός είναι υποχρεωμένος να δρα συμμορφούμενος προς τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσης πείρας (de lege artis) και επιδεικνύοντας ιδιαίτερα αυξημένη πρόνοια και επιμέλεια, ήτοι επιμέλεια ευρύτερη εκείνης που απαιτείται στις συναλλαγές κατά το άρθρο 330 ΑΚ. Σημειωτέον, συναφώς, ότι ο ιατρός ευθύνεται σε αποζημίωση για τη ζημία που υφίσταται ο ασθενής του εξαιτίας οιασδήποτε αμέλειάς του (ενν. του ιατρού), ακόμη και ελαφράς, τουτ’ έστιν σε κάθε περίπτωση παραμέλησης των υποχρεώσεων επιμελείας που, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, οφείλει να εκπληρώνει κατά την εκτέλεση των ιατρικών καθηκόντων του (βλ. ΑΠ 1270/1989 ΕλλΔνη 32/765, ΜονΠρΑθ 5361/1997 ΝοΒ 46/375). Ως δικαιολογητικός λόγος, δε, της αυξημένης αυτής επιμέλειας που αξιώνεται από τον ιατρό προβάλλεται τόσο η εγγενής επικινδυνότητα των ιατρικών πράξεων για την ανθρώπινη υγεία και ζωή, όσο και ο προσωπικός–εμπιστευτικός χαρακτήρας της σχέσεως που συνδέει τον ασθενή με τον ιατρό του.[1]
Περαιτέρω, για την αξιολόγηση της συμπεριφοράς ενός ιατρού ως προς την παρ’ αυτού επιδειχθείσα επιμέλεια, δέον όπως αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία στην τυχόν συνδρομή ειδικότητας στο πρόσωπο αυτού, η οποία αποτελεί λόγο βαρύτερης ευθύνης του, δεδομένου ότι η προσφυγή στις υπηρεσίες του ειδικού (“specialist”) – με βαρύτερη οικονομική επιβάρυνση του ασθενούς, κατά κανόνα – γίνεται ακριβώς λόγω της ειδικότητάς του αυτής και της συνεπακόλουθης πείρας του (βλ. ΠΠρΛαμ 191/2012, ΠΠρΘεσσαλ 24772/2010, ΠΠρΧαν 226/2009, ΠΠρΘεσσαλ 33096/2007, ΠΠρΘεσσαλ 8413/2005, ΑΠ 220/2003, ΑΠ 967/2001, ΑΠ 274/1999, ΕφΑθ 4995/2002, ΕφΑθ 7092/2001, ΕφΑθ 197/1988 ΑρχΝομ ΛΘ 1983.139). Εξάλλου, αν ο ιατρός κρίνει ότι, παρά την ειδικότητά του, δεν δύναται να ανταποκριθεί στις επιταγές της επιστήμης του, οφείλει να απόσχει από την ανάληψη του σχετικού εγχειρήματος. Εάν, μολαταύτα, το αναλάβει, φέρει ευθύνη για την εν λόγω ανάληψη, εφόσον μπορούσε να μην προβεί σε αυτή (βλ. ΠΠρΘεσσαλ 8413/2005, ΕφΑθ 197/1988 ΑρχΝ 39.139 ΕλλΔνη 29.1239).
Προσέτι, ειδικά στις ε π ε μ β α τ ι κ έ ς ιατρικές πράξεις, τα επίπεδα επιμέλειας που πρέπει να τηρούνται είναι έτι υψηλότερα, λόγω και της παντελούς αδυναμίας του ασθενούς να ασκήσει επιρροή στη διαδικασία της επέμβασης. Στις δε ε π ε μ β α τ ι κ έ ς ιατρικές πράξεις με κ α λ α ι σ θ η τ ι κ ό σκοπό, ειδικότερα, η επιβαλλόμενη επιμέλεια τυγχάνει έτι περαιτέρω αυξημένη.[2] Στο πλαίσιο αυτό, γίνεται δεκτό, μεταξύ άλλων, ότι σε περίπτωση διενεργείας αισθητικής επεμβάσεως, απαιτείται βιβλιογραφική ενημέρωση και κλινική εμπειρία ευρύτερη εκείνης του μέσου συνετού ιατρού που διενεργεί επεμβάσεις με θεραπευτικό σκοπό.[3]
Ανδρέας Ματσακάς
LL.M. Ποινικών Επιστημών
Advanced LL.M. Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
E-mail: info@efotopoulou.gr
[1] Βλ. Κ. Φουντεδάκη, Το πρόβλημα του αιτιώδους συνδέσμου στην ιατρική ευθύνη, ΕλλΔνη 1994.1226.
[2] Αναφορικά με τις πλαστικές επεμβάσεις προσώπου και την επιδεικτέα κατ’ αυτές επιμέλεια, συγκεκριμένα, αξίζει να μνημονευθεί επιπροσθέτως ότι, στο ελληνικό δίκαιο, η εικόνα του προσώπου προστατεύεται ως στοιχείο της προσωπικότητας του ατόμου (ΑΚ 57). Βλ. αναλυτικά Ι. Καράκωστα, Το δίκαιο της προσωπικότητας, Νομική Βιβλιοθήκη, 2012. Εξάλλου, λίγα στοιχεία της προσωπικότητας ενός ανθρώπου τον εξατομικεύουν τόσο, όσο η εικόνα του προσώπου του. Βλ. Μ. Κανελλοπούλου-Μπότη (Επίκουρη Καθηγήτρια στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο), Ενημέρωση και συναίνεση στην πλαστική κοσμητική χειρουργική προσώπου, ΕφΑΔ 3/2015, σελ. 195.
[3] Βλ. Φουντεδάκη, Αστική Ιατρική Ευθύνη, εκδ. 2003, σελ. 381 επ.