Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ορισμένο του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ

Το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ ορίζει ότι «Αναίρεση επιτρέπεται μόνο 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς».

Ο υπό κρίσιν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν παραβιάζονται κανόνες ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κανόνες που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις των κοινωνών του δικαίου, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων αυτών και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους, και όχι κανόνες δικονομικού δικαίου, ήτοι οι καθορίζοντες τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας[1]. Επί το ειδικότερον, λόγο αναίρεσης κατ’ άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ συνιστά η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία στοιχειοθετείται όταν λαμβάνει χώρα ψευδής ερμηνεία ή μη εφαρμογή ή εσφαλμένη εφαρμογή κανόνα δικαίου[2]. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή, λ.χ. με την υπαγωγή στον α΄ αντί του β΄ κανόνα δικαίου[3]. Με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Άλλως ειπείν, ελέγχεται εάν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή εάν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν.

Προσέτι, όπως γίνεται δεκτό για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, δεν εξαρκεί να μνημονεύονται ή να παρατίθενται και δη ενάριθμα[4] οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, καθώς και η νομική κρίση του δικαστηρίου για την έννοια αυτών, αλλά απαιτείται επιπλέον να εκτίθενται σαφώς και τα πραγματικά γεγονότα που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας (παραδοχές) και σε τι συνίσταται το σφάλμα της αποφάσεως περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του νόμου[5]. Ενόψει τούτων, για το ορισμένο του ως άνω αναιρετικού λόγου, δεν αρκεί η παράθεση στο αναιρετήριο της διατάξεως που φέρεται ότι παραβιάστηκε, της κατά τον αναιρεσείοντα έννοιας της διατάξεως αυτής, καθώς και της περί αυτής κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας και της δεκτής γενομένης από αυτό έννομης συνέπειας, αλλά πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο με σαφήνεια και πληρότητα και όχι αποσπασματικά οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτήν πραγματικά περιστατικά. Και τούτο, διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου[6].

Κατά τα γενόμενα δεκτά, λοιπόν, από τον Άρειο Πάγο, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, ή αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις στην απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συνακόλουθα της ορθότητας του διατακτικού. Μολαταύτα, η υποχρέωση του αναιρεσείοντος να εκθέτει στο αναιρετήριο «στην εντέλεια» τις ουσιαστικές (πραγματικές) παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας έχει επικριθεί τόσο από την ελληνική θεωρία[7] όσο και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου[8], το οποίο χαρακτηρίζει «τυπολατρική» την ακολουθούμενη από τον Άρειο Πάγο τακτική[9].

Κατά τις επισημάνσεις του Καλαβρού επί του ανωτέρω ζητήματος[10], η κρίση του ΕΔΔΑ ότι, και αν δεν αναφέρονται με πληρότητα οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας στο αναιρετήριο, τούτο δε βλάπτει, αφού για τη διαπίστωση των σχετικών παραδοχών ο Άρειος Πάγος θα μπορούσε να καταφύγει στην ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση που αποτελεί περιεχόμενο του φακέλου, στην ουσία συνιστά υπόμνηση της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο ο Άρειος Πάγος κατά την εξέταση των λόγων αναίρεσης επισκοπεί παραδεκτώς όλα τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης. Επομένως, η εφαρμογή του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ μπορεί ασφαλώς να έρθει σε επικουρία, όταν ο αναιρετικός λόγος παρουσιάζει ασάφειες ως προς την πληρότητα και σαφήνεια, με την οποία απαιτείται να αναφέρεται είτε η ιστορική βάση του αυτοτελούς ισχυρισμού (αγωγής, ένστασης κ.λπ.), όταν στο δικαστήριο της ουσίας αποδίδεται σφάλμα ως προς την κρίση του για το νόμω βάσιμο του ισχυρισμού, είτε οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, όταν στο δικαστήριο της ουσίας αποδίδεται σφάλμα ως προς την κρίση του για το ουσία βάσιμο του αυτοτελούς ισχυρισμού, αρκεί φυσικά ο λόγος αναίρεσης να μνημονεύει τη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, καθώς επίσης και το σφάλμα ειδικότερα του δικαστηρίου της ουσίας. Άλλωστε, αν σκοπός της διάταξης του άρθρου 562 παρ. 4 ΚΠολΔ είναι να «εξυπηρετεί την απονομήν του δικαίου, διότι δεν είναι ορθόν να μένη άθικτος εσφαλμένη απόφαση εκ του ότι δεν επροτάθη ο προσήκων λόγος αναιρέσεως», τότε a fortiori επιβάλλεται να εφαρμόζεται η διάταξη, οσάκις από το συνδυασμό του αορίστως από τον αναιρεσείοντα προτεινόμενου λόγου αναίρεσης με τα επιτρεπτώς κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα (όπως λ.χ. αγωγή ή προσβαλλόμενη απόφαση), συνάγεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρουσιάζει πλημμέλεια. Η απόρριψη του λόγου αναίρεσης ως αορίστου και η μη χρήση της δυνατότητας που παρέχει το άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ καθιστά χωρίς περιεχόμενο τη διάταξη αυτή, προεχόντως, δε, ματαιώνει το σκοπό της πολιτικής και ειδικότερα της αναιρετικής δίκης.

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. Χ. Απαλαγάκη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Άρθρα 1-590, Νομική Βιβλιοθήκη, 4η έκδοση, 2016, σελ. 1405 επ. (υπό άρθρο 559), Κ. Φ. Καλαβρό, Η αναίρεση κατά τον ΚΠολΔ, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2009, σελ. 70 επ. (υπό άρθρο 559), αμφότεροι με περαιτέρω εκτενείς θεωρητικές και νομολογιακές παραπομπές, και εκ της νομολογίας ενδεικτικά ΑΠ 405/2004, Δ 2005, σελ. 318, ΑΠ 159/2004, ΕλλΔνη 2004, σελ. 1605. Κατά την έννοια της υπό κρίσιν διάταξης, ουσιαστικό δίκαιο είναι κάθε κανόνας που συγκροτεί τη «μείζονα» σκέψη του νομικού συλλογισμού στην προσβαλλόμενη απόφαση, ανεξάρτητα από τον τύπο που καθιερώθηκε. Βλ. έτσι Χ. Α. Κανέλλο, Η αναίρεση [Κατά τον Κ. Πολ. Δ.], Εκδοτικός Οίκος: Αφοί Π. Σάκκουλα, Αθήνα – Σανταρόζα 1Δ, 1990, σελ. 63.

[2] Βλ. Χ. Απαλαγάκη, όπ.π., σελ. 1409.

[3] Βλ. Μαργαρίτη σε Κεραμέα, Κονδύλη, Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Ι, 1-590, Εκδόσεις Σάκκουλα/Αθήνα-Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα/Αθήνα-Κομοτηνή, Δίκαιο & Οικονομία/ Π. Ν. Σάκκουλας, σελ. 1000 επ. (υπό άρθρο 559), με παραπομπή σε ΟλΑΠ 36/1988, ΕλλΔνη 1989, σελ. 1153.

[4] Η νομολογία του Αρείου Πάγου, η οποία απαιτεί για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ να μνημονεύεται η παραβιασθείσα διάταξη, σημαίνει ότι το Ακυρωτικό μας Δικαστήριο δεν εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον κανόνα δικαίου, αν δεν επικαλεσθεί ο αναιρεσείων την παραβίασή του, έστω και αν στην αναίρεση αναφέρονται οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, με τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου. Άλλως ειπείν, ο Άρειος Πάγος αρνείται στην περίπτωση αυτή την εφαρμογή του κανόνα iura novit curia, τον οποίο όμως κανόνα εφαρμόζει σε έτερες περιπτώσεις στην αναιρετική δίκη, όπως λ.χ. όταν λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη το νόμο για την υποστήριξη της προσβαλλόμενης απόφασης και απόρριψη του λόγου αναίρεσης στην περίπτωση του άρθρου 578. Μάλιστα, όπως επισημαίνεται από τον Κ. Φ. Καλαβρό, όπ.π., σελ. 109-131, η στάση αυτή του Αρείου Πάγου είναι ανακόλουθη σε σχέση με ορισμένες άλλες θέσεις του, όπως για παράδειγμα ότι η παντελής έλλειψη μείζονος πρότασης δε θεμελιώνει λόγο αναίρεσης ή ότι στην περίπτωση του λόγου του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ δεν απαιτείται να μνημονεύεται η εκ πλαγίου παραβιασθείσα διάταξη νόμου. Η υπό κρίσιν θέση του Αρείου Πάγου είναι και αυστηρή, αφού υπό το πρίσμα του ορισμένου του λόγου αναίρεσης του αριθμ. 1 του άρθρου 559 αξιώνεται από τον αναιρεσείοντα να αναφέρεται ρητώς και πανηγυρικώς η παραβιασθείσα διάταξη του ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έστω και αν αυτή δεν αναφέρεται στην ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση.

[5] Βλ. ΟλΑΠ 20/2005, ΕλλΔνη 2005, σελ. 710, ΑΠ 290/2013, ΝοΒ 61, σελ. 1576, ΑΠ 1078/2008, Δ 2008, σελ. 912 με παρατ. Γ. Μωράτη, ΑΠ 44/2005, Δ 2005, σελ. 766, ΑΠ 652/2005, Δ 2005, σελ. 1204, ΑΠ 1432/2004, ΕλλΔνη 2005, σελ. 741, ΑΠ 325/2004, ΕλλΔνη 2005, σελ. 1063. Βλ. εκτενώς σε Μαργαρίτη, όπ.π., σελ. 1008 επ.. Βλ. ακόμη Β. Α. Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνευτική – Νομολογιακή Ανάλυση (κατ’ άρθρο), Τόμος Γ΄, Άρθρα 478-681 Δ΄, Αθήνα 1995, σελ. 507-508 (υπό άρθρο 559).

[6] Βλ. ΑΠ 225/2005, Δ 2005, σελ. 1012 με παρατ. Κ.Ε.Μ., ΑΠ 201/2005, Δ 2005, σελ. 769, ΑΠ 99/2005, Δ 2005, σελ. 1025, ΑΠ 147/2005, Δ 2005, σελ. 1025, ΑΠ 378/2004, Δ 2005, σελ. 79, ΑΠ 356/2004, Δ 2005, σελ. 80, ΑΠ 459/2004, ΕΕργΔ 2005, σελ. 157.

[7] Βλ. ενδεικτικά Χ. Απαλαγάκη, όπ.π., σελ. 1410-1411, με περαιτέρω παραπομπές, καθώς και Κ. Φ. Καλαβρό, όπ.π., σελ. 109-131, με εκτενή ανάλυση και κριτική προσέγγιση του υπό κρίσιν ζητήματος.

[8] Βλ. τις αντίθετες αποφάσεις του ΕΔΔΑ επί του υπό κρίσιν ζητήματος στις υποθέσεις Ευσταθίου κατά Ελλάδος, 27.7.2006, ΝοΒ 54, σελ. 1170 επ. = Δ 38, σελ. 266 με παρατ. Ρήγου, Λιακόπουλος κατά Ελλάδος, 23.10.2006, και Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδος, 14.12.2006, ΝοΒ 55, σελ. 206.

[9] Βλ. ωστόσο  ΑΠ 859/2011, ΝοΒ 60, σελ. 332, κατά την οποία αρκεί να αναφέρονται «έστω και συνοπτικώς» οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου και ο εκ πλαγίου παραβιασθείς κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.

[10] Βλ. Κ. Φ. Καλαβρό, όπ.π., σελ. 124-125 και 130-131.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί