Είναι επιτρεπτή η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών σταθμών σε Γεωργική Γη Υψηλής Παραγωγικότητας (ΓΓΥΠ);
Το Σύνταγμα, όπως αναθεωρήθηκε το 2001, ορίζει στο άρθρο 24 ότι: «1. Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας. … 2. H χωρoταξική αναδιάρθρωση της Xώρας, η διαμόρφωση, η ανάπτυξη, η πoλεoδόμηση και η επέκταση των πόλεων και των oικιστικών γενικά περιoχών υπάγεται στη ρυθμιστική αρμoδιότητα και τoν έλεγχo τoυ Kράτoυς, με σκoπό να εξυπηρετείται η λειτoυργικότητα και η ανάπτυξη των oικισμών και να εξασφαλίζoνται oι καλύτερoι δυνατoί όρoι διαβίωσης. Οι σχετικές τεχνικές επιλογές και σταθμίσεις γίνονται κατά τους κανόνες της επιστήμης. Η σύνταξη εθνικού κτηματολογίου συνιστά υποχρέωση του Κράτους».
Όπως κρίνεται παγίως, «φυσικό περιβάλλον» εμπίπτον στην προστασία του άρθρ. 24 παρ. 1 του Συντάγματος αποτελούν όχι μόνο τα φυσικά οικοσυστήματα αλλά και τα τεχνητά, ιδίως δε η γεωργική γη, της οποίας η διατήρηση και ορθή διαχείριση είναι ουσιώδης όρος της βιώσιμης ανάπτυξης, ως αποτελούσα την αναντικατάστατη βάση του ανθρωπογενούς παραγωγικού συστήματος.[1] Τα αυτά ισχύουν, κατά μείζονα λόγο, προκειμένου περί της γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας (εφεξής και ως «ΓΓΥΠ»), της οποίας η διατήρηση και προστασία επιβάλλεται κατ’ αρχήν από την συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της βιώσιμου αναπτύξεως. Επομένως, κατά την άσκηση από το Κράτος της χωροταξικής πολιτικής και της οικιστικής αναπτύξεως, η οποία πρέπει να είναι σύμφωνη προς τους κανόνες που απορρέουν από την ανωτέρω συνταγματική αρχή, απαιτείται να προστατεύεται και να διατηρείται η γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας, η διαφύλαξη της οποίας εξυπηρετεί και αναπτυξιακούς στόχους[2].
Σε αρμονία με την συνταγματική επιταγή περί προστασίας της γεωργικής γης, το άρθρο 56 παράγρ. 6 περίπτ. α` του ν. 2637/1998[3], όριζε ότι: «Σε αγροτεμάχια που χαρακτηρίζονται από την οικεία Διεύθυνση Αγροτικής Ανάπτυξης ως αγροτική γη υψηλής παραγωγικότητας, απαγορεύεται η άσκηση οποιασδήποτε άλλης δραστηριότητας, εκτός από τη γεωργική εκμετάλλευση. Κάθε επέμβαση στις εκτάσεις αυτές, είτε για τη μεταβολή του προορισμού τους και τη διάθεσή τους για άλλες χρήσεις είτε για την εκτέλεση έργων ή τη δημιουργία εγκαταστάσεων ή παροχή άλλων εξυπηρετήσεων μέσα σε αυτές, έστω και χωρίς μεταβολή της κατά προορισμό χρήσης τους, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο και ενεργείται πάντοτε ύστερα από άδεια της οικείας Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης και μόνο για λόγους που εξυπηρετούν το γεωργικό χαρακτήρα της αγροτικής εκμετάλλευσης. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει εφόσον πρόκειται για την εκτέλεση στρατιωτικών έργων, που αφορούν την εθνική άμυνα της χώρας, καθώς και για την εκτέλεση μεγάλων αναπτυξιακών έργων του Δημοσίου και των Ο.Τ.Α. α΄ και β΄ βαθμίδας».
Εξάλλου κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 2 του άρθρου 56 του ν. 2637/1998 εκδόθηκε η με αρ. 168040/3.9.2010 κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΦΕΚ Β’ 1528/7.9.2010)(εφεξής ως «ΚΥΑ») με αντικείμενο τον καθορισμό των κριτηρίων ποιότητας και παραγωγικότητας, τη διαβάθμιση της γεωργικής γης σε ποιότητες και την κατάταξή της σε κατηγορίες παραγωγικότητας.
Ειδικότερα, η εν λόγω ΚΥΑ, εκδόθηκε για να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά και μόνο ως βάση για τον καθορισμό των γεωγραφικών ορίων της αγροτικής γης υψηλής παραγωγικότητας και την έκδοση της κοινής υπουργικής απόφασης της παρ. 2 του άρθρου 56 του ν. 2637/1998 και ως εκ τούτου, δεν εφαρμόζεται ευθέως για τον κατά περίπτωση χαρακτηρισμό εκτάσεων κατά το μεταβατικό στάδιο από τις Διευθύνσεις Αγροτικής Ανάπτυξης[4]. Ωστόσο, η εν λόγω υπουργική απόφαση μπορεί να τύχει αναλογικής εφαρμογής και στις περιπτώσεις αυτές, καθ’ όσον περιλαμβάνει τους επιστημονικούς ορισμούς και τα κριτήρια για τον χαρακτηρισμό και την κατάταξη της γεωργικής γης σε ποιότητες.[5]
Σύμφωνα με την ως άνω υπουργική απόφαση:
- Ως Γεωργική (Αγροτική) Γη ορίζεται “το ανώτερο στρώμα του φλοιού της Γης το οποίον προήλθε από αποσάθρωση συνεπεία ατμοσφαιρικών και βιολογικών επιδράσεων, έχει ικανοποιητική περιεκτικότητα σε οργανική ουσία, υφίσταται την επίδραση του κλίματος και των μηχανικών μέσων καλλιέργειας και χρησιμεύει σαν πηγή θρεπτικών συστατικών και σαν στήριγμα των καλλιεργούμενων φυτών και των ζώων“.
- Ως Ποιότητα της Γεωργικής Γης ορίζεται: “η φυσική κατάσταση και η γονιμότητα της γης δηλαδή η δυνατότητα του εδάφους να ενεργεί ως ένα φυσικό μέσο για την αειφορική ανάπτυξη των καλλιεργούμενων φυτών ώστε να εξυπηρετούνται οι ανάγκες επιβίωσης των ανθρώπων και των ζώων“
- Ως Παραγωγικότητα της Γεωργικής Γης ορίζεται: “η αποδοτικότητα της Γεωργικής Γης για την παραγωγή οικονομικής σημασίας φυτικών προϊόντων συναρτήσει της ποιότητας της, των κλιματικών συνθηκών, των υποδομών και των τοπικών ιδιαιτεροτήτων κάθε περιοχής”[6].
Στο άρθρο 2 της ως άνω ΚΥΑ καθορίζονται οκτώ (8) Κριτήρια Ποιότητας (ΚΠ), με τις κατηγοριοποιήσεις τους, με τα οποία διαβαθμίζεται η Γεωργική (Αγροτική) Γη σε ποιότητες. Στο άρθρο 3, υπό τον τίτλο «Κριτήρια παραγωγικότητας (ΚΠαρ) και κατάταξη της Αγροτικής Γης σε κατηγορίες παραγωγικότητας», καθορίζονται τα Κριτήρια παραγωγικότητας (ΚΠαρ) με βάση τα οποία κατατάσσεται η Γεωργική (Αγροτική) Γη σε κατηγορίες παραγωγικότητας. Στον σχετικό πίνακα 2 ως πρώτο κατά σειρά κριτήριο ορίζεται: «Η άρδευση ή αρδευσιμότητα και τα εγγειοβελτιωτικά έργα (υπάρχοντα ή προγραμματιζόμενα)». Στο ίδιο ως άνω άρθρο ορίζονται περαιτέρω τα εξής: «Σύμφωνα με τα παραπάνω κριτήρια κατηγοριοποιείται η Γεωργική (Αγροτική) Γη, από άποψη παραγωγικότητας, στις παρακάτω, τρεις κατά φθίνουσα σειρά, κατηγορίες: 1. Γεωργική Γη Υψηλής Παραγωγικότητας 2. Γεωργική Γη Μέσης Παραγωγικότητας 3. Γεωργική Γη Απλή. Ο χαρακτηρισμός δε και η κατάταξη σε κατηγορίες Παραγωγικότητας της Γεωργικής (Αγροτικής) Γης, που απεικονίζεται στον Πίνακα του Παραρτήματος 2, γίνεται με την παρακάτω μεθοδολογία, συναρτήσει της Ποιότητας της και των καθορισθέντων Κριτηρίων Παραγωγικότητας: α. … β. Η ύπαρξη και μόνο ενός οποιουδήποτε από τα πέντε πρώτα Κριτήρια Παραγωγικότητας (ΠΙΝΑΚΑΣ 2), σε οποιαδήποτε περίπτωση ποιότητας, χαρακτηρίζει τη Γεωργική Γη ως υφιστάμενη Γεωργική Γη Υψηλής Παραγωγικότητας …»
Εξαίρεση ωστόσο για τη χρήση της ΓΓΥΠ εισήλθε με το ν. 3851/2010 «Επιτάχυνση της ανάπτυξης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και άλλες διατάξεις σε θέματα αρμοδιότητας του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής» όπου είχε επιτραπεί υπό προϋποθέσεις η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών και άλλων τεχνολογιών ΑΠΕ σε Γεωργική Γη Υψηλής Παραγωγικότητας (ΓΓΥΠ)[7].
Η ρύθμιση αυτή επήλθε, καθώς σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 3851/2010 «το θέµα εγκατάστασης Α.Π.Ε. σε αγροτεµάχια που χαρακτηρίζονται ως Γεωργική Γη Υψηλής Παραγωγικότητας (ΓΓΥΠ), ρυθμίζεται δεδοµένου ότι οι Α.Π.Ε. δεν εµφανίζουν λειτουργικές ασυµβατότητες µε τη ΓΓΥΠ. Επειδή ωστόσο ειδικά οι φωτοβολταϊκοί σταθµοί παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας µπορεί να καταλαµβάνουν συνεχείς και εκτενείς εκτάσεις, προβλέπονται ως προς αυτούς αυστηρότερες διατάξεις και απαγορεύεται πλήρως η εγκατάστασή τους στις ΓΓΥΠ της Αττικής. Με δεδοµένο δε ότι ως ΓΓΥΠ «…νοείται µείζων εδαφική έκταση η οποία,….. παρουσιάζει αναλογικώς υψηλή απόδοση σε παραγόµενα προϊόντα»[8], η συνταγµατική και περιβαλλοντική επιταγή για προστασία της ΓΓΥΠ εξυπηρετείται αν διαφυλαχθεί ο µείζων χαρακτήρας της έκτασης και η αναλογικά υψηλότερη απόδοσή της. Η σχετική κάλυψη, στο βαθµό που δεν αφορά σηµαντικό ποσοστό της µείζονος έκτασης που είναι ΓΓΥΠ, δεν αλλοιώνει το χαρακτήρα της ΓΓΥΠ ούτε ελαστικοποιεί την προστασία της. Τέλος, σηµειώνεται ότι οι επιπτώσεις της εγκατάστασης φωτοβολταϊκών σε µια έκταση που είναι ή έχει τα χαρακτηριστικά ΓΓΥΠ, είναι πλήρως αντιστρέψιµες και µετά την αποξήλωση τους (λόγω λήξης της λειτουργίας ή σε έκτακτες ανάγκες) η γη που είχε καταληφθεί µπορεί να αξιοποιηθεί πλήρως. Ακριβώς για τη διασφάλιση της αντιστρεψιµότητας των επιπτώσεων, παρέχεται κατάλληλη εξουσιοδοτική διάταξη ώστε µε κοινή υπουργική απόφαση να µπορεί να τίθενται σχετικοί γενικοί όροι (π.χ. να ορίζεται ότι η στήριξη των εγκαταστάσεων γίνεται µε υπερκείµενες του εδάφους κατασκευές από µπετόν, να ορίζεται ελάχιστο βάθος για τις εκσκαφές κ.λπ.). Συνοψίζοντας, η αξιοποίηση περιορισμένου ποσοστού εκτάσεων ΓΓΥΠ για την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών συστημάτων δεν προκαλεί µη αντιστρέψιμες επιπτώσεις, συμβάλει στη βελτίωση της απόδοσης των εδαφών και έχει σηµαντικά παράπλευρα περιβαλλοντικά οφέλη πέραν της αξιοποίησης της ηλιακής ενέργειας.»
Πλην όμως, παρά την ως άνω πρόβλεψη η δυνατότητα εγκατάστασης φωτοβολταϊκών σταθμών σε ΓΓΥΠ, με την τροπολογία που περιελήφθη στο άρθρο 21 του Ν. 4015/2011 του υπουργείου Γεωργίας έπαυσε να ισχύει μέχρι να εκδοθεί η σχετική κοινή υπουργική απόφαση. Με αυτό λοιπόν τον τρόπο η ρύθμιση για την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών στ ΓΓΥΠ κατέστη κατ’ ουσίαν ανενεργή. [9]
Ο «Σύνδεσμος Εταιρειών Φωτοβολταϊκών»[10] εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του στην ως άνω νομοθετική ρύθμιση του ν. 4015/2011. Συγκεκριμένα αναφέρει στις δημοσιευμένες προτάσεις του περί «Απλοποίηση διαδικασιών αδειοδότησης φωτοβολταϊκών, καταπολέμηση της γραφειοκρατίας και άλλες διατάξεις – Ιούλιου 2017» τα κάτωθι[11]:
«Με το Ν.4015/2011 απαγορεύεται η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών σε γαίες υψηλής παραγωγικότητας. Όλες όμως οι αρδευόμενες εκτάσεις θεωρούνται γαίες υψηλής παραγωγικότητας, οπότε η εγκατάσταση φωτοβολταϊκού από επαγγελματία αγρότη για να καλύψει τη ζήτηση μιας αντλίας στο χωράφι του ή από έναν Γενικός Οργανισμός Εγγείων Βελτιώσεων (ΓΟΕΒ) ή Τοπικοί Οργανισμοί Εγγείων Βελτιώσεων (ΤΟΕΒ) για τις ανάγκες ενός αντλιοστασίου είναι πρακτικά αδύνατη. Σημειωτέον ότι η γεωργική έκταση που μένει ακαλλιέργητη είναι 125,5 φορές μεγαλύτερη από την έκταση που δεσμεύουν όλα τα φωτοβολταϊκά που έχουν εγκατασταθεί στη χώρα μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ1, η γεωργική γη στην Ελλάδα ανέρχεται σε 36,8 εκατ. στρέμματα, εκ των οποίων καλλιεργούνται τα 31,7 εκατ. στρέμματα. Αυτό σημαίνει ότι τα εγκατεστημένα σήμερα φωτοβολταϊκά δεσμεύουν το 0,1% της γεωργικής γης ή αλλιώς το 0,03% της έκτασης της χώρας.»
Εξάλλου, σύμφωνα με τη νομολογία του ΣτΕ, ενώ η συνταγματική επιταγή κρίνει ως ασυμβίβαστες ορισμένες χρήσεις σε γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας[12], εν τούτοις η αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης καθιστά θεμιτές, ίσως μάλιστα και επιβεβλημένες παρεκκλίσεις ή αποκλίσεις από την προστασία του περιβάλλοντος (και κατ’ επέκταση παρεκκλίσεις ή αποκλίσεις από την προστασία της γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας), εφόσον σταθμίζονται και άλλοι παράγοντες αναγόμενοι στο γενικότερο εθνικό δημόσιο και κοινωνικό συμφέρον με τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η βιώσιμη ανάπτυξη, δηλαδή η ανάπτυξη που δεν οδηγεί, μεταξύ άλλων, σε εξάντληση των φυσικών πόρων και σε επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης των πολιτών.[13]
Τέτοιοι μάλιστα λόγοι δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος φαίνεται να εμπεριέχονται στον πρόσφατο ν.4414/2016 «Νέο καθεστώς στήριξης των σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και Συμπαραγωγή Ηλεκτρισμού και Θερμότητας Υψηλής Απόδοσης – Διατάξεις για το νομικό και λειτουργικό διαχωρισμό των κλάδων προμήθειας και διανομής στην αγορά του φυσικού αερίου και άλλες διατάξεις».
Ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 4414/2016 προβλέπεται ότι ο σκοπός του νόμου είναι: «α. Η ανάπτυξη νέου καθεστώτος στήριξης των σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε) και από Συμπαραγωγή Ηλεκτρισμού και Θερμότητας Υψηλής Απόδοσης (Σ.Η.Θ.Υ.Α.) συμβατού με τις «Κατευθυντήριες Γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στους τομείς του περιβάλλοντος και της ενέργειας (2014- 2020)» (ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής EE C200/28.6.2014).β. Η αναμόρφωση του καθεστώτος στήριξης της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. προκειμένου να επιτευχθεί η σταδιακή ενσωμάτωση και συμμετοχή των σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε και Σ.Η.Θ.Υ.Α. στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας με τον βέλτιστο τρόπο σε επίπεδο κόστους-οφέλους για την κοινωνία.γ. Η αξιοποίηση του εγχώριου δυναμικού ηλεκτροπαραγωγής από Α.Π.Ε., κατά προτεραιότητα, με στόχο την προστασία του περιβάλλοντος, τη διαφοροποίηση του εθνικού ενεργειακού μίγματος, την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού και την ενίσχυση και ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας.δ. Η επίτευξη των εθνικών ενεργειακών στόχων, που προβλέπονται στο ν. 3468/2006 (A` 129), όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3851/2010 (Α` 85) με τον οποίο εναρμονίστηκε η ελληνική νομοθεσία με την Οδηγία 2009/28/ΕΚ, ως προς τη συμμετοχή της ενέργειας που παράγεται από Α.Π.Ε. στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας στη χώρα μέχρι το έτος 2020.ε. Η ανάπτυξη και εφαρμογή του καθεστώτος στήριξης της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε. στο πλαίσιο της ενιαίας πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, και την επίτευξη του στόχου συμμετοχής των Α.Π.Ε. στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας.στ. Η υποστήριξη της λειτουργίας των σταθμών Σ.Η.Θ.Υ.Α., η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης και η εξοικονόμηση πρωτογενούς ενέργειας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ν. 3734/2009 (Α`8) και στο ν. 4342/2015 (Α`143), με τις διατάξεις των οποίων εναρμονίσθηκε η ελληνική νομοθεσία με τις Οδηγίες 2004/8/ΕΚ και 2012/27/ ΕΕ, αντίστοιχα.» Συνεπώς και βάσει των προεκτεθέντων, κρίνεται αναγκαίο να σταθμιστούν τα κοινωνικά και δημόσια οφέλη που προέρχονται από τη χρήση των φωτοβολταϊκών σταθμών για να διαπιστωθεί κατά πόσο η απαγόρευση εγκατάστασής τους σε γαίες υψηλές παραγωγικότητας είναι ή όχι σύμφωνη με την προστασία του περιβάλλοντος.
Κωνσταντίνα Γ. Δαϊλάκη
Δικηγόρος, MSc in Energy Law
info@efotopoulou.gr
[1] Κατά τα εκτιθέμενα στην εισηγητική έκθεση του ν. 2945/2001 “Εθνικό σύστημα προστασίας της αγροτικής δραστηριότητας και άλλες ρυθμίσεις θεμάτων αρμοδιότητας του Υπουργείου Γεωργίας (ΦΕΚ 223/Α/8-10-2001)”, στην Ελλάδα, «με τον έντονα αγροτικό χαρακτήρα, το ειδικό βάρος της γεωργίας στην εθνική οικονομία είναι ιδιαίτερα σημαντικό, αφού προσφέρει εισόδημα και απασχόληση σε σημαντικό τμήμα του παραγωγικού πληθυσμού. Η … συμβολή της γεωργίας στην εν γένει ανάπτυξη του τόπου δεν αναφέρεται μόνο στην παραγωγή των τροφίμων και πρώτων υλών και των αγροτικών εν γένει προϊόντων, αφού κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις μπορεί να συμβάλει θετικά στην περιφερειακή ανάπτυξη, στην ποιότητα ζωής, στην προστασία του περιβάλλοντος και στην οικονομική και κοινωνική συνοχή του τόπου. ……».
[2]Βλτ. ΣτΕ 1433/2017 ΣΕ 3375/2015, 4534/2013, 3181/2004 7μ., 3489/2001, 3698/2000 7μ., 4815, 2303/1998, κ.ά., Π.Ε. 152/2011, 113/2010, 636/2002, 633/2002 κ.ά.
[3] Όπως η παράγρ. αυτή είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 25 παράγρ. 37 του ν. 2945/2001 «Εθνικό σύστημα προστασίας της αγροτικής δραστηριότητας κλπ» (Α` 223)
[4] Βλτ. εδάφιο β΄ του άρθρου 1 με αρ. 168040/3.9.2010 κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΦΕΚ Β 1528/7.9.2010), που προστέθηκε με το άρθρο 1 της ΥΑ 073710/2011 (ΦΕΚ Β΄ 555/8.4.2011)
[5] Βλτ. 2487/2017 ΣΤΕ
[6] Βλτ. άρθρο 1 της με αρ. 168040/3.9.2010 κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΦΕΚ Β 1528/7.9.2010)
[7] Σύμφωνα με το άρθρο. 9 παρ. 7 του ν. 3851/2010 η άρση της απαγόρευσης δεν ισχύει για την περιοχή της Αττικής καθώς και περιοχές της Επικράτειας που έχουν ήδη καθοριστεί ως αγροτική γη υψηλής παραγωγικότητας από εγκεκριμένα Γενικά Πολεοδομικά Σχέδια (Γ.Π.Σ.) ή Σχέδια Χωρικής Οικιστικής Οργάνωσης Ανοιχτής Πόλης (Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π.) του ν. 2508/1997 (ΦΕΚ 124 Α`), καθώς και Ζώνες Οικιστικού Ελέγχου (Ζ.Ο.Ε.) του άρθρου 29 του ν. 1337/1983 (ΦΕΚ 33 Α`), εκτός αν διαφορετικά προβλέπεται στα εγκεκριμένα αυτά σχέδια. Πιο συγκεκριμένα, με το ως άνω άρθρο προβλέφθηκε «η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκούς σταθμούς σε αγροτεμάχια που χαρακτηρίζονται ως αγροτική γη υψηλής παραγωγικότητας. Στην περίπτωση αυτή η άδεια χορηγείται μόνον αν οι φωτοβολταϊκοί σταθμοί για τους οποίους έχουν ήδη εκδοθεί άδειες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ή, σε περίπτωση απαλλαγής, δεσμευτικές προσφορές σύνδεσης από τον αρμόδιο Διαχειριστή, καλύπτουν εδαφικές εκτάσεις που δεν υπερβαίνουν το 1% του συνόλου των καλλιεργούμενων εκτάσεων του συγκεκριμένου νομού. Για την εφαρμογή της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου χρησιμοποιούνται τα στοιχεία της Ετήσιας Γεωργικής Στατιστικής Έρευνας του έτους 2008 της Γενικής Γραμματείας της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδας. Για τον υπολογισμό της κάλυψης λαμβάνεται υπόψη η οριζόντια προβολή επί του εδάφους των φωτοβολταϊκών στοιχείων. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής είναι δυνατόν να ορίζονται όροι και προϋποθέσεις για την εγκατάσταση σταθμών Α.Π.Ε. σε αγροτεμάχια που χαρακτηρίζονται ως αγροτική γη υψηλής παραγωγικότητας, περιλαμβανομένων της μέγιστης κάλυψης εδάφους ανά σταθμό, των ελάχιστων αποστάσεων από τα όρια του γηπέδου του σταθμού, περιορισμών στον τρόπο θεμελίωσης και υποχρεώσεων για την αποκατάσταση του γηπέδου μετά την αποξήλωση των μονάδων ηλεκτροπαραγωγής από Α.Π.Ε..»
[8] Βλτ. ΣτΕ 4815/1998, 2303/1998, 5354/1995, 1094/1988, 1091/1988
[9] Σύμφωνα με το άρθρο 21 του Ν. 4015/2011 : “1″ Οι διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 56 του ν. 2637/1998, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με την παράγραφο 37 του άρθρου 24 του ν. 2945/2001 και τροποποιήθηκαν με την παρ. 7 του άρθρου 9 του ν. 3851/2010 (Α` 85), αρχίζουν να ισχύουν δέκα ημέρες μετά τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της κοινής απόφασης των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, που εκδίδεται κατά τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 56. Συμβολαιογραφικές πράξεις που συντάχθηκαν μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος και αφορούν εκτάσεις του άρθρου 56 του ν. 2637/1998, είναι έγκυρες και ισχυρές εφόσον δεν ακυρώθηκαν με αμετάκλητη δικαστική απόφαση.” Για το λόγο αυτό με το άρθρο 39 παρ. 8 του Ν. 4062/2012 εξαιρέθηκαν από το άρθρο 21 του ν. 4015/2011: Α) Οι φωτοβολταϊκοί σταθμοί, για τους οποίους είχαν υποβληθεί αιτήματα για χορήγηση Προσφοράς Σύνδεσης, μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 3851/2010 (4.6.2010) και μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 4015/2011 (21.9.2011) και Β) οι λοιποί σταθμοί τεχνολογιών ΑΠΕ. Με την παρ. 10 του άρθρου 39 του Ν. 4062/2012 χορηγήθηκε επίσης η δυνατότητα ανανέωσης της οριστικής προσφοράς σύνδεσης, εφόσον αυτή είχε λήξει μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4015/2011 ή λήγει εντός τριών μηνών από τη δημοσίευση του Ν. 4062/2012.Περαιτέρω, με το άρθρο 3 του ν. 4203/2013, όπως αντικαταστάθηκε με την υποπαρ. ΙΓ.8 περ. 16 άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014, ορίζεται πλέον η δυνατότητα μεταφοράς θέσης εγκατάστασης άπαξ, εφόσον μετά τη χορήγηση της άδειας παραγωγής ή της Προσφοράς Σύνδεσης για σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ ή ΣΗΘΥΑ, μεταβάλλεται το νομικό ή κανονιστικό πλαίσιο χωροθέτησης με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εγκατάσταση του σταθμού στη θέση που είχε αρχικά προβλεφθεί. [Βλτ. σελ. 215 Δίκαιο της Ενέργειας, Θ. Φορτσάκης, Ν. Φαραντούρης, Νομική Βιβλιοθήκη (2016)]
[10] Ο ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΩΝ ΦΩΤΟΒΟΛΤΑΪΚΩΝ (www.helapco.gr) είναι αστική μη κερδοσκοπική εταιρία που ιδρύθηκε το 2002 από τις σημαντικότερες εταιρίες που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή εξοπλισμού, την εμπορία, εγκατάσταση και συντήρηση φωτοβολταϊκών συστημάτων. Εργάζεται για τη γοργή και ουσιαστική ανάπτυξη μιας υγιούς και βιώσιμης αγοράς φωτοβολταϊκών, τη θέσπιση των απαραίτητων κινήτρων και την άρση των εμποδίων που υπάρχουν σήμερα στην αξιοποίηση του εθνικού καυσίμου της χώρας, της ηλιακής ακτινοβολίας. Έχει συμβάλει τα μέγιστα στη θέσπιση εγγυημένων τιμών πώλησης της παραγόμενης ηλιακής ενέργειας (feed-in-tariffs), στη θέσπιση ειδικών κινήτρων για τα οικιακά φωτοβολταϊκά, στην προώθηση της αυτοπαραγωγής και στην απλοποίηση των διαδικασιών αδειοδότησης.
[11] Βλτ. στην επίσημη ιστοσελίδα του ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΕΤΑΙΡΙΩΝ ΦΩΤΟΒΟΛΤΑΪΚΩΝ (www.helapco.gr)
[12] Για παράδειγμα σύμφωνα με την με αρ. 2923/2011 ΣΤΕ η κατοικία είναι ασυμβίβαστη με τη χρήση της ΓΓΥΠ, δεδομένου ότι η κατοικία είναι ανταγωνιστική προς τη γεωργική χρήση και οδηγεί σε μεταβολή του χαρακτήρα των γεωργικών εκτάσεων.
[13] Βλτ. ΣτΕ: 357/2016, 207/2016, 699/2016, 700/2016, 1856/2016, ΣτΕ (ΟΛΟΜ): 2996/2014, 3920/2010