Έννομο συμφέρον προς άσκηση αναίρεσης (556 ΚΠολΔ)
Το άρθρο 556 ΚΠολΔ ορίζει ότι «1. Δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήταν διάδικοι. 2. Αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον»[1].
Ως συνάγεται από τη διάταξη της παρ. 2 του ανωτέρω άρθρου, ο αναιρεσείων διάδικος δεν αρκεί να νομιμοποιείται μόνο με βάση την ιδιότητά του αφηρημένως σε άσκηση αναίρεσης, αλλά πρέπει επιπλέον – όπως σε κάθε αίτηση δικαστικής προστασίας κατ’ άρθρο 68 ΚΠολΔ – να διαθέτει και έννομο συμφέρον για την προσβολή της απόφασης. Έτσι, η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος ανάγεται σε αυτοτελή διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης που εξετάζεται σε κάθε στάση της δίκης και αυτεπαγγέλτως, αρκεί να προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας[2]. Το έννομο συμφέρον πρέπει, όπως και στη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, να είναι άμεσο και ενεστώς, ως διαδικαστική δηλαδή προϋπόθεση να υφίσταται τόσο κατά το χρόνο άσκησης, όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αναίρεσης[3]. Μάλιστα, το έννομο συμφέρον δέον όπως συντρέχει για όλους τους εισφερόμενους λόγους αναίρεσης κατ’ άρθρο 559 ΚΠολΔ[4].
Η ύπαρξη ή η ανυπαρξία του εννόμου συμφέροντος κρίνεται από την πλημμέλεια που αποδίδεται με το αναιρετήριο στην προσβαλλόμενη απόφαση και από τη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από την πλημμέλεια αυτή. Έτσι, το έννομο συμφέρον για την άσκηση αναίρεσης θεμελιώνεται στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ο οποίος με την αναίρεση επιδιώκει να ανατρέψει τη σε βάρος του επιβλαβή συνέπεια[5]. Για το ορισμένο, επομένως, του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, είναι απαραίτητο να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα περιστατικά, από τα προκύπτει η ως άνω βλάβη, διαφορετικά ο λόγος της αναίρεσης είναι αόριστος[6]. Η βλάβη αυτή προκαλείται από την απώλεια της δίκης για τον παραπονούμενο διάδικο και προκύπτει από τη σύγκριση των αιτημάτων με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης[7]. Εάν ληφθεί δε υπόψη ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, δικαίωμα αναίρεσης μπορεί να έχει και ο νικήσας διάδικος (ήτοι εκείνος του οποίου οι αιτήσεις έγιναν δεκτές από το δικαστήριο), αρκεί να έχει έννομο συμφέρον προς τούτο, μπορεί να διατυπωθεί ο γενικότερος κανόνας, ότι η βλάβη ως θεμελιωτικό στοιχείο του εννόμου συμφέροντος για άσκηση αναίρεσης κρίνεται από το περιεχόμενο της απόφασης, που παράγει δέσμευση (δεδικασμένο, διαπλαστική ενέργεια) ή εκτελεστότητα, ήτοι παράγει δυσμενείς συνέπειες σε βάρος του αναιρεσείοντος[8].
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 556 παρ. 1 ΚΠολΔ, η βλάβη ως θεμελιωτικό στοιχείο του εννόμου συμφέροντος για την άσκηση αναίρεσης κρίνεται από την εν όλω ή εν μέρει ήττα του διαδίκου. Πότε είναι ηττηθείς ο διάδικος, είναι ζήτημα, το οποίο σχετίζεται και με τη θέση του ως ενάγοντος ή εναγομένου, εκκαλούντος ή εφεσίβλητου στη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ειδικότερα, ο ενάγων είναι ηττηθείς και άρα φέρει έννομο συμφέρον για την άσκηση αναιρέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, όταν από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι απορρίφθηκαν εν όλω ή εν μέρει τα αιτήματά του, όταν δηλαδή υπάρχει απόκλιση μεταξύ των αιτήσεων που υποβλήθηκαν από αυτόν στο δικαστήριο και του διατακτικού της απόφασης. Κατ’ άλλη διατύπωση, εάν ηττήθηκε ή όχι κρίνεται από το δυνάμενο να αναχθεί σε δεδικασμένο περιεχόμενο της απόφασης σε σύγκριση με τις υποβληθείσες από αυτόν αιτήσεις. Έννομο συμφέρον για άσκηση αναίρεσης δικαιολογείται και όταν η αγωγή γίνεται εν μέρει δεκτή ή όταν η αγωγή απορρίπτεται ως αβάσιμη και όχι ως απαράδεκτη, καθώς στην αντίστροφη περίπτωση το δεδικασμένο θα κάλυπτε μόνο το διαδικαστικό ζήτημα και ο ενάγων θα μπορούσε να επανέλθει.
Ο εναγόμενος βλάπτεται από την απόφαση και έχει έννομο συμφέρον προσβολής της με αναίρεση, όταν γίνεται δεκτό το αίτημα παροχής δικαστικής προστασίας του ενάγοντος, αλλά και όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει αγωγή ως απαράδεκτη αντί ως αβάσιμη, ή δέχεται επικουρικώς προβληθείσα ένσταση συμψηφισμού, αντί να απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη[9]. Το ίδιο ισχύει και όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης προκύπτει δυσμενές για τον εναγόμενο δεδικασμένο ως προς προδικαστικό ζήτημα, και μάλιστα ανεξάρτητα αν παραλλήλως έχει ηττηθεί και ως προς το κύριο ζήτημα.
Τέλος, ο νικήσας διάδικος μπορεί να προσβάλει την απόφαση με αναίρεση, αν έχει έννομο συμφέρον (556 παρ. 2 ΚΠολΔ). Το έννομο συμφέρον κρίνεται, και στην περίπτωση αυτή, με βάση τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ[10]. Νικήσας είναι ο ενάγων, του οποίου οι αιτήσεις, με βάση το τυπικό κριτήριο, έγιναν δεκτές από την προσβαλλόμενη απόφαση. Νικήσας μπορεί να είναι και ο εναγόμενος σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής, αφού και αυτός είναι, στην περίπτωση αυτή, νικήσας διάδικος[11]. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ο νικήσας διάδικος έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει αναίρεση, αν από τις αιτιολογίες της απόφασης παράγεται σε βάρος του δέσμευση, δικονομική ή ουσιαστική, η οποία επηρεάζει την έννομη θέση του[12]. Όταν η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη, δε δημιουργείται δεδικασμένο ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής (αλλά μόνο ως προς το δικονομικό ζήτημα του απαραδέκτου κατ’ αρθρο 322 παρ. 1 εδ. β΄ ΚΠολΔ) και εντεύθεν ο νικήσας διάδικος δε δικαιολογεί έννομο συμφέρον για άσκηση αναίρεσης λόγω της κατά πρόληψη εξέτασης, όχι όμως και της κρίσης από το δικαστήριο της ουσίας του προκαταρκτικού ζητήματος της φύσης της αγωγής, ήτοι της νομικής της θεμελίωσης[13]. Όταν η αγωγή απορρίπτεται ως νόμω αβάσιμη λόγω πρόωρης άσκησής της, ο νικήσας διάδικος μπορεί να δικαιολογεί έννομο συμφέρον για άσκηση αναίρεσης, αν η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη[14]. Επίσης, και όταν αντί να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη η αγωγή, τούτη απορρίφθηκε ως αόριστη[15]. Ο νικήσας διάδικος θεμελιώνει έννομο συμφέρον και στην περίπτωση που, λόγω της αιτιολογίας της, η αναιρεσιβαλλόμενη δεν μπορεί να εκτελεσθεί[16]. Και από την αντικατάσταση αιτιολογιών μπορεί να θίγεται ο νικήσας διάδικος, εφόσον χειροτερεύει η νομική του θέση, όπως λ.χ. συμβαίνει όταν η αγωγή απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη στον πρώτο βαθμό, και στο εφετείο (534 ΚΠολΔ) ως απαράδεκτη.
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος
[1] Βλ. Χ. Απαλαγάκη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Άρθρα 1-590, Νομική Βιβλιοθήκη, 4η έκδοση, 2016, σελ. 1391 επ. (υπό άρθρο 556), Κ. Φ. Καλαβρό, Η αναίρεση κατά τον ΚΠολΔ, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2009, σελ. 24 επ. (υπό άρθρο 556), Π. Μασούρο σε Π. Κολοτούρο, Ένδικα Μέσα & Βοηθήματα κατά τον ΚΠολΔ, Νομική Βιβλιοθήκη, 2013, σελ. 323 επ..
[2] Βλ. ΑΠ 468/2007, Δ 2007, σελ. 979, ΑΠ 1637/2002, ΕλλΔνη 2003, σελ. 710, ΑΠ 477/2001, ΕλλΔνη 2002, σελ. 383.
[3] Βλ. ΑΠ 1684/2006, ΧρΙΔ 2007, σελ. 59, ΑΠ 1016/2005, ΕλλΔνη 2005, σελ. 1088, ΑΠ 1054/1999, ΕλλΔνη 1999, σελ. 1540.
[4] Βλ. ΑΠ 224/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 70/2013, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 279/2013, ΝοΒ 2013, σελ. 1574, ΑΠ 421/2013, ΝοΒ 61, σελ. 1910, ΑΠ 1003/2012, ΝοΒ 61, σελ. 427, ΑΠ 403/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 111/2005, Δ 2005, σελ. 1024, ΑΠ 759/2003, ΕλλΔνη 2005, σελ. 84, ΑΠ 40/2005, Δ 2005, σελ. 765.
[5] Βλ. ΑΠ 145/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 700/2008, ΕλλΔνη 2010, σελ. 435.
[6] Βλ. ΑΠ 838/2013, ΝοΒ 61, σελ. 2497.
[7] Βλ. ΑΠ 863/2007, ΑΠ 720/2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[8] Βλ. και ΑΠ 1638/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
[9] Επί απλής ομοδικίας, ο ομόδικος – εναγόμενος, ως προς τον οποίο δεν έγινε δεκτή η αγωγή, δεν έχει έννομο συμφέρον για άσκηση αναιρέσεως. Βλ. ΑΠ 943/1992, ΕλλΔνη 1994, σελ. 373. Δεν έχει, επίσης, έννομο συμφέρον ο ομόδικος, ο οποίος δεν είναι ηττηθείς ή νικήσας διάδικος, αφού το εφετείο δεν εξέτασε τη βάση της αγωγής που ασκήθηκε απ’ αυτόν. Βλ. ΑΠ 1201/1992, ΤΝΠ ΔΣΑ.
[10] Βλ. ΑΠ 129/2004, Δ 2004, σελ. 804.
[11] Βλ. ΑΠ 1185/1998, ΤΝΠ ΔΣΑ.
[12] Δε συντρέχει, όμως, έννομο συμφέρον, όταν με την αναίρεση πλήττεται μέρος της αιτιολογίας που δε στηρίζει το διατακτικό της απόφασης, ήτοι επί ζητημάτων άνευ ανάγκης, πλεοναστικώς και όλως παρέργως κριθέντων. Βλ. ΑΠ 133/1984, ΝοΒ 1985, σελ. 247.
[13] Βλ. τη μειοψηφία της ΑΠ 66/1994, ΕλλΔνη 1996, σελ. 56.
[14] Βλ. ΑΠ 1467/1998, ΕλλΔνη 1999, σελ. 1315.
[15] Βλ. ΑΠ 175/2000, ΝοΒ 2001, σελ. 254.
[16] Βλ. ΑΠ 658/1996, ΕλλΔνη 1997, σελ. 210.