Δημοσίευση απόφασης από σύνθεση δικαστηρίου διαφορετική από εκείνη που την εξέδωσε. Πότε η απόφαση θεωρείται αναιρετέα. (ΑΠ 897/2004, ΕλλΔνη 2005, 1663=ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 2 περ. α’ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση. Ο λόγος αυτός, συνδεόμενος με την επιταγή του άρθρου 8 εδάφιο α’ του Συντάγματος, που επαναλήφθηκε και στο άρθρο 109 § 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία κανένας δεν στερείται χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος, ιδρύεται μόνον όταν η σχετική πλημμέλεια βαρύνει τη σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 304 §§ 1 και 2 του ΚΠολΔ, αφού περατωθεί η ψηφοφορία, οπότε κατά το άρθρο 300 θεωρείται εκδοθείσα η απόφαση, ο εισηγητής δικαστής συντάσσει το σχέδιο που περιέχει το αιτιολογικό και το διατακτικό της, το οποίο χρονολογεί ο Πρόεδρος και το υπογράφει αυτός και ο εισηγητής και από το οποίο δημοσιεύεται αυτή σε δημόσια συνεδρίαση.
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η απόφαση θεωρείται εκδοθείσα από τη σύνταξη, χρονολόγηση και υπογραφή του σχεδίου της, ενώ η δημοσίευση επιφέρει την τελείωση αυτής, μετά την οποία επέρχονται οι έννομες συνέπειές της. Συνάγεται, εντεύθεν, ότι η δημοσίευση της αποφάσεως, η οποία πρέπει να μνημονεύεται στο πρωτότυπο αυτής, μπορεί να γίνει και από σύνθεση διαφορετική από εκείνη που την εξέδωσε, χωρίς εκ τούτου να ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 2 του ΚΠολΔ.
Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα
Δικηγόρος