Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Καταπίστευμα του υπολοίπου (περιλιμπανομένου)

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1923,1935 και 1940 ΑΚ συνάγεται ότι ο διαθέτης μπορεί να εγκαταστήσει με τη διαθήκη του κληρονόμο και να τον υποχρεώσει να παραδώσει, ύστερα από ορισμένο χρονικό σημείο ή γεγονός, την κληρονομία που αυτός απέκτησε ή ποσοστό της σε άλλον, τον καταπιστευματοδόχο[1]. Δηλαδή, το κληρονομικό καταπίστευμα είναι ο θεσμός που παρέχει τη δυνατότητα στο διαθέτη όχι μόνο να ορίσει τον κληρονόμο του, αλλά και να καθορίσει απώτερο κληρονόμο (μετακληρονόμο) ή κληρονόμους στους οποίους θα περιέλθει η κληρονομία του, κατά κανόνα, όταν πεθάνει ο αρχικός κληρονόμος. Η επαγωγή της κληρονομίας στον καταπιστευματοδόχο επέρχεται μόλις πεθάνει ο κληρονόμος, εφόσον ο διαθέτης δεν έταξε κάποιο άλλο γεγονός ή χρονικό σημείο. Μόλις γίνει η επαγωγή της κληρονομίας στον καταπιστευματοδόχο, αυτός δικαιούται ν’ αποδεχτεί ή ν’ αποποιηθεί την κληρονομία κατά τις διατάξεις για την αποδοχή ή την αποποίησή της. Για τη σύσταση του καταπιστεύματος δεν είναι ανάγκη να γίνει χρήση πανηγυρικών εκφράσεων, ούτε καν της λέξης «καταπίστευμα», αλλά μπορεί να γίνει και με έμμεση δήλωση του διαθέτη, αρκεί δε να προκύπτει από τη διαθήκη η θέληση του διαθέτη να γίνει κάποιος κληρονόμος του για ορισμένο διάστημα, και μετέπειτα κληρονόμος του να γίνει άλλος[2]. Ακόμη, ως συνάγεται από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 1923 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι «τέτοια υποχρέωση δεν μπορεί να επιβληθεί στον καταπιστευματοδόχο», το καθολικό καταπίστευμα συνιστάται μόνο σε ένα βαθμό και δεν επαναλαμβάνεται πέραν του πρώτου καταπιστευματοδόχου, δηλαδή καταπίστευμα σε βάρος του καταπιστευματοδόχου δεν αναγνωρίζεται από τον Αστικό Κώδικα.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 1937 ΑΚ προκύπτει ότι ο βεβαρημένος με καταπίστευμα, μέχρι να γίνει η επαγωγή της κληρονομίας στον καταπιστευματοδόχο, έχει την τακτική διαχείριση της κληρονομίας, ήτοι ενεργεί όλες τις αναγκαίες πράξεις για την εκμετάλλευση, συντήρηση και διαφύλαξη των κληρονομιαίων σύμφωνα με τον προορισμό κάθε αντικειμένου αυτής, εφόσον δε ο διαθέτης δεν όρισε διαφορετικά, έχει την εξουσία να διαθέτει τα αντικείμενα της κληρονομίας μόνο στις περιοριστικά αναφερόμενες από την εν λόγω διάταξη (παρ. 2) περιπτώσεις, δηλαδή μόνον εφόσον: α) η διάθεση επιβάλλεται από τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης (π.χ. εκποίηση αντικειμένων που υπόκεινται σε φθορά, εκπλήρωση υποχρεώσεων της κληρονομίας), ή β) έδωσε τη συναίνεσή του ο καταπιστευματοδόχος, ή γ) υπάρχει καταπίστευμα του υπολοίπου (περιλιμπανομένου, άρθρο 1939 ΑΚ). Κάθε άλλη διάθεση που γίνεται από το βεβαρημένο κληρονόμο κατά παράβαση των παραπάνω ορισμών, αποβαίνει άκυρη μόλις γίνει η επαγωγή της κληρονομίας στον καταπιστευματοδόχο[3].

Επί το ειδικότερον, όσον αφορά στο καταπίστευμα του υπολοίπου (περιλιμπανομένου)[4], σύμφωνα με τη βούληση του διαθέτη μπορεί οι περιορισμοί στους οποίους υπόκειται ο βεβαρημένος κληρονόμος χάριν του καταπιστευματοδόχου να μετριαστούν και να επιτραπεί σ’ αυτόν ελεύθερη διαχείριση της κληρονομίας, οπότε του παρέχεται και δικαίωμα ελεύθερης διάθεσης των κληρονομιαίων στοιχείων. Κατά τα ρητώς διαλαμβανόμενα στη διάταξη του άρθρου 1939 ΑΚ, «Αν ο καταπιστευματοδόχος εγκαταστάθηκε σε ό,τι βρεθεί στην κληρονομία κατά το χρόνο της επαγωγής σ’ αυτόν, ή αν ο διαθέτης επέτρεψε ελεύθερη διαχείριση στον κληρονόμο, αυτός έχει δικαίωμα να διαθέτει τα κληρονομιαία αντικείμενα». Έτσι, προϋποθέσεις για την ύπαρξη αυτής της μορφής καταπιστεύματος είναι[5]: α) η εγκατάσταση του καταπιστευματοδόχου σε ό,τι βρεθεί στην κληρονομία κατά το χρόνο της επαγωγής σ’ αυτόν, και β) η παροχή ελεύθερης διαχείρισης στον κληρονόμο. Η για καθορισμένο ειδικά σκοπό ή ορισμένη δικαιοπραξία, παροχή αυτής της δυνατότητας δεν εμπίπτει στη διάταξη[6]. Συνέπεια της ανωτέρω ελευθερίας του βεβαρημένου είναι το δικαίωμα διάθεσης, χωρίς διάκριση ως προς την αιτία, των κληρονομιαίων αντικειμένων, με πράξεις εν ζωή, επαχθείς ή χαριστικές[7], όχι όμως με διάταξη τελευταίας βούλησης, διότι ο νόμος εννοεί τη διάθεση ως πράξη διαχείρισης, η δε κληρονομία μετά το θάνατο του κληρονόμου ανήκει στον καταπιστευματοδόχο (1935 ΑΚ)[8]. Μια τέτοια διάθεση εκ μέρους του βεβαρημένου, με διάταξη τελευταίας βούλησης, είναι άκυρη, η ακυρότητα όμως αυτή είναι σχετική υπέρ του καταπιστευματοδόχου, από τον οποίο και μόνο μπορεί να προταθεί[9]. Ακόμη, ευρισκόμενο στην κληρονομία και περιερχόμενο στον καταπιστευματοδόχο θα πρέπει να θεωρηθεί όχι μόνο αυτό που αυτούσιο σώζεται, αλλά και ό,τι προήλθε από τα κληρονομιαία στοιχεία (λ.χ. τίμημα πώλησης)[10]. Ό,τι έχει αναλωθεί για εξόφληση ατομικών χρεών του βεβαρημένου δεν αποδίδεται στον καταπιστευματοδόχο, παρά μόνο εάν έχει εξοικονομηθεί αντίστοιχο ποσό που διατηρείται στην περιουσία.

Σημειούται ότι η εξουσία του βεβαρημένου κληρονόμου να διαθέτει κατά τα ανωτέρω τα αντικείμενα της κληρονομίας υπόκειται στο γενικό περιορισμό των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ, όπερ σημαίνει ότι ο κληρονόμος δεν μπορεί να προβεί, εναντίον της καλής πίστεως, σε άσκοπη ή άσωτη κατασπατάληση της περιουσίας, με σκοπό απλώς και μόνο να μην περιέλθει τίποτε από αυτήν στον καταπιστευματοδόχο[11]. Επομένως, ο κληρονόμος που εκποιεί δολίως την κληρονομία επιχειρεί δικαιοπραξία αντίθετη προς την καλή πίστη και συνακόλουθα ανίσχυρη[12]. Κατά τα συναφώς διαλαμβανόμενα στην υπ’ αριθμ. 149/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, «ο βεβαρημένος (με το καταπίστευμα του υπολοίπου) έχει την εξουσία να διαθέσει το κληρονομιαίο, ακόμη και με χαριστικές πράξεις, όχι όμως και με διάταξη τελευταίας βουλήσεως, πλην όμως η άσκηση του δικαιώματός του υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ και κατά συνέπεια δεν μπορεί να εκτραπεί κακόπιστα σε άσκοπη καταδαπάνηση της κληρονομιάς ή πολύ περισσότερο σε σκόπιμη καταξόδευσή της, μόνο και μόνο για να μην απομείνει τίποτα υπέρ του καταπιστευματοδόχου, καθόσον τέτοια εναντίον της καλής πίστεως άσκηση του δικαιώματος ούτε είναι δεκτή, ούτε στη βούληση του διαθέτη βρίσκει έρεισμα»[13].

Ακόμη, γίνεται δεκτό ότι ο καταπιστευματοδόχος δεν μπορεί να ζητήσει την παροχή ασφάλειας από το βεβαρημένο. Επίσης, δεν μπορεί να ζητήσει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά τούτου, εκτός εάν πρόκειται για αποτροπή δόλιας διαθέσεως[14]. Περαιτέρω, υποστηρίζεται ότι οι ατομικοί δανειστές του βεβαρημένου μπορούν να επιληφθούν κληρονομιαίων στοιχείων χωρίς να διατρέχουν τον κίνδυνο ανατροπής της αναγκαστικής εκτέλεσης[15].

Προσέτι, όπως έχει νομολογηθεί[16], από τις διατάξεις των άρθρων 1800, 1820, 1825, 1827, 1829, 1923 παρ.1, 1939 και 1941 ΑΚ προκύπτει ότι η με διαθήκη αποβιώσαντος προσώπου εγκατάσταση μεριδούχου που επιζεί ως κληρονόμου υπό το βάρος καταπιστεύματος υπέρ τρίτου, και δη είτε γενικού, είτε του υπολοίπου (καταπίστευμα περιλιμπανομένου), αποτελεί περιορισμό αυτού ως δικαιούχου. Ο περιορισμός αυτός θεωρείται σαν να μην έχει γραφεί, κατά το μέρος κατά το οποίο βαρύνει τη νόμιμη μοίρα του, γιατί η κατάλειψη αυτή δεν είναι τίποτα άλλο παρά εγκατάσταση υπό διαλυτική αίρεση. Έτσι το καταπίστευμα, κατά το μέρος που βαρύνει τη νόμιμη μοίρα, δεν υπολογίζεται και ο μεριδούχος συντρέχει ως κληρονόμος κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας, το οποίο ανέρχεται στο μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας του και θα το λάβει απαλλαγμένο του καταπιστεύματος. Τούτο, δε, διότι η προσωρινότητα της κληρονομικής εγκατάστασης του βεβαρημένου με καταπίστευμα, η έλλειψη εξουσίας περαιτέρω διάθεσης της καταληφθείσας κληρονομίας με διάταξη τελευταίας βούλησης, όσο και ο κατά το άρθρο 281 ΑΚ περιορισμός στην εν ζωή διάθεση κληρονομιαίων στοιχείων, προσήκουν μόνο για το πέραν της νομικής μοίρας ποσοστό της κληρονομίας. Αντίθετη άποψη συνεπάγεται έλλειψη εξουσίας περαιτέρω διάθεσης της νόμιμης μοίρας με διάταξη τελευταίας βουλήσεως, ο δε περιορισμός αυτός ως προς το καταπίστευμα του «υπολοίπου» (1939 ΑΚ) δεν αίρεται από το δικαίωμα διάθεσης με πράξεις εν ζωή, καθόσον η ελευθερία της αιτία θανάτου διάθεσης (άρθρο 1712 ΑΚ) αποτελεί ατομικό δικαίωμα, που εκφράζει την αυτονομία της ιδιωτικής βούλησης στο κληρονομικό δίκαιο. Ουδείς, συνεπώς, δικαιούται να αναιρεί ή να περιορίζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο αυτό δικαίωμα του βεβαρημένου αρχικού κληρονόμου, παρά μόνο με τρόπο ομοίως συνταγματικά επιτρεπτό. Τέτοιος επιτρεπτός περιορισμός χωρεί μόνον υπέρ των αναγκαίων κληρονόμων, το δικαίωμα των οποίων κατοχυρώνεται επίσης συνταγματικά, προεχόντως δε στο άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος για την προστασία της οικογένειας.

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. ΑΠ 1158/2013, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ.

[2] Βλ. ΑΠ 1193/2012, ΑΠ 103/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[3] Βλ. ΑΠ 158/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[4] Βλ. ΑΠ 1747/1990, Δνη 33, σελ. 540.

[5] Βλ. Β. Α. Βαθρακοκοίλη, ΕρΝομΑΚ, Ερμηνεία-Νομολογία Αστικού Κώδικα (κατ’ άρθρο), Τόμος ΣΤ΄, Ημίτομος Β΄, Κληρονομικό Δίκαιο, Άρθρα 1871-2035 και ο Εισαγωγικός Νόμος Αστικού Κώδικα, Αθήνα 2010, σελ. 347 επ. (υπό άρθρο 1939), Ν. Δ. Ψούνη, Κληρονομικό Δίκαιο ΙΙ, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2004, σελ. 151 επ., Κ. Α. Παπαδόπουλο, Αγωγές Κληρονομικού Δικαίου (Τόμος Δεύτερος), Θεωρία – Νομολογία – Πράξη, Αθήνα 1995, σελ. 268 επ..

[6] Το γεγονός ότι ο διαθέτης συνιστά καταπίστευμα για ορισμένο σκοπό, λ.χ. εξασφάλιση άνετης διαβίωσης του κληρονόμου, ή σε σχέση με ορισμένη δικαιοπραξία, λ.χ. δικαίωμα υποθήκευσης για συντήρηση του βεβαρημένου, δεν αρκεί για να ερμηνευθεί ότι πρόκειται για καταπίστευμα του περιλιμπανομένου.

[7] Κατά την ΕφΠειρ 115/1997, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ «…ο καταπιστευματοδόχος, αν κάποιο ή όλα τα κληρονομιαία στοιχεία διατεθούν από τον βεβαρημένο, δεν θα κληρονομήσει τίποτε, αν, όμως, διασωθεί κάποιο από αυτά θα γίνει (ο πρώτος), εφόσον αποδεχθεί το καταπίστευμα, κληρονόμος του διαθέτη, δηλαδή, άμεσος και καθολικός διάδοχός του από το χρονικό σημείο που ο βεβαρημένος, ο οποίος αποδέχθηκε την κληρονομία εκ διαθήκης και έγινε κληρονόμος, θα παύσει να είναι τοιούτος».

[8] Βλ. ΑΠ 1451/1998, ΑΠ 1747/1990, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 3274/1985, Δνη 26, σελ. 938.

[9] Βλ. ΑΠ 186/2017, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ.

[10] Βλ. ΑΠ 1747/1990, ΕλλΔνη 33, σελ. 540.

[11] Βλ. ΑΠ 492/2014, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΜονΠρΠατρ 89/2009, ΕφΑθ 2210/2004, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[12] Βλ. ΠΠΑ 1368/2009, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ.

[13] Βλ. ΑΠ 149/2017, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ.

[14] Βλ. Κ. Α. Παπαδόπουλο, όπ.π..

[15] Βλ. Ν. Δ. Ψούνη, όπ.π..

[16] Βλ. ομοίως ΑΠ 149/2017, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί