Επανάληψη εργασιών εκκαθάρισης της εταιρείας, εάν διαπιστωθεί η ύπαρξη εκκρεμότητας
Ως γνωστόν, η λύση του νομικού προσώπου της εταιρείας, την οποία ακολουθεί αναγκαίως και αυτοδικαίως το στάδιο της εκκαθαρίσεως, δε θίγει την ικανότητα της εταιρείας να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δεν επιδρά στην έννομη σχέση της δίκης, ούτε επιφέρει βίαιη διακοπή αυτής. Τούτο, δε, διότι και μετά τη λύση της η νομική προσωπικότητα της εταιρείας λογίζεται υφιστάμενη, εφόσον τούτο απαιτείται για τις ανάγκες και προς το σκοπό της εκκαθαρίσεως, ενώ εφεξής η εταιρεία εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές της, οι οποίοι είναι οι διαχειριστές της, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στο καταστατικό ή άλλως αποφάσισε η συνέλευση των εταίρων.
Ωστόσο, όπως γίνεται δεκτό, ακόμη και μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθαρίσεως, εάν διαπιστωθεί ότι υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, όπως απαίτηση ή χρέος της εταιρείας, επαναλαμβάνονται οι εργασίες της εκκαθαρίσεως και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της λυθείσας εταιρείας από τους εκκαθαριστές της. Τα ως άνω περί ικανότητας διαδίκου του νομικού προσώπου ακόμη και μετά το πέρας της εκκαθάρισης υφισταμένης εκκρεμότητας, και περί μη επελεύσεως βίαιης διακοπής της εκκρεμούς δίκης, έχουν υποστηριχθεί νομολογιακά για όλες τις μορφές εταιρειών[1].
Έτσι, κατά τις χαρακτηριστικές παραδοχές της υπ’ αριθμ. 1680/2011 αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας (για τις εταιρείες περιορισμένης ευθύνης), «Επειδή, στο άρθρο 62 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄182), το οποίο εφαρμόζεται και στις δίκες ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας δυνάμει του άρθρου 40 του π.δ. 18/1989 (Α΄8), ορίζεται ότι «Όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος…». Εξάλλου, στο άρθρο 72 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’164) προβλέπεται ότι «Μόλις το νομικό πρόσωπο διαλυθεί, βρίσκεται αυτοδικαίως σε εκκαθάριση. Εωσότου περατωθεί η εκκαθάριση και για τις ανάγκες της θεωρείται ότι υπάρχει». Περαιτέρω, στο άρθρο 46 του ν. 3190/1955 (Α’91) «Περί Εταιρειών Περιωρισμένης Ευθύνης» ορίζεται ότι «1. Λυθείσης της εταιρείας εξ οιουδήποτε λόγου πλην της κηρύξεως αυτής εις κατάστασιν πτωχεύσεως ακολουθεί το στάδιον της εκκαθαρίσεως. Μέχρι πέρατος της εκκαθαρίσεως και της διανομής η εταιρεία λογίζεται εξακολουθούσα διατηρεί δε και την επωνυμίαν αυτής εις ην προστίθενται αι λέξεις “υπό εκκαθάρισιν”. 2. Η κατά το στάδιο της εκκαθαρίσεως εξουσία των οργάνων της εταιρείας περιορίζεται εις τας αναγκαίας δια την εκκαθάρισιν της εταιρικής περιουσίας πράξεις. 3 …». Στο άρθρο 47 του ως άνω ν. 3190/1955 ορίζεται «1. Η εκκαθάρισις ενεργείται υπό των διαχειριστών εκτός αν άλλως ορίζεται εν τω καταστατικώ ή αν άλλως απεφάσισεν η συνέλευσις των εταίρων», στο δε άρθρο 49 ότι «1. Οι εκκαθαρισταί εκπροσωπούν την εταιρείαν και υπογράφουσι δι’ αυτήν θέτοντες την ιδίαν αυτών υπογραφήν κάτωθι της εταιρικής επωνυμίας… 2. Οι εκκαθαρισταί δέον να περατώσιν αμελλητί τας εκκρεμείς υποθέσεις της εταιρείας, να εξοφλήσωσι τα χρέη της εταιρείας, να εισπράξωσι τας απαιτήσεις αυτής και να μετατρέψωσι εις χρήμα την εταιρικήν περιουσίαν. Επί σκοπώ περατώσεως των εκκρεμών υποθέσεων δύνανται οι εκκαθαρισταί να ενεργώσι και νέας πράξεις». Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η λύση του νομικού προσώπου της εταιρείας περιορισμένης ευθύνη, την οποία ακολουθεί αναγκαίως το στάδιο της εκκαθαρίσεως, δεν θίγει την ικανότητα της εταιρείας να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δεν επιδρά στην έννομο σχέση της δίκης, ούτε επιφέρει βίαιη διακοπή αυτής. Τούτο δε διότι και μετά τη λύση της η νομική προσωπικότητα της εταιρείας λογίζεται υφιστάμενη, εφόσον τούτο απαιτείται για τις ανάγκες και προς τον σκοπό της εκκαθαρίσεως, εφ’ εξής δε η εταιρεία εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές, οι οποίοι είναι οι διαχειριστές, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στο καταστατικό ή άλλως αποφάσισε η συνέλευση των εταίρων. Ακόμα και μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθαρίσεως, αν διαπιστωθεί ότι υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, όπως απαίτηση ή χρέος της εταιρείας, επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθαρίσεως και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της λυθείσας εταιρείας από τους εκκαθαριστές κατά τα ειδικώτερον αναφερόμενα στις προπαρατεθείσες διατάξεις. Εξάλλου, δεν νοείται περάτωση του σταδίου της εκκαθαρίσεως, εφόσον υπάρχει δικαστική εκκρεμότητα (πρβ. Σ.τ.Ε. 3030-31/2009, Α.Π. 96/2005, βλ. και Α.Π. 30/2010, Α.Π. 308/2009)»[2].
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος
[1] Βλ. ενδεικτικά για ομόρρυθμες εταιρείες ΜονΔιοικΠρΘεσσ 75/2017, ΜονΔιοικΠρΘεσσ 75/2017 και 1412/2017, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, για ετερόρρυθμες εταιρείες ΣτΕ 3029/2009, 3030/2009 και 3031/2009, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, για ανώνυμες εταιρείες ΑΠ 1669/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΠρΘεσσ 29931/2010, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ και Ι. Βενιέρη σε Ευ. Περάκη (επιμ.), Το Δίκαιο της Ανώνυμης Εταιρίας, 2, Κατ’ άρθρο ερμηνεία του ΚΝ 2190/1920, Άρθρα 36-143, Νομική Βιβλιοθήκη, Γ΄ Έκδοση, 2010, σελ. 1913 επ. (υπό άρθρο 49), για εταιρείες περιορισμένης ευθύνης ΣτΕ 1680/2011, ΔιοικΕφΑθ 1703/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, καθώς και Α. Π. Σπυρίδωνος, Το Νέο Δίκαιο ΙΚΕ & ΕΠΕ, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Νομοθεσία – Νομολογία – Πίνακες – Υποδείγματα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2015, σελ. 1407 επ..
[2] Βλ. ΣτΕ 1680/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.