Αντισυνταγματικότητα του άρθρου 27 παρ. 4 π.δ. 342/1977 που ποινικοποιεί την άρνηση της εγκληματολογικής σήμανσης
Η υπ’ αριθμ. 6677/2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (βλ. ΤριμΠλημμΑθ 6677/2017, ΝοΒ 2018, σελ. 909-910) επανέφερε το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας του άρθρου 27 παρ. 4 του π.δ. 342/1977 που ανάγει σε ποινικό αδίκημα την άρνηση της εγκληματολογικής σήμανσης, ένεκα θεσπίσεως της εν λόγω ποινικής διάταξης χωρίς να υπάρχει νομοθετική εξουσιοδότηση προς τούτο.
Επί το ειδικότερον, η ως άνω απόφαση έκρινε τα ακόλουθα: «…Σύμφωνα με το άρθρ. 3 § 6 ν.δ. 1273/72 «περί Διευθύνσεως Εγκληματολογικών Υπηρεσιών (Α΄ 103)», «Η σύστασις νέων τμημάτων της Κεντρικής Υπηρεσίας της ΔΕΥ και η ένταξις αυτών εις τας εν § 2 του παρόντος άρθρου Υποδ/νσεις, καθώς και η σύστασις νέων περιφερειακών υπηρεσιών αυτής, δύναται να γίνη δια του κατ’ άρθρ. 10 Κανονισμού λειτουργίας ΔΕΥ ως και δι’ εκδιδομένων εκάστοτε τη προτάσει του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως β.δ. και των αρμοδίων κατά περίπτωσιν Υπουργών». Σύμφωνα δε με το άρθρ. 10 περ. γ΄ του ιδίου ν.δ. «Δια κανονισμού κυρουμένου δια β.δ., εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως, καθορίζονται τα της εσωτερικής λειτουργίας της ΔΕΥ, ιδία δε: γ΄. Τα της υποβολής εις εγκληματολογικήν σήμανσιν (δακτυλοσκόπησιν, ανθρωπομέτρησιν και φωτογράφησιν) και ανακοινώσεως των στοιχείων σημάνσεως». Με την τελευταία διάταξη παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση στη Διοίκηση να κανονίσει με κανονισμό, που θα περιβληθεί τον τύπο β.δ., και τώρα πλέον προεδρικού δ., τα θέματα της εγκληματολογικής σημάνσεως μεταξύ των οποίων είναι και η δακτυλοσκόπηση. Όμως η εξουσιοδότηση αφορά μόνο στην έκδοση κανονιστικών ρυθμιστικών της λειτουργίας της εγκληματολογικής υπηρεσίας αναφορικά με τη διενέργεια σημάνσεως δακτυλοσκοπήσεως, χωρίς το πιο πάνω ν.δ. να παρέχει κατά τη διατύπωση των διατάξεων που μνημονεύθηκαν και που καθορίζουν τα όρια της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως και νομοθετική εξουσιοδότηση για την επιβολή ποινικών κυρώσεων. Το δε «ποινικώς νομοθετείν» είναι αποκλειστικά έργο της Βουλής με την έκδοση νόμων με την τυπική τους έννοια, δηλ. κατά τη διαδικασία που προβλέπει το Σύνταγμα και ο Κανονισμός της Βουλής. Η διοίκηση μόνο μέσα στα αυστηρά πλαίσια της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως μπορεί να κινηθεί ρυθμιστικά, πρόβλεψη δε ποινικών κυρώσεων με πράξεις της διοικήσεως μπορεί να γίνει μόνο εφ’ όσον υπάρχει ρητή νομοθετική εξουσιοδότηση, όπως λ.χ. αυτή του άρθρ. 20 §§ 1, 2, σε συνδ. με αρθρ. 23 ν. 248/14, ή του αρθρ. 1, σε συνδ. με άρθρ. 3 § 1 α.ν. 2520/40 (πρβλ. και άρθρ. 30 § 15 σε συνδ. με αρθρ. 1 ν.δ. 136/46 ΑγορΚ). Τα παραπάνω προκύπτουν ευθέως από το άρθρο 7 § 1α΄ Σ 1975, σύμφωνα με το οποίο «Έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο, που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της». Συνταγματική διάταξη, που κατοχυρώνει συνταγματικά τη θεμελιώδη αρχή του ποινικού δικαίου «nullum crimen, nulla poena sine lege», την οποία εκφράζει και το άρθρ. 1 του Ποινικού Κώδικα (πρβλ. I. Μανωλεδάκη, Το άρθρ. 7 § 1 του Συντάγματος και οι Ποινικοί Νόμοι, Εισήγηση στο Α΄ Συνέδριο της Ενώσεως Ελλήνων Συνταγματολόγων, Αθήνα 1983, Ποιν Χρ ΛΓ΄ 865, Ν. Ανδρουλάκη, Ποιν. Δίκ., σ. 136 επ.). Παρ’ όλα όσα λέχθηκαν και χωρίς να υπάρχει, όπως διαπιστώθηκε, στο πιο πάνω β.δ. νομοθετική εξουσιοδότηση στη διοίκηση να επιβάλλει ορισμένες ποινικές κυρώσεις για κάποιες παραβάσεις, που θα έπρεπε αυτές να προβλέπονται από το «εξουσιοδοτούν» β.δ. ρητά και συγκεκριμένα, το π.δ. 342/1977, που εκδόθηκε με βάση τη νομοθετική εξουσιοδότηση ακριβώς των παραπάνω άρθρων (3 § 6 και 10) του ν.δ. 1273/72 και με το οποίο κυρώθηκε ο Κανονισμός λειτουργίας της Δ/νσεως Εγκληματολογικών Υπηρεσιών και των περιφερειακών αυτής υπηρεσιών, στο άρθρ. 27 § 4 αυτού θέσπισε ποινική διάταξη, δηλ. ποινικοποίησε παράβαση με τη διατύπωση: «Τα υποκείμενα εις εγκληματολογικήν σήμανσιν άτομα και αρνούμενα ταύτην διώκονται και τιμωρούνται κατά τας διατάξεις του άρθρ. 225 § 2 ΠΚ». Επειδή όμως θεσπίσθηκε ποινική διάταξη, χωρίς, όπως λέχθηκε, να υπάρχει η αντίστοιχη νομοθετική εξουσιοδότηση, αυτή σαν έγκλημα δεν μπορεί να ισχύσει, γιατί διαφορετικά θα παραβιαζόταν το άρθρ. 7 § 1 του Σ 1975. Από την επισκόπηση του αποδεικτικού υλικού, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι, αν και είχαν συλληφθεί νόμιμα στην Αθήνα, στις 13.6.2015, για διατάραξη της κοινής ειρήνης (άρθρ. 189 §§ 1, 3 ΠΚ) και ήταν υπόχρεοι να υποβληθούν σε λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων αρνήθηκαν να πράξουν τούτο. Η άρνηση, ωστόσο, αυτή των κατηγορουμένων, αν και είχαν νόμιμη προς τούτο υποχρέωση, κατόπιν της νόμιμης πρόσκλησης που τους απηύθυναν τα αστυνομικά όργανα της Υποδιεύθυνσης Κρατικής Ασφάλειας Αττικής (κατά την εκτέλεση του καθήκοντός τους), να υποβληθούν στη δακτυλοσκόπηση, κατ’ ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, στοιχειοθετεί το έγκλημα της απείθειας, κατ’ άρθρο 169 ΠΚ, αφού, κατά την ορθότερη άποψη, νόμιμη είναι η πρόσκληση, σαν στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης αυτού του εγκλήματος, όταν υπάρχει διάταξη νόμου με την ουσιαστική πλέον έννοια, δηλ. του κανόνα δικαίου που περιέχεται και σε διοικητική πράξη, εφ’ όσον υπάρχει η σχετική νομοθετική εξουσιοδότηση, η οποία να παρέχει στον υπάλληλο το δικαίωμα να καλέσει κάποιον σε παροχή υπηρεσίας (βλ. Μπουρόπουλο, Β., σ. 93, ΑΠ 381/66 ΠοινΧρ ΙΖ΄ 24, ΠλΘ 1146/65 ΠοινΧρ ΙΣΤ΄ 171, I. Μανωλεδάκη, Προσβολές κατά της πολιτειακής εξουσίας, 1988, σ. 105), όπως ισχύει στην συγκεκριμένη υπόθεση. Σύμφωνα, ωστόσο, με το άρθρο όγδοο του ν. 4411/2016, παύει υφ’ όρoν η ποινική δίωξη των αξιόποινων πράξεων που έχουν τελεσθεί μέχρι και την 31.3.2016 (μεταξύ άλλων και) για πλημμελήματα, κατά των οποίων ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι δύο (2) έτη ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές. Η πράξη της απείθειας τιμωρείται από το νόμο με ποινή φυλάκισης μέχρι έξι μήνες (άρθρ. 169 ΠΚ) και, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο πρέπει να παύσει υφ’ όρον την ποινική δίωξη για την πράξη αυτή. Όσον αφορά δε την πρώτη πράξη για την οποία κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι (διατάραξη της κοινής ειρήνης από πρόσωπα που εκτελούσαν βιαιοπραγίες – άρθρ. 189 § 1 ΠΚ – τελεσθείσα στην Αθήνα, στις 13.6.2015) αυτή τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών και, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο πρέπει επίσης, κατά τα ανωτέρω, να παύσει υφ’ όρον την ποινική δίωξη για την πράξη αυτή».
Την αυτή άποψη είχε υιοθετήσει και η υπ’ αριθμ. 6688/2015 απόφαση του Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης (βλ. ΠλημμΘεσσ 6688/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), με το ακόλουθο σκεπτικό: «…Η ως άνω συμπεριφορά της κατηγορούμενης αποτελεί παραβίαση των υποχρεώσεών της, που επιβάλλονται σε αυτή από την διάταξη του άρ. 27 παρ. 1 περ. α΄ του π.δ. 342/1977, και συνιστά την αξιόποινη πράξη της απείθειας για την οποία αυτή θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχη κατά μεταβολή του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης που αποδόθηκε σύμφωνα με τον κανόνα του άρ. 27 παρ. 4 του π.δ. 342/1977. Η μεταβολή του ως άνω νομικού χαρακτηρισμού επιβάλλεται, διότι η ειδικότερη ποινική διάταξη του άρ. 27 παρ. 4 του π.δ. 342/1977 δεν αποτελεί αντικείμενο ειδικής νομοθετικής εξουσιοδότησης, όπως είναι αναγκαίο σύμφωνα με το άρ. 43 παρ. 2 του Συντάγματος, ώστε να ισχύει κατά τη διάταξη του άρ. 7 παρ. 1 του Συντάγματος, δεδομένου ότι οι διατάξεις των άρ. 3 παρ. 6 και 10 περ. γ΄ του ν.δ. 1273/1972, δεδομένου ότι η παρεχόμενη με τις συγκεκριμένες ρυθμίσεις εξουσιοδότηση περιορίζεται στην έκδοση βασιλικού και πλέον προεδρικού διατάγματος που θα θεσπίζει τους κανόνες λειτουργίας της εγκληματολογικής υπηρεσίας (βλ. ΠλημΘεσ 2104/1988 Νόμος)».
Αντίθετη κρίση διέλαβε, ωστόσο, η υπ’ αριθμ. 25476/2016 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (βλ. ΤριμΠλημμΑθ 25476/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ): «…Έπεται ότι η ποινική διάταξη της § 4 του άρθρου 27 του άνω π.δ. συνιστά ποινικό νόμο που θεσπίστηκε εγκύρως κατά την ειδική εξουσιοδότηση του άρθρου 10 του ν.δ. 1273/1972, καθόσον η νομοθετική αυτή εξουσιοδότηση αφορά ένα ειδικό ζήτημα η ρύθμιση του οποίου επαφέθηκε στη νομοθετούσα διοίκηση. Ειδικότερα, κατά την περ. γ΄ του άρθρου αυτού η νομοθετούσα διοίκηση ήταν αρμόδια για «τα της υποβολής εις εγκληματολογικήν σήμανσιν (δακτυλοσκόπησιν, ανθρωπομέτρησιν και φωτογράφησιν) και ανακοινώσεως των στοιχείων σημάνσεως». Η συγκεκριμένη κανονιστική αρμοδιότητα, κατά την προκρινόμενη από το παρόν Δικαστήριο άποψη, είναι αυτή που στηρίζει την κατά συνταγματικώς παραδεκτό τρόπο θέσπιση του κατ’ άρθρο 27 § 4 του άνω π.δ. εγκλήματος. Αυτό συμβαίνει διότι η τήρηση της διαδικασίας της εγκληματολογικής σήμανσης θα ήταν «ευχολόγιο» σε περίπτωση που δεν συνοδευόταν από μια κύρωση για τους αρνούμενους να υποβληθούν σε αυτήν. Έτσι εύλογα η κανονιστικώς δρώσα διοίκηση θέσπισε την ειδική αυτή κύρωση με παραπομπή για την ποινική αντιμετώπιση του αρνούμενου να υποβληθεί σε εγκληματολογική σήμανση στη διάταξη του άρθρου 225 § 2 ΠΚ. Λαμβάνοντας, δηλαδή, υπόψη η διοίκηση ότι τα στοιχεία της εγκληματολογικής σήμανσης ταυτοποιούν ένα πρόσωπο και έτσι λειτουργούν στην πράξη όπως και τα στοιχεία ενός αστυνομικού δελτίου ταυτότητας, θέλησε ρητά να αποσαφηνίσει ότι ο αρνούμενος να υποβληθεί σε εγκληματολογική σήμανση είναι αντιμετωπίσιμος κατά την «ειδικότερη» διάταξη του άρθρου 225 § 2 ΠΚ, ήτοι κατά όμοιο τρόπο με ένα πρόσωπο που συγκαλύπτει τα στοιχεία ταυτότητάς του, και όχι κατά τη «γενική» διάταξη του άρθρου 169 ΠΚ, ήτοι απλά ως μια μορφή απείθειας. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι η εγκληματολογική σήμανση δεν λειτουργεί μονοδιάστατα, πάντοτε δηλαδή σε βάρος του κατηγορουμένου που μέσω των στοιχείων της αποδεικνύεται η συμμετοχή του σε μια εγκληματική ενέργεια, αλλά και υπέρ αυτού, όταν η προηγούμενη σήμανση αποκλείει την τέλεση από αυτόν μιας νεότερης διερευνώμενης πράξης, στην περίπτωση που τα εγκληματολογικά στοιχεία αυτής διαφέρουν από τα δεδομένα της προηγούμενης εγκληματολογικής σήμανσης του ίδιου προσώπου».
Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος