Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Επίδοση δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε εμπορικές και αστικές υποθέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ελλείψεις ή ανακρίβειες στη μετάφραση του επιδοτέου εγγράφου (ΠΠΑ 4266/2017)

Την υπ’ αριθμ. 4266/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών[1] απασχόλησαν διάφορα ζητήματα που άπτονται του δικαίου των επιδόσεων δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε εμπορικές και αστικές υποθέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μεταξύ των οποίων και η προστασία του θεμελιώδους δικαιώματος της υπερασπίσεως του διαδίκου-παραλήπτη του εγγράφου-δικογράφου, ήτοι της δυνατότητας προπαρασκευής των αμυντικών μέσων του, στην περίπτωση που διαπιστώνονται ελλείψεις ή εμφιλοχώρηση ανακριβειών στη μετάφραση του εν λόγω επιδοθέντος δικογράφου:

«… Ως προς τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα οποία περιλαμβάνεται και η Ιταλία, στις επιδόσεις δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε εμπορικές και αστικές υποθέσεις εφαρμόζεται από 13 Νοεμβρίου 2008, ο Κανονισμός (ΕΚ) 1393/2007. Οι διατάξεις του ως άνω Κανονισμού υπερισχύουν των διατάξεων του ΚΠολΔ (άρθρ. 288 ΣΛΕΕ και 28 Σ – βλ. Χ. Απαλαγάκη, ΚΠολΔ Ερμηνεία κατ’ άρθρο, 3η έκδοση, σ. 330), καθώς και των διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες των κρατών μελών και κυρίως του άρθρου IV του Πρωτοκόλλου της Σύμβασης των Βρυξελλών του έτους 1968 και της Σύμβασης της Χάγης (άρθρ. 20 του Κανονισμού – βλ. και ΑΠ 101/2017, ΑΠ 643/2015, ΑΠ 66/2011, ΝΟΜΟΣ). Στον ως άνω Κανονισμό προβλέπονται τρεις εναλλακτικοί τρόποι επίδοσης σε παραλήπτες γνωστής διαμονής σε κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συγκεκριμένα: α) η βασική έμμεση επίδοση, μέσω των κεντρικών υπηρεσιών διαβίβασης και παραλαβής (ήτοι, για τη χώρα μας, μέσω της εκάστοτε αρμόδιας Εισαγγελίας – βλ. άρθρ. 2 έως 7 του Κανονισμού), β) η άμεση επίδοση μέσω του ταχυδρομείου (άρθρ. 14) και γ) η επίσης άμεση επίδοση μέσω των δικαστικών επιμελητών του κράτους παραλαβής (άρθρ. 15). Σημειώνεται ότι μεταξύ των παραπάνω τρόπων επίδοσης δεν υφίσταται οποιαδήποτε σχέση ιεραρχήσεως (βλ. ΔΕΚ C-473/04, Plumex vs Young Sports, σκέψεις 19 επ. InfoCuria).

ΙΙ. Ειδικά ως προς την άμεση επίδοση μέσω ταχυδρομείου, το άρθρο 14 του Κανονισμού προβλέπει ότι: «Κάθε κράτος μέλος δύναται να επιδίδει ή κοινοποιεί δικαστικές πράξεις απευθείας δια των ταχυδρομικών υπηρεσιών σε κατοίκους άλλου κράτους μέλους με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής ή ισοδύναμο έγγραφο». Ενόψει της γραμματικής διατύπωσης του ως άνω άρθρου, έχει διατυπωθεί η άποψη ότι η ταχυδρομική επίδοση επιτρέπεται μόνο όταν γίνεται με επιμέλεια ενός κράτους – μέλους. Ωστόσο, κατ’ ορθότερη ερμηνευτική προσέγγιση και δεδομένου ότι η ταχυδρομική επίδοση προβλέπεται στον Κανονισμό ως διακριτός τρόπος επίδοσης, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι είναι επιτρεπτή, είτε γίνεται με επιμέλεια κράτους μέλους, είτε με επιμέλεια των διαδίκων (πρβλ. ΠΠρΠατ 204/2012, ΠΠειρ 4400/2011, ΝΟΜΟΣ και ΔΕΚ C-473/04, InfoCuria). Προς την ίδια κατεύθυνση άλλωστε, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη επισημάνει την ανάγκη βελτίωσης της διατύπωσης του άρθρου 14, ώστε να εξαλειφθεί η δυνατότητα πολλαπλής ερμηνείας του και να καταστεί προσιτή σε όλους εν γένει η χρήση των ταχυδρομικών υπηρεσιών σε διασυνοριακές υποθέσεις [βλ. την από 4.12.2013 έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007, § 3.10].

III. Δεδομένου ότι ο Κανονισμός (ΕΚ) 1393/2007 δεν περιέχει ειδικές διατάξεις ως προς τους αποδέκτες της επίδοσης, τα ικανά προς παραλαβή του επιδιδόμενου εγγράφου πρόσωπα θα πρέπει να αναζητηθούν με βάση τη lex fori (Π. Αρβανιτάκη, ΕΠολΔ 2012, σ. 443).

IV. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) 1393/2007, η μετάφραση του επιδοτέου εγγράφου σε γλώσσα που κατανοεί ο παραλήπτης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την έγκυρη επίδοση του. Επομένως, η έλλειψη μετάφρασης και για την ταυτότητα του νομικού λόγου και η ελλιπής ή ανακριβής μετάφραση αυτού δεν καθιστούν την επίδοση άκυρη, ωστόσο, για λόγους προστασίας του δικαιώματος άμυνας του αποδέκτη (άρθρο 6. I ΕΣΔΑ), προβλέπεται στο άρθρο 8 §§ 1 και 2 του Κανονισμού, το δικαίωμα του τελευταίου να αρνηθεί την παραλαβή του εγγράφου αν δεν έχει συνταχθεί σε γλώσσα την οποία κατανοεί ή στην επίσημη γλώσσα, του κράτους μέλους παραλαβής. Εάν ο παραλήπτης ασκήσει νομίμως το ως άνω δικαίωμά του, η επίδοση δεν πάσχει ούτε καθίσταται άκυρη. Αντίθετα, δύναται να θεραπευθεί μέσω της εκ νέου επίδοσης του εγγράφου στον παραλήπτη, συνοδευόμενου από σχετική μετάφραση (άρθρ. 8 § 3 του Κανονισμού - βλ και Αρβανιτάκη, ΕΠολΔ 2009. 716, ΔΕΕ C-519/13 Alpha Bank Cyprus Ltd vs Senh κ.λ., σκέψεις 59-66, ΔΚΚ C 443/03 Gotz Lefflcr vs Berlin Chemie AG, σκέψεις 39-43, InfoCuria).

V. Τέλος, ο Κανονισμός (ΕΚ) 1393/2007 αποσκοπεί στην επιτάχυνση και απλοποίηση των ενδοκοινοτικών επιδόσεων (βλ. σκέψεις 6 έως 8 του προοιμίου). Ο εν λόγω σκοπός όμως, σύμφωνα και με τη σχετική νομολογία του ΔΚΚ, δεν πρέπει να επιτυγχάνεται με την καθ’ οιονδήποτε τρόπο αποδυνάμωση των δικαιωμάτων άμυνας του αποδέκτη της επίδοσης (βλ. και άρθρ. 47 εδ. β’ του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΈ και 6 § 1 της ΕΣΔΑ). Αντίθετα, πρέπει να διασφαλίζεται ότι ο παραλήπτης, όχι μόνον παραλαμβάνει όντως την επιδιδόμενη πράξη, αλλά και ότι είναι σε θέση να πληροφορηθεί και να κατανοήσει πλήρως το περιεχόμενό της. Εναπόκειται επομένως στον εθνικό δικαστή να μεριμνά για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των διαδίκων και ιδίως του δικαιώματος του αποδέκτη να έχει επαρκή χρόνο στη διάθεσή του για να προετοιμάσει την άμυνά του (βλ. έτσι ΔΕΕ C-384/14, Alfa Realltat SI, vs Eriock Film Aps, σκέψεις 47-51, ΔΕΕ C-519/13, Alpha Bank Cyprus i.td vs Senh κτλ., σκέψη 31, ΔΚΚ 0-443/03, Gotz Leffler vs Berlin Chemie AG, σκέψεις 51-52). Εξάλλου, η απλή περιέλευση του επιδιδόμενου εγγράφου στον παραλήπτη δεν εξασφαλίζει πάντοτε και την ισότητα των όπλων, ιδίως μάλιστα σε περιπτώσεις πολυσέλιδων εγγράφων τα οποία πρέπει επιπλέον να μεταφραστούν διότι δεν έχουν συνταχθεί σε γλώσσα που κατανοεί ο παραλήπτης. Για το λόγο αυτό είναι αναγκαίο το δικαστήριο να προβαίνει σε στάθμιση των εκάστοτε ειδικών συνθηκών, λαμβάνοντας υπόψη τη δυνατότητα προετοιμασίας των αμυντικών μέσων του αντιδίκου ακόμη κι αν έχουν τηρηθεί οι προβλεπόμενες από το νόμο προθεσμίες για τις επιδόσεις (Α. Παπαγιάννη, Το Δίκαιο των επιδόσεων στην πολιτική δίκη, έκδοση 2008, σ. 204 επ.). Τέλος, το προσωρινό απαράδεκτο, όπως είναι και το απαράδεκτο της συζήτησης, κηρύσσεται από το Δικαστήριο είτε προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξης που προηγήθηκε, όπως είναι και η ακυρότητα της κλητεύσεως, είτε προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικαίωμα της υπερασπίσεως, ήτοι της δυνατότητας προπαρασκευής των αμυντικών μέσων του διαδίκου (βλ. ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 757/2017, ΑΠ 415/2005, ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι η επίδοση της υπό κρίση αγωγής προς τους εναγόμενους, εκ των οποίων η πρώτη εδρεύει και ο δεύτερος κατοικεί σε κράτος – μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συγκεκριμένα στην Ιταλία, έλαβε χώμα απευθείας μέσω ταχυδρομείου, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 14 του Κανονισμού (ΕΚ) 1.193/ 2007.

Ειδικότερα, από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τον ενάγοντα από 1.12.2016 αποδεικτικά αποστολής με αριθμούς . , . και . , προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση αγωγής, συνοδευόμενο από μετάφρασή του στην ιταλική γλώσσα απεστάλη, μέσω ιδιωτικής ταχυμεταφορικής εταιρείας (courier), προς τους εναγόμενους και συγκεκριμένα αφενός προς τους νομίμους εκπροσώπους της πρώτης εναγόμενης, G.R.** και M.V.** και αφετέρου προς το δεύτερο εναγόμενο (βλ. ως προς τις ιδιότητες των G.R.** και M.V.** ως νομίμων εκπροσώπων της πρώτης εναγόμενης, τα προσκομιζόμενα από την τελευταία από 17 και 30.03.2017 ειδικά πληρεξούσια αυτών, καθώς και το προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα απόσπασμα της μερίδας της πρώτης εναγόμενης στο Εμπορικό Επιμελητήριο του Κόμο). Οι παραπάνω ταχυδρομικές επιδόσεις ολοκληρώθηκαν με την πραγματική παράδοση των επιδοτέων εγγράφων προς τους εναγομένους (άρθρ. 9 Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007, βλ. και ΑΠ 101/2017, ΝΟΜΟΣ), η οποία έλαβε χώρα την 2.12.2016 και την 9.12.2016 αντίστοιχα, ήτοι εντός της 60νθήμερης προθεσμίας του άρθρου 215 § 2 του ΚΠολΔ, απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των εναγομένων ως αβάσιμων (βλ. προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τον ενάγοντα από 2.12.2016 και 9.12.2016 αποδεικτικά παραλαβής με αριθμούς . και ., από τα οποία προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση αγωγής παρελήφθη αφενός από το νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης εναγόμενης, M.V.** και αφετέρου από το δεύτερο εναγόμενο, αυτοπροσώπως). Σημειώνεται ότι από την επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας δεν προέκυψε η πραγματική επίδοση της υπό κρίση αγωγής και προς τον έτερο νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης εναγόμενης, G.R.**, δεδομένου ότι το από 2.12.2016 αποδεικτικό παραλαβής που προσκομίζει ο ενάγων δε φέρει την υπογραφή του, ενώ οι σχετικές έγγραφες βεβαιώσεις της ταχυμεταφορικής εταιρείας δε συνιστούν, κατά τη κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ισοδύναμο της απόδειξης παραλαβής έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 14 του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007. Ωστόσο, το γεγονός αυτό ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί, καθώς σύμφωνα και με το άρθρο 126 § 2 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται εν προκειμένω ελλείψει σχετικών διατάξεων του Κανονισμού (βλ. υπό στοιχείο ΙΙΙ νομική σκέψη ανωτέρω»), εάν υπάρχουν περισσότεροι νόμιμοι εκπρόσωποι, αρκεί η επίδοση σε έναν από αυτούς. Η πρώτη εναγόμενη, με τις νομίμως κατατεθειμένες προτάσεις της, ισχυρίζεται ότι η προς αυτήν επίδοση της υπό κρίση αγωγής δεν ήταν έγκυρη διότι δεν έλαβε χώρα στη διεύθυνση της καταστατικής της έδρας, στο Κ.** της Ιταλίας αλλά σε άλλη διεύθυνση στην οποία διατηρεί απλή εγκατάσταση. O ισχυρισμός της όμως αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος διότι για το κύρος της επίδοσης σε νομικά πρόσωπα, δεν έχει σημασία ο τόπος της καταστατικής τους έδρας αλλά ο τόπος κατοικίας ή εργασίας του νομίμου εκπροσώπου τους (βλ. AΠ 129/2001, Εφ Πειρ 151/2016, ΝΟΜΟΣ, βλ. και Ν. Νίκα, Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας, Β’ έκδοση, σ. 321). Εν προκειμένω δε, όπως προκύπτει από το από 2.12.2016 αποδεικτικό παραλαβής που προσκομίζει ο ενάγων, η υπό κρίση αγωγή επιδόθηκε εγκύρως στις εγκαταστάσεις της πρώτης εναγόμενης στη διεύθυνση …, όπου και η διεύθυνση κατοικίας του νομίμου εκπροσώπου της, M.V.** και παρελήφθη από τον τελευταίο, ο οποίος έθεσε την υπογραφή του επί του σχετικού αποδεικτικού παραλαβής.

Σημειώνεται ότι η πρώτη εναγόμενη, με την προσθήκη επί των από 18.03.2017 προτάσεων της, χωρίς να αμφισβητεί την ιδιότητα του ανωτέρω ως νομίμου εκπροσώπου της και χωρίς να προσβάλλει την υπογραφή αυτού επί του αποδεικτικού παραλαβής ως πλαστή, ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση αγωγή δεν παραδόθηκε στον ίδιο αλλά σε τρίτο υπάλληλό της, αρμόδιο για την παραλαβή της αλληλογραφίας της, ο οποίος και έθεσε την υπογραφή του στο σχετικό αποδεικτικό παραλαβής. Ωστόσο, ο παραπάνω ισχυρισμός της, ακόμα και αληθής υποτιθέμενος, δεν καθιστά την υπό κρίση επίδοση άκυρη, διότι σύμφωνα και με τη σχετική νομολογία του ΔΕΕ, η ταχυδρομική επίδοση είναι έγκυρη, ακόμη κι αν το προς επίδοση έγγραφο δεν παραδόθηκε προσωπικά στον παραλήπτη του αλλά σε τρίτο ενήλικο σύνοικο ή απασχολούμενο στην υπηρεσία του. Εναπόκειται δε στον ίδιο τον παραλήπτη να αποδείξει ότι συνεπεία της μη αυτοπρόσωπης παραλαβής του επιδοτέου εγγράφου δεν μπόρεσε να λάβει γνώση αυτού ή να αντιληφθεί το περιεχόμενό του, γεγονότα που ουδόλως επικαλείται εν προκειμένω η πρώτη εναγόμενη (βλ. ΔΕΕ C-354/15, Henderson vs Novo Banco S.A., σκέψεις 86 επ.). Περαιτέρω, αμφότεροι οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η ως άνω ταχυδρομική επίδοση δεν ήταν έγκυρη διότι δεν έλαβε χώρα σύμφωνα με τον ημεδαπό ΚΠολΔ και δε συνοδευόταν από σχετική παραγγελία προς επίδοση, υπογραφόμενη από τον ενάγοντα ή τον πληρεξούσιο δικηγόρο του. Επιπλέον, ισχυρίζονται ότι η παραπάνω ταχυδρομική επίδοση δεν δύναται να θεωρηθεί έγκυρη ούτε κατ’ άρθρο 14 του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007, αφενός διότι έγινε απευθείας από τον ίδιο τον ενάγοντα και αφετέρου διότι έλαβε χώρα μέσω απλής ιδιωτικής υπηρεσίας ταχυμεταφοράς και όχι με συστημένη επιστολή επί αποδείξει. Ωστόσο, οι παραπάνω ισχυρισμοί των εναγομένων τυγχάνουν απορριπτέοι ως μη νόμιμοι διότι, σύμφωνα και με την υπό στοιχείο I νομική σκέψη που προηγήθηκε, στις επιδόσεις σε πρόσωπα με γνωστή διαμονή σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως εν προκειμένω, εφαρμοστέος τυγχάνει ο Κανονισμός (ΕΚ) 1393/2007, ο οποίος και υπερισχύει των σχετικών διατάξεων του ημεδαπού ΚΠολΔ. Εξάλλου, όπως ήδη αναπτύχθηκε στην υπό στοιχείο II νομική σκέψη ανωτέρω, το άρθρο 14 του ως άνω Κανονισμού επιτρέπει την απευθείας ταχυδρομική επίδοση στους διαδίκους και μάλιστα ανεξάρτητα αν οι ταχυδρομικές υπηρεσίες παρέχονται από δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς (βλ ΠΠρΠειρ 4400/2011, ΝΟΜΟΣ και Π. Αρβανιτάκη, ΕΠολΔ 2009. 717), υπό τη μόνη προϋπόθεση ότι η επίδοση λαμβάνει χώρα με συστημένη επιστολή, με απόδειξη παραλαβής ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο. Εν προκειμένω δε, η υπό κρίση ταχυδρομική επίδοση έλαβε χώρα πράγματι με συστημένη επιστολή, ήτοι με επιστολή που παρέχει στον αποστολέα απόδειξη της κατάθεσης του ταχυδρομικού αντικειμένου και/ή απόδειξη της παράδοσης του στον παραλήπτη (βλ. ως προς τον ορισμό της συστημένης επιστολής άρθρ. 2 § Α10 ν. 4053/2012), όπως τούτο προκύπτει από τα σχετικά αποδεικτικά αποστολής και παραλαβής που προσκομίζει ο ενάγων. Τέλος, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η προς αυτούς επίδοση της υπό κρίση αγωγής τυγχάνει άκυρη διότι η μετάφρασή της στην ιταλική γλώσσα δεν ήταν ακριβής, με συνέπεια να μην αντιληφθούν εγκαίρως το περιεχόμενό της και να υποστούν για το λόγο αυτό δικονομική βλάβη. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι στην επιδοθείσα προς αυτούς μετάφραση της έκθεσης κατάθεσης της υπό κρίση αγωγής, η λέξη «προτάσεις» στις φράσεις: «Η προθεσμία κατάθεσης των προτάσεων για τους διαδίκους είναι μέσα σε εκατό ημέρες από την κατάθεση της αγωγής» και «Επισημαίνεται ότι εκπρόθεσμες προτάσεις δεν λαμβάνονται υπόψη», αποδόθηκε εσφαλμένως στην ιταλική γλώσσα με τον όρο «proposta», ο οποίος έχει την έννοια της «πρότασης – προσφοράς», αντί του ορθού νομικού όρου «memoria», με συνέπεια να αντιληφθούν εσφαλμένως ότι καλούνταν να υποβάλουν συμβιβαστική πρόταση στο πλαίσιο προδικαστικής επίλυσης της διαφοράς και να μην απευθυνθούν εγκαίρως στο νομικό τους παραστάτη. Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει πράγματι ότι στην επιδοθείσα στους εναγόμενους μετάφραση της έκθεσης κατάθεσης της υπό κρίση αγωγής στην ιταλική γλώσσα, η λέξη «προτάσεις» αποδίδεται με τον όρο «proposta», ο οποίος έχει την έννοια της «πρότασης – προσφοράς» (βλ. προσκομιζόμενη από τους εναγόμενους μετάφραση της λέξης «proposta» από ηλεκτρονικό ελληνοϊταλικό λεξικό) αντί του ορθού όρου «memoria» (βλ. προσκομιζόμενες από τους εναγόμενους από 17.01.2014 προτάσεις του ενάγοντος ενώπιον του Τακτικού Δικαστηρίου της Β.**, καθώς και ιταλο-ελληνικό και ελληνο-ιταλικό λεξικό νομικών όρων, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 646). Η παραπάνω εσφαλμένη μετάφραση, σύμφωνα και με την υπό στοιχείο IV νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν καθιστά την οπό κρίση επίδοση άκυρη, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι. Ωστόσο, το ως άνω σφάλμα της, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο επιδοθέν δικόγραφο δεν προσδιοριζόταν συγκεκριμένη ημερομηνία εκδίκασης της υπό κρίση αγωγής, δημιούργησε στους εναγόμενους την εύλογη πεποίθηση ότι καλούνταν να υποβάλλουν απλή «πρόταση – προσφορά» προς τον ενάγοντα στο πλαίσιο προδικαστικής επίλυσης της διαφοράς τους. Αντελήφθησαν δε ότι με την επίδοση αυτή ξεκινούσε πράγματι άμεση δικαστική διαδικασία σε βάρος τους στο έδαφος άλλου κράτους – μέλους, μόλις την 10.03.2017, οπότε και τους επιδόθηκε η από 6.03.2017 κλήση του ενάγοντος περί εξέτασης μαρτύρων στο πλαίσιο της παρούσας δίκης. Συνεπεία τούτου, οι εναγόμενοι απευθύνθηκαν στους νομικούς τους παραστάτες, μόλις την 10.03.2017, ήτοι 10 ημέρες προ της εκπνοής της προθεσμίας των 130 ημερών για την υποβολή προτάσεων του άρθρου 237 § 1 ΚΠολΔ, με περαιτέρω συνέπεια να μην έχουν έκτοτε επαρκή χρόνο για την προετοιμασία της άμυνάς τους και τη συγκέντρωση του απαραίτητου αποδεικτικού υλικού προς αντίκρουση της υπό κρίση πολυσέλιδης αγωγής του ενάγοντος. Αποδεικνύεται επομένως ότι λόγω της ως άνω εσφαλμένης μετάφρασης της υπό κρίση αγωγής, οι εναγόμενοι στερήθηκαν, χωρίς υπαιτιότητά τους, το δικαίωμα της υπερασπίσεώς τους, ήτοι της δυνατότητας πλήρους και ενδελεχούς προπαρασκευής των αμυντικών τους μέσων, καθώς κατέθεσαν μεν εμπροθέσμως προτάσεις, πλην όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του φακέλου που υπέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, δεν κατάφεραν να συγκεντρώσουν το σύνολο των απαραίτητων για την υπεράσπισή τους αποδεικτικών εγγράφων, ούτε είχαν τον αναγκαίο χρόνο για την επίσπευση ενόρκων βεβαιώσεων προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους. Σημειώνεται ότι ο ενάγων, με την προσθήκη επί των από 20.03.2017 προτάσεών του, ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι είχαν αντιληφθεί νωρίτερα το περιεχόμενο της υπό κρίση αγωγής του, καθώς ήδη από την 6.03.2017, ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους, Λ.Π.**, επικοινώνησε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ίδιου (του ενάγοντος), αιτούμενος αντίγραφο της υπό κρίση αγωγής ή τον αριθμό της κατάθεσής της προκειμένου να ενημερωθεί για την πορεία της, ενώ τις επόμενες ημέρες, κι ο Ιταλός δικηγόρος τους C.P.** επικοινώνησε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της υπό κρίση υπόθεσης, προκειμένου οι εναγόμενοι να προετοιμάσουν και υποβάλουν τις θέσεις τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, όντας μάλιστα διατεθειμένοι να συναινέσουν στην αναβολή συζήτησης της υπόθεσης που εκκρεμούσε στο Δικαστήριο της Β.** κατά τη δικάσιμο της 10.03.2017 (βλ. προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα από 8.03.2017 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του C.P.**). Ωστόσο, οι παραπάνω ισχυρισμοί του ενάγοντος ουδόλως αναιρούν την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου περί προσβολής εν προκειμένω του δικαιώματος υπερασπίσεως των εναγομένων, διότι ακόμη κι αν οι τελευταίοι απευθύνθηκαν στους νομικούς τους παραστάτες στις αρχές Μαρτίου του έτους 2017, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, ήτοι περί τις 20 περίπου ημέρες πριν την εκπνοή της προθεσμίας του άρθρου 237 § 1 του ΚΠολΔ, το χρονικό αυτό διάστημα δεν κρίνεται και πάλι επαρκές για την προετοιμασία της υπεράσπισής τους στο πλαίσιο της παρούσας δίκης. Ενόψει όλων των ανωτέρω και εφόσον αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι, συνεπεία της ως άνω εσφαλμένης μετάφρασης της υπό κρίση αγωγής, έχουν υποστεί ανεπανόρθωτη δικονομική βλάβη, συνιστάμενη στην αδυναμία πλήρους προετοιμασίας της υπερασπίσεώς τους, πρέπει, προς διαφύλαξη και εξασφάλιση της ασκήσεως του θεμελιώδους δικονομικού δικαιώματος της υπερασπίσεώς τους, να κηρυχθεί αυτεπαγγέλτως απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αγωγής, σύμφωνα και με την υπό στοιχείο V νομική σκέψη που προηγήθηκε. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται διότι η παρούσα απόφαση δεν είναι οριστική (άρθρ. 191 § 1 ΚΠολΔ)».

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. ΠΠΑ 4266/2017, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ = ΝοΒ 2018, σελ. 877 επ..

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί