Συμβατικός καθορισμός της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα ή/και του δικαιώματος μεταγαμιαίας διατροφής και παραίτηση από αυτά προ της εκδόσεως διαζυγίου;
Η κατά το άρθρο 1400 ΑΚ αξίωση του συζύγου για συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι ενοχική και προσωποπαγής, γεννάται δε από τη στιγμή που θα λυθεί ή θα ακυρωθεί αμετακλήτως ο γάμος ή που θα συμπληρωθεί τριετία στη διάσταση των συζύγων. Εξάλλου, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3, 174,178,871,1400 και 1441 ΑΚ, ναι μεν η διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ έχει χαρακτήρα κανόνα αναγκαστικού δικαίου και, συνεπώς, παραίτηση του δικαιούχου ή σύναψη αντιθέτων συμφωνιών εκ των προτέρων, προτού δηλαδή γεννηθεί η σχετική αξίωση, απαγορεύεται και είναι άκυρη.
Κατ’ εξαίρεση, όμως, είναι ισχυρή η αντίθετη προς τον κανόνα του άρθρου 1400 ΑΚ συμφωνία πριν από τη γέννηση της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα όταν το ζήτημα των αποκτημάτων αποτελεί αντικείμενο ενός γενικότερου διακανονισμού των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων στο πλαίσιο των μεταξύ αυτών διαπραγματεύσεων για την επίτευξη συμφωνίας συναινετικού διαζυγίου κατά το άρθρο 1441 ΑΚ. Εν τοιαύτη περιπτώσει, δε, η περί ης ο λόγος συμφωνία τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της λύσεως του γάμου των συζύγων με συναινετικό διαζύγιο. Πράγματι, αφού μόνη η κοινή συναίνεση σε διαζύγιο συνιστά αυτοτελή και δεσμευτικό για τον δικαστή λόγο διαζυγίου, κατά μείζονα λόγο θα είναι ισχυρή και η υπό αίρεση ρύθμιση, στο στάδιο αυτό, της ενοχικής αξίωσης για τα αποκτήματα, ακόμη και δια παραιτήσεως από αυτήν, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι γενικοί όροι ακυρότητας της δηλώσεως βουλήσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ. Η εν λόγω ρυθμιστική για τα αποκτήματα συμφωνία, εφόσον δεν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελεί, εφόσον δηλαδή δεν λυθεί ο γάμος με συναινετικό διαζύγιο, δεν επιφέρει αποτελέσματα και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεμελιώσει ανατρεπτική ένσταση (βλ. ΑΠ 1252/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 336/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1872/2009 ΧρΙΔ 2010.622, ΑΠ 819/2004 ΕλλΔνη 2006.1355 και ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 668/2001 ΝοΒ 50.700 και ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 222/2000 ΝοΒ 49.401, ΕφΘεσσαλ 1345/2012 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσσαλ 737/2009 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 202/2000 Αρμ 55.478, ΕφΑθ 1633/1996 ΑρχΝ ΜΗ΄ 166, Β. Αντ. Βαθρακοκοίλη, «ΕΡΝΟΜΑΚ Ερμηνεία Νομολογία Αστικού Κώδικα (κατ’ άρθρο) τόμος Ε΄ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ Άρθρα 1346 – 1694 Με τις τροποποιήσεις έως και του ν. 3089/2002», Αθήνα 2004, σελ. 322, με περαιτέρω παραπομπή σε ΕΘ 2910/1990 Αρμ 1990.1186, Χ. Δ. Παπαδάκη, Αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2010, σελ. 33).
Πρέπει, πάντως, να προσεχθεί ότι η υπογραφή ιδιωτικού συμφωνητικού αφορώντος στην επιμέλεια τέκνων για την έκδοση συναινετικού διαζυγίου και η αναφορά σε δικόγραφο ότι «κατά τον χρόνο υπογραφής (…) του ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο αποφασίσαμε τη λύση του γάμου μας και ρυθμίσαμε τις όποιες οικονομικές διαφορές μας» δεν συνιστούν παραίτηση από την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, δεδομένου ότι τοιαύτη παραίτηση πρέπει να είναι σαφής και μη επιδεχόμενη αμφισβήτησης (βλ. ΑΠ 1189/2017 και ΕφΑνΚρητ 136/2014, ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, όσον αφορά στο ζήτημα της μεταγαμιαίας διατροφής, παρατηρητέον ότι, σύμφωνα με την ΑΠ 222/2000 (ΝΟΜΟΣ), από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1442, 1443 και 1444 ΑΚ, που αναφέρονται στη διατροφή μετά το διαζύγιο, καθώς και του άρθρου 1441 του ιδίου Κώδικα, με το οποίο θεσπίστηκε το συναινετικό διαζύγιο, προκύπτει ότι η διατροφή μετά το διαζύγιο – συναινετικό ή κατ’ αντιδικία – παύει να λειτουργεί ως ποινή διαζυγίου για τον υπαίτιο της λύσης του γάμου σύζυγο και ως ισόβια πρόσοδος και σύνταξη για τον ανυπαίτιο σύζυγο, αφού το άρθρο 1442 ΑΚ, ως έχει σήμερα, δεν εξαρτά ούτε την υποχρέωση διατροφής από την υπαιτιότητα του υποχρέου, ούτε το δικαίωμα διατροφής από την ανυπαιτιότητα του δικαιούχου. Συνεπώς, η μεταγαμιαία διατροφή το μεν αποβάλλει εντελώς τον χαρακτήρα της ποινής και της αποζημίωσης για το γαμικό παράπτωμα, τον οποίον είχε στο δίκαιο του Αστικού Κώδικα πριν από τον Ν. 1329/1983, το δε θεμελιώνεται σε λόγους κοινωνικής και ηθικής φύσεως. Η μεταβολή αυτή, δε, του παραγωγικού της λόγου και της αιτιακής της σχέσεως, σε συνδυασμό και με την καθιέρωση του συναινετικού διαζυγίου, διαφοροποιεί την εν λόγω διατροφή από τη διατροφή από τον νόμο για την οποία ισχύουν οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1485 επ. ΑΚ. Έτσι, οι διατάξεις των άρθρων 1442 – 1444 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά τον Ν. 1329/1983, τυγχάνουν διατάξεις ενδοτικού δικαίου.
Λόγω του ενδοτικού δικαίου χαρακτήρος των διατάξεων περί διατροφής μετά το διαζύγιο (άρθρα 1442 – 1444 ΑΚ), δε, αφενός επιτρέπεται ο συμβατικός καθορισμός της διατροφής αυτής είτε πριν από είτε μετά το διαζύγιο – δεδομένου ότι με την καθιέρωση του συναινετικού διαζυγίου ο νόμος επιτρέπει το μείζον, που έγκειται στη λύση του γάμου με συμφωνία-συναίνεση των συζύγων και, συνεπώς, παρεπόμενες συμφωνίες μεταξύ τους που διευκολύνουν ή επιταχύνουν τη λύση του γάμου, όπως λ.χ. εκείνες που ρυθμίζουν τις περιουσιακές τους σχέσεις μετά το διαζύγιο ή τις διατροφικές τους αξιώσεις, δεν αντίκεινται στα χρηστά ήθη και δεν είναι άκυρες κατ’ άρθρο 178 ΑΚ, συνιστούν δε το έλασσον – κι αφετέρου επιτρέπεται παραίτηση από το δικαίωμα διατροφής, είτε πρόκειται για το παρελθόν είτε για το μέλλον, καθότι η απαγόρευση του άρθρου 1499 ΑΚ του κεφαλαίου της διατροφής από τον νόμο, που απαγορεύει τέτοιες συμφωνίες για το μέλλον, δεν διαλαμβάνεται στο άρθρο 1443 ΑΚ, που επιβάλλει την ανάλογη εφαρμογή μόνο των άρθρων 1487, 1493, 1494 και 1498 ΑΚ εκ του κεφαλαίου της διατροφής από τον νόμο (βλ. ΑΠ 92/2006 και ΑΠ 222/2000, ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, επιτρέπεται να συμφωνηθεί ότι οφείλεται μεταγαμιαία διατροφή ακόμη κι αν δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το άρθρο 1442 ΑΚ προϋποθέσεις, μάλιστα δε χωρίς τους χρονικούς περιορισμούς που τίθενται στο άρθρο αυτό (βλ. ΑΠ 92/2006 και ΑΠ 222/2000, ΝΟΜΟΣ). Προσέτι, δεν αποκλείεται να συμφωνηθούν οι όροι υπό τους οποίους παρέχεται η διατροφή αυτή, αλλά να αφεθεί για μεταγενέστερη συμφωνία των μερών ο καθορισμός ή η αναπροσαρμογή του ποσού της παρεχόμενης για ορισμένο χρονικό διάστημα διατροφής, οπότε, εφόσον η θέληση των μερών συνίσταται στο να οφείλεται διατροφή και κατά το διάστημα αυτό, εάν δεν επακολουθήσει συμφωνία τους ως προς το ποσό της διατροφής, αυτό θα καθοριστεί με δίκαιη κρίση από το δικαστήριο, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 371 ΑΚ (βλ. ΑΠ 92/2006, ΑΠ 393/2002, ΑΠ 929/2001, ΑΠ 222/2000, ΑΠ 351/1996, ΟλΑΠ 1381/1983). Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο περιορίζεται στον καθορισμό του οφειλόμενου, κατά τους όρους της σύμβασης, ποσού της διατροφής και δεν ερευνά εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτεί ο νόμος (άρθρο 1442 ΑΚ) για να οφείλεται διατροφή μετά το διαζύγιο (βλ. ΑΠ 92/2006 και ΑΠ 222/2000, ΝΟΜΟΣ).
Ανδρέας Ματσακάς
LL.M. Ποινικών Επιστημών
Advanced LL.M. Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
E-mail: info@efotopoulou.gr