Νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου (ΝΑΤΦ): Ν. 4491/2017, νομολογία, διαδικασία, προϋποθέσεις, τοπική αρμοδιότητα του δικαστηρίου
Πρέπει, κατ’ αρχάς, να διευκρινισθεί ότι ως «διεμφυλικά» ορίζονται τα άτομα στα οποία ο εσωτερικός και προσωπικός τρόπος με τον οποίο τα ίδια βιώνουν το φύλο τους δεν αντιστοιχεί στο φύλο που καταχωρίστηκε κατά τη γέννησή τους με βάση τα βιολογικά τους χαρακτηριστικά, με συνέπεια να βιώνουν τη λεγόμενη «δυσφορία γένους» και, δυστυχώς, να υφίστανται διακρίσεις σε όλους τους χώρους, όπως για παράδειγμα στις διαπροσωπικές τους σχέσεις, την εργασία, την εκπαίδευση ή την ιατρική περίθαλψη. Προσέτι, τα διεμφυλικά άτομα γίνονται συχνά θύματα εκδηλώσεων αποδοκιμασίας, μίσους, βίας και ρατσισμού («τρανσφοβία»), οι οποίες προσβάλλουν βάναυσα την προσωπικότητα και την αξιοπρέπειά τους, ενώ δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες τίθεται εν κινδύνω η ίδια η ζωή τους. Ακόμη και απλούστερα θέματα της καθημερινότητας, όμως, όπως λ.χ. η έκδοση άδειας οδήγησης ή ταξιδιωτικών εγγραφών, αποτελούν πρόβλημα για τα διεμφυλικά πρόσωπα. Διαπιστώνεται, συνεπώς, μια μεγάλη υστέρηση ως προς την απόλαυση των ατομικών δικαιωμάτων τους, γεγονός που οφείλεται εν μέρει και στη δικαστηριακή διαδικασία που ακολουθείται στην Ελλάδα προκειμένου να διορθωθεί το ληξιαρχικώς καταχωρισμένο φύλο τους. Ως προς τη διαδικασία αυτή και την οικεία κείμενη νομοθεσία, εξ άλλου, λεκτέα τυγχάνουν τα ακόλουθα:
Όπως ορίζεται στο άρθρο 1 του Ν. 4491/2017 (ΦΕΚ Α’ 152/13-10-2017), το πρόσωπο έχει δικαίωμα στην αναγνώριση της «ταυτότητας φύλου» του ως στοιχείου της προσωπικότητάς του, καθώς και δικαίωμα στον σεβασμό της προσωπικότητάς του με βάση τα «χαρακτηριστικά φύλου» του. Κατά το άρθρο 2 του Ν. 4491/2017, δε, «1. Ως ταυτότητα φύλου νοείται ο εσωτερικός και προσωπικός τρόπος με τον οποίο το ίδιο το πρόσωπο βιώνει το φύλο του, ανεξάρτητα από το φύλο που καταχωρίστηκε κατά τη γέννησή του με βάση τα βιολογικά του χαρακτηριστικά. Η ταυτότητα φύλου περιλαμβάνει την προσωπική αίσθηση του σώματος, καθώς και την κοινωνική και εξωτερική έκφραση του φύλου,[1] τα οποία αντιστοιχούν στη βούληση του προσώπου. Η προσωπική αίσθηση του σώματος μπορεί να συνδέεται και με αλλαγές που οφείλονται σε ιατρική αγωγή ή άλλες ιατρικές επεμβάσεις που επιλέχθηκαν ελεύθερα. 2. Ως χαρακτηριστικά φύλου νοούνται τα χρωμοσωμικά, γονιδιακά και ανατομικά χαρακτηριστικά του προσώπου, τα οποία συμπεριλαμβάνουν πρωτογενή χαρακτηριστικά, όπως τα αναπαραγωγικά όργανα, και δευτερογενή χαρακτηριστικά, όπως η μυϊκή μάζα, η ανάπτυξη μαστών ή τριχοφυΐας.».[2]
Όπως γίνεται ευκόλως αντιληπτό, οι ανωτέρω εκτεθείσες διακηρύξεις του άρθρου 1 του Ν. 4491/2017 εξειδικεύουν και τονίζουν τη γενικότερη συνταγματική αρχή της προστασίας της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5§1 Συντάγματος), η οποία αποτέλεσε και σημείο εκκίνησης της εδώ αναλυόμενης νομοθεσίας. Με γνώμονα αυτή την πρωταρχική συνταγματική αρχή, άλλωστε, ο εθνικός νομοθέτης επεδίωξε, με τον Ν. 4491/2017, την καθιέρωση μιας «κατά το δυνατόν απλή[ς] διαδικασία[ς] για τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου των διεμφυλικών προσώπων».[3]
Κατά τη διαδικασία αυτή, ειδικότερα, η διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου γίνεται με δικαστική απόφαση του Ειρηνοδικείου, που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις της εκούσιας δικαιοδοσίας [άρθρα 13, 14 και 22 Ν. 344/1376 «περί ληξιαρχικών πράξεων» (τροπ. με Ν. 4144/2013), καθώς και 740 και 782 ΚΠολΔ], χωρίς να απαιτείται πλέον να βεβαιώνεται στην αίτηση του ενδιαφερομένου ατόμου ότι αυτό παρακολουθείται από ψυχίατρο, χωρίς να χρειάζεται, κατ’ ακολουθία, να προσκομίζεται διάγνωση ψυχιάτρου περί «αναμφίβολου τρανσεξουαλισμού» ή «δυσφορίας φύλου» του εν λόγω ατόμου, χωρίς να πρέπει να έχει υποβληθεί το τελευταίο σε χειρουργική επέμβαση επαναπροσδιορισμού φύλου ή οποιαδήποτε άλλη ιατρική πράξη (π.χ. ορμονοθεραπεία) ή εξέταση αποβλέπουσα στην πλήρη και οριστική επικράτηση του αντιθέτου φύλου από το βιολογικό του και χωρίς να απαιτείται η προσκόμιση ιατρικού πιστοποιητικού για τη μετάβαση του ατόμου από το βιολογικό και καταχωρισμένο στη ληξιαρχική πράξη γέννησής του φύλο στο επιθυμητό φύλο, το οποίο βιώνεται από το άτομο και ανταποκρίνεται στην ταυτότητα φύλου του (φυλομετάβαση). Πράγματι, όπως ορίζει ρητώς και με σαφήνεια η διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 3 του Ν. 4491/2017, «Για τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου δεν απαιτείται να βεβαιώνεται ότι το πρόσωπο έχει υποβληθεί σε οποιαδήποτε προηγούμενη ιατρική επέμβαση. Δεν απαιτείται επίσης η οποιαδήποτε προηγούμενη εξέταση ή ιατρική αγωγή που σχετίζεται με τη σωματική ή ψυχική του υγεία.»!
Εξάλλου, όσον αφορά στην υποβολή ενός προσώπου σε χειρουργική επέμβαση επαναπροσδιορισμού φύλου συγκεκριμένα, αυτή συνιστά μια διαδικασία ιδιαίτερα επίπονη, τόσο σωματικά όσο και ψυχικά, αλλά και οικονομικά δυσπρόσιτη, στο μέτρο που δεν καλύπτεται από κρατικούς φορείς ασφάλισης.[4] Ως προς την εν λόγω επέμβαση, βέβαια, το μείζον ζήτημα έγκειται στο γεγονός ότι αυτή, όταν διενεργείται υποχρεωτικά, περιλαμβάνει τον ιδιαίτερα παρεμβατικό και προσβλητικό ακρωτηριασμό του προσώπου, ο οποίος έχει ρητά καταδικαστεί από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, που καλεί τα Κράτη-μέλη «να διασφαλίσουν ότι η στείρωση ή άλλες ιατρικές διαδικασίες που οδηγούν σε αυτήν δεν πρέπει να είναι προαπαιτούμενα για τη νομική αναγνώριση του επιθυμητού φύλου».[5] Συναφώς, ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) έχει επισημάνει – συγκεκριμένα, στην από 01.02.2013 Έκθεση του Ειδικού Εισηγητή του ΟΗΕ για τα βασανιστήρια και κάθε άλλη βάναυση, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία – ότι η στείρωση ως προαπαιτούμενο για τη νομική αναγνώριση των διεμφυλικών ανθρώπων συνιστά βασανιστήριο. Εξ ετέρου, το προαπαιτούμενο της υποχρεωτικής στείρωσης προσκρούει στα άρθρα 2 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ICCPR), που κατοχυρώνουν την ισότητα και την απαγόρευση των διακρίσεων, ήτοι αρχές εκ των οποίων αναντίρρητα προκύπτει ότι μια κατάσταση, όπως η «δυσφορία γένους», δεν επιτρέπεται να επιβαρύνει υπερβολικά το ενδιαφερόμενο πρόσωπο στην προσπάθειά του να εξασφαλίσει τη μεταχείριση που ζητά από την πολιτεία. Το περί ου ο λόγος προαπαιτούμενο προσκρούει, ακόμη, στο άρθρο 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα (ICESCR). Στην ίδια συνάφεια, η Επιτροπή των Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης έχει αποφανθεί ότι «τα Κράτη-μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να εγγυώνται την πλήρη νομική αναγνώριση του επαναπροσδιορισμού φύλου ενός προσώπου, σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής του (…) με γρήγορες, διαφανείς και εύκολα προσβάσιμες διαδικασίες».[6] Εξ άλλου, η συνάρτηση της διαδικασίας της διόρθωσης του καταχωρισμένου φύλου με το προαπαιτούμενο της υποχρεωτικής στείρωσης έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τα άρθρα 8 και 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που στην Ελλάδα κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, τροποποιήθηκε με τους Ν. 2400/1996 και Ν. 3344/2005 και ισχύει.[7] Επιπροσθέτως, το περί ου πρόκειται προαπαιτούμενο έρχεται σε αντίθεση με τα άρθρα 21 και 35 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος, μετά τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας (01.12.2009), απέκτησε νομικά δεσμευτική ισχύ και απολαύει του ιδίου νομικού κύρους με τις Συνθήκες (άρθρο 6 παρ. 1 ΣΕΕ). Εξ ετέρου, σύμφωνα με Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, «τα Κράτη-μέλη πρέπει να θεσπίσουν ή να επανεξετάσουν τις διαδικασίες νομικής αναγνώρισης του φύλου με στόχο τον πλήρη σεβασμό του δικαιώματος των διεμφυλικών ατόμων στην αξιοπρέπεια και τη σωματική ακεραιότητα».[8] Στην ίδια κατεύθυνση, δε, κινούνται και οι Κατευθυντήριες Γραμμές του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προστασία της άσκησης όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από λεσβίες, ομοφυλόφιλους και αμφιφυλόφιλα, διεμφυλικά και διαφυλικά πρόσωπα (ΛΟΑΔΔ).[9] Προσέτι, είναι ήδη πολλές οι χώρες που έχουν προχωρήσει σε νέα εθνικά νομοθετήματα, απλοποιώντας κατά πολύ τα σχετικά προαπαιτούμενα. Τέτοιες είναι η Μάλτα, η Αργεντινή, η Ιρλανδία, η Δανία, η Νορβηγία και η Ελλάδα (με τον Ν. 4491/2017), ενώ την προϋπόθεση της προηγούμενης χειρουργικής επέμβασης δεν προβλέπουν ούτε η Αυστρία, η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ουγγαρία, η Σουηδία, η Πορτογαλία και η Ισπανία.[10] Όσον αφορά δε στην Ελλάδα συγκεκριμένα, το προαπαιτούμενο της υποχρεωτικής στείρωσης κατ’ αποτέλεσμα χειρουργικής επεμβάσεως προσκρούει όχι μόνο στον μόλις ανωτέρω αναφερθέντα Ν. 4491/2017, αλλά ακόμη και στο ίδιο το Σύνταγμα και δη στα άρθρα 2§1, 4§1 και 5§1 αυτού, που κατοχυρώνουν, αντιστοίχως, τον σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου, την ισότητα και το δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας, έκφανση του οποίου (ενν. δικαιώματος) αποτελεί και το δικαίωμα γενετήσιας αυτοδιάθεσης του ατόμου, η οποία σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να συναρτάται με την καθυποβολή του στη βάσανο του ακρωτηριασμού.[11]
Σχετικά με την καθ’ ημάς νομολογία, εξ άλλου, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι ήδη πριν από την ψήφιση του Ν. 4491/2017 (ΦΕΚ Α’ 152/13-10-2017) είχε εκδοθεί η ευλόγως αποκαλούμενη «ιστορική» υπ’ αριθμ. 418/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών,[12] με την οποία κρίθηκε ότι δεν έπρεπε να θεωρηθεί πρόσκομμα για τη διενέργεια των αιτηθεισών αλλαγών στη ληξιαρχική πράξη γέννησης του αιτήσαντος προσώπου η παράλειψη του τελευταίου να προχωρήσει σε χειρουργική επέμβαση επαναπροσδιορισμού φύλου, δοθέντος ότι η υποχρεωτική στείρωση δια της χειρουργικής αφαίρεσης των γεννητικών οργάνων δεν πρέπει να θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου στα διεμφυλικά άτομα, καθότι συνιστά υπερβολική απαίτηση και πρακτική που παραβιάζει το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, καθώς και τα άρθρα 2 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Έκτοτε εκδόθηκαν πολυάριθμες ακόμη δικαστικές αποφάσεις επί του αντικειμένου της νομικής αναγνώρισης της ταυτότητας φύλου, όπως οι ΕιρΑθ 1572/2016,[13] ΕιρΘεσ 1479Ε/2016,[14] ΕιρΑμαρουσ 146/2017,[15] ΕιρΑθ 604/2017,[16] ΕιρΑθ 572/2017,[17] ΕιρΑθ 1708/2017,[18] ΕιρΘεσ 281Ε/2017,[19] ΕιρΘεσ 1092Ε/2017,[20] ΕιρΘεσ 1147/2017,[21] ΕιρΦλωριν 3/2018[22] και ΕιρΑμαρουσ 67/2018[23].[24] Μάλιστα, οι πιο πρόσφατες αποφάσεις της νομολογιακής αυτής παραγωγής προχώρησαν ένα βήμα παραπέρα σε σχέση με την ΕιρΑθ 418/2016, ορίζοντας – σε συμφωνία και με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3§4 του εν τω μεταξύ ψηφισθέντος Ν. 4491/2017 – ότι προαπαιτούμενο για τη ληξιαρχική διόρθωση του φύλου και, συνακόλουθα, του ονοματεπωνύμου ενός ατόμου δεν αποτελεί όχι μόνον η προηγούμενη υποβολή αυτού σε χειρουργική επέμβαση επαναπροσδιορισμού φύλου, αλλά ούτε και η προηγούμενη υποβολή του σε οποιαδήποτε άλλη ιατρική πράξη (π.χ. ορμονοθεραπεία) ή εξέταση, αρκούσης προς τούτο της σχετικής βούλησης (“solo consensus”) του αιτούντος προσώπου.
Έχοντας αναλύσει τον ως άνω σπουδαίο κανόνα που υιοθετήθηκε νομολογιακά και κατόπιν θεσπίσθηκε νομοθετικά με τον Ν. 4491/2017, δέον όπως αναφερθούμε πλέον κατά τρόπο συγκεκριμένο στις λοιπές ρυθμίσεις του εν θέματι νόμου. Σύμφωνα με αυτόν, λοιπόν, και δη κατά το άρθρο 4§1 τούτου, η διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου, του κύριου ονόματος και του επωνύμου του αιτούντος προσώπου γίνεται με δικαστική απόφαση που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις της εκουσίας δικαιοδοσίας. Ειδικότερα, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 13, 14[25] και 22 του Ν. 344/1976 «Περί ληξιαρχικών πράξεων» και των άρθρων 740 και 782 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι είναι δυνατή η διόρθωση ληξιαρχικής πράξης κατόπιν αιτήσεως όποιου έχει έννομο συμφέρον ή του εισαγγελέα, η οποία (ενν. αίτηση) δικάζεται από το Ειρηνοδικείο κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και διαλαμβάνει αίτημα περί βεβαίωσης γεγονότος/-ων επί σκοπώ διόρθωσης ορισμένου/-ων στοιχείου/-ων της ληξιαρχικής πράξης που προβλέπεται/-ονται από τον νόμο ως απαραίτητο/-α για τη σύνταξή της και εκ παραδρομής ή ηθελημένα καταχωρήθηκε/-αν ανακριβώς στη συνταχθείσα ληξιαρχική πράξη. Αντικείμενο της αίτησης διόρθωσης, δηλαδή, είναι η διαπίστωση των ακριβών στοιχείων που απαιτεί ο νόμος για τη σύνταξη της ληξιαρχικής πράξης και ο τονισμός της ορθότητας αυτών, σε αντιδιαστολή προς τα στοιχεία που βεβαιώθηκαν ανακριβώς στη ληξιαρχική πράξη της οποίας ζητείται η διόρθωση. Κατ’ ακολουθία, η απόφαση που εκδίδεται επί της σχετικής αίτησης είναι στην ουσία, ως προς τη ρυθμιστική της ενέργεια, διαπιστωτική θετική διοικητική πράξη και όχι διαταγή προς τον ληξίαρχο για τη διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης που συντάχθηκε ανακριβώς.[26] Τούτο σημαίνει, περαιτέρω, ότι δεν εκτελείται αμέσως κατά του ληξιάρχου, ούτε υποκαθιστά τη δική του ενέργεια, όμως δημιουργεί σε βάρος του την υποχρέωση να προβεί στη σχετική σύνταξη/διόρθωση.[27] Εξ ετέρου, ως προς το στοιχείο που διορθώνει, η δικαστική απόφαση αναπτύσσει δεσμευτική ισχύ έναντι πάντων, χωρίς ωστόσο να δημιουργεί δεδικασμένο ως προς την έννομη σχέση.[28]
Σημειώνεται, συναφώς, ότι, καθώς η αλλαγή κυρίου ονόματος δεν προσκρούει ούτε σε απαγορευτική διάταξη νόμου, ούτε στο μυστήριο του βαπτίσματος,[29] του οποίου συστατικό στοιχείο αναγόμενο στην ουσία του δόγματος δεν είναι η ονοματοδοσία,[30] είναι δυνατόν να διορθωθεί με δικαστική απόφαση η ληξιαρχική πράξη γέννησης ή βάπτισης και ως προς το κύριο όνομα ενός ατόμου, τόσο σε περίπτωση που η καταχώριση τούτου οφείλεται σε σφάλμα από προφανή παραδρομή, όσο και σε κάθε περίπτωση που η σχετική διόρθωση δικαιολογείται επί τη βάσει της διάταξης του άρθρου 5§1 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα εκάστου προσώπου για ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, εφόσον η συζητούμενη μεταβολή σχετίζεται με τον ακριβή προσδιορισμό της ταυτότητας ενός προσώπου και επιβάλλεται χάριν της ασφάλειας των συναλλαγών ή το καταχωρισμένο όνομα έχει προκαλέσει μη επιθυμητές συνέπειες για τον κάτοχό του, όπερ συμβαίνει όταν το όνομα δεν είναι εύηχο ή δημιουργεί σύγχυση στις συναλλαγές ή προκαλεί εμπαιγμό του φορέα του στο κοινωνικό περιβάλλον αυτού, με συνέπεια να δυσχεραίνονται οι εν γένει συναλλαγές του ή να δημιουργούνται σε αυτό ψυχολογικά προβλήματα και, κατ’ αποτέλεσμα, να παρακωλύεται η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του.[31]
Αναφορικά με το ζήτημα της τοπικής αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου που κρίνει επί της περί ης ο λόγος αιτήσεως, εξ άλλου, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 782 ΚΠολΔ, αρμόδιο δικαστήριο είναι καταρχήν το Ειρηνοδικείο της περιφέρειας του ληξιάρχου που θα συντάξει τη σχετική πράξη. Όμως, λόγω της ελαστικότητας της διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή της ικανότητάς της να προσαρμόζεται στις ιδιαιτερότητες της εκάστοτε δικαζόμενης υπόθεσης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η εν τω νόμω ρύθμιση της τοπικής αρμοδιότητας δεν έχει δεσμευτικό, αλλά απλώς καθοδηγητικό χαρακτήρα. Άλλως ειπείν, η δωσιδικία του άρθρου 782 ΚΠολΔ δεν είναι πράγματι αποκλειστική, αλλά τουναντίον αποκρυσταλλώνεται «ελαστική αποκλειστική αρμοδιότητα», ώστε κατ’ αποτέλεσμα ουδόλως αποκλείεται η απεύθυνση της αίτησης σε άλλο κατά τόπον δικαστήριο, όπως εκείνο του τόπου όπου βρίσκονται τα αποδεικτικά μέσα ή εκείνο του τόπου κατοικίας του αιτούντος προσώπου, εφόσον, λόγω των τοπικών συνθηκών του, είναι σε θέση να παρέχει ταχύτερη, αποτελεσματικότερη και ασφαλέστερη έννομη προστασία, λαμβανομένης υπόψη και της έλλειψης αντίθετων συμφερόντων άξιων λόγου. Τωόντι, το αιτούν πρόσωπο δεν μπορεί να εξαναγκαστεί να απομακρυνθεί από τον τόπο κατοικίας του και να μεταβεί σε άλλον, όπου έχει καταχωριστεί η ληξιαρχική πράξη γέννησής του, δεδομένου ότι η μετάβαση αυτή ενδέχεται να συνεπάγεται δυσανάλογα έξοδα μετακίνησης, στα οποία δεν δύναται να προβεί, ενώ αυτό που προέχει είναι η οικονομία δαπανών, αλλά και χρόνου, όπως και η ευχέρεια συλλογής αποδείξεων.[32]
Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 2 και 3 του Ν. 4491/2017, για την υπό συζήτηση διόρθωση ληξιαρχικής πράξης πρέπει να πληρούται η προϋπόθεση της αγαμίας του αιτούντος και, επιπλέον, να συντρέχει πλήρης δικαιοπρακτική ικανότητα στο πρόσωπο αυτού, τη εξαιρέσει των ανηλίκων που έχουν συμπληρώσει το 17ο έτος της ηλικίας τους, εφόσον υπάρχει ρητή συναίνεση των ασκούντων τη γονική τους μέριμνα, και των ανηλίκων που έχουν συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας τους, εφόσον, πέραν της ρητής συναίνεσης των ασκούντων τη γονική τους μέριμνα, υφίσταται επιπροσθέτως θετική γνωμάτευση διεπιστημονικής Επιτροπής, η οποία συστήνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Υγείας για δύο (2) έτη και στην οποία μετέχουν ένας παιδοψυχίατρος, ένας ψυχίατρος, ένας ενδοκρινολόγος, ένας παιδοχειρουργός, ένας ψυχολόγος, ένας κοινωνικός λειτουργός και ένας παιδίατρος, ως Πρόεδρος, άπαντες με εξειδίκευση στο συγκεκριμένο ζήτημα. Πάντως, αναφορικά με το ζήτημα της απαιτούμενης πλήρους δικαιοπρακτικής ικανότητας του αιτούντος, δέον όπως επισημανθεί ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να εξετάζει τη δικαιοπρακτική ικανότητα του ενηλίκου αιτούντος προσώπου και το πρόσωπο αυτό δεν οφείλει, βεβαίως, να την αποδεικνύει, παρά μόνον όταν υφίστανται ειδικοί λόγοι που υπαγορεύουν τούτο. Κατά τεκμήριο, δηλαδή, όπως σε όλες τις δικαιοπρακτικές δηλώσεις, ένα ενήλικο άτομο που δεν έχει τεθεί υπό δικαστική συμπαράσταση είναι πλήρως ικανό για δικαιοπραξία – εκτός εάν προκύπτει ότι βρίσκεται σε μία από τις καταστάσεις που περιγράφονται στη διάταξη του άρθρου 131 ΑΚ – και το στοιχείο αυτό δεν πρέπει να τίθεται εν αμφιβόλω απλώς και μόνο για τον λόγο ότι το άτομο αυτό ζητεί τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου του.[33]
Προβλέπεται, επίσης, ότι για την υπό συζήτηση διόρθωση απαιτείται αυτοπρόσωπη δήλωση του αιτούντος προσώπου ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου, η οποία γίνεται σε ιδιαίτερο γραφείο, χωρίς δημοσιότητα. Ακολουθεί η καταχώριση της δικαστικής απόφασης περί διόρθωσης φύλου στο Ληξιαρχείο που έχει συντάξει τη ληξιαρχική πράξη γέννησης του περί ου πρόκειται προσώπου, η οποία (ενν. καταχώριση) γίνεται, ομοίως, κατά τρόπο που διασφαλίζει τη μυστικότητα της μεταβολής και της αρχικής ληξιαρχικής πράξης γέννησης έναντι όλων (άρθρο 4§2 Ν. 4491/2017). Εξ ετέρου, οι υπάλληλοι του Ληξιαρχείου, καθώς και όσοι άλλοι εμπλέκονται επαγγελματικά στη διόρθωση του φύλου ή έλαβαν γνώση της διενέργειάς της επ’ ευκαιρία της άσκησης των καθηκόντων τους, έχουν καθήκον εχεμύθειας, ενώ στη δικαστική απόφαση περί διόρθωσης φύλου, στην αρχική ληξιαρχική πράξη γέννησης και σε κάθε άλλο στοιχείο ή έγγραφο από το οποίο προκύπτει η διόρθωση φύλου που συντελέστηκε, πρόσβαση έχουν μόνο το ίδιο το αιτούν πρόσωπο και όσοι έχουν εξουσιοδοτηθεί προς τούτο εγγράφως και ειδικώς από αυτό (άρθρο 6§1 Ν. 4491/2017).[34]
Πέραν τούτων, ορίζεται ότι οι υπηρεσίες που είναι αρμόδιες για την έκδοση εγγράφων στα οποία αναγράφεται η ταυτότητα του προσώπου ή από τα οποία το πρόσωπο εξαρτά δικαιώματα, καθώς και για την καταχώριση σε μητρώα ή καταλόγους, όπως εκλογικούς, έχουν την υποχρέωση να εκδώσουν νέα έγγραφα ή να προβούν σε νέες καταχωρίσεις με διορθωμένο το καταχωρισμένο φύλο, το κύριο όνομα και το επώνυμο του προσώπου, με βάση τη διορθωμένη ληξιαρχική πράξη γέννησης. Στην τελευταία, όπως και στα νέα έγγραφα και στις νέες καταχωρίσεις, δεν επιτρέπεται η αναφορά ότι έχει μεσολαβήσει διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου (άρθρο 4§3 Ν. 4491/2017).
Παρατηρητέον, ακόμη, ότι, για την αποφυγή οιασδήποτε υπόνοιας ότι το αιτούν πρόσωπο θα μετέβαλε ενδεχομένως το ληξιαρχικώς καταχωρισμένο φύλο και όνομά του προκειμένου να χαθούν τα ίχνη του και τοιουτοτρόπως να απεμπλακεί από επιβαρυντικές για αυτό καταστάσεις, ορίζεται ρητά ότι, μετά την περί ης ο λόγος διόρθωση, εξακολουθούν να συνοδεύουν το ως άνω πρόσωπο οι υποχρεώσεις και κάθε είδους ευθύνη που έφερε αυτό πριν από τη διόρθωση, όπως ακριβώς και τα δικαιώματά του. Διατηρούνται, επίσης, οι ΑΦΜ και ΑΜΚΑ του περί ου πρόκειται ατόμου (άρθρο 5§1 Ν. 4491/2017).
Τέλος, σημειωτέον ότι η διορθωμένη ληξιαρχική πράξη μπορεί στο εξής να αλλάξει εκ νέου μία (1) μόνο φορά, με την ίδια διαδικασία και τις ίδιες προϋποθέσεις (άρθρο 4§4 Ν. 4491/2017).
Ανδρέας Ματσακάς
Δικηγόρος παρ’ Εφέταις
LL.M. Ποινικών Επιστημών
Advanced LL.M. Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
E-mail: info@efotopoulou.gr
[1] Η κοινωνική και εξωτερική έκφραση του φύλου περιλαμβάνει, για παράδειγμα, την ένδυση, τον τρόπο ομιλίας, τους τρόπους συμπεριφοράς και το όνομα του προσώπου. Βλ. σχετικώς την Αιτιολογική Έκθεση στο Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τη «Νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου» (και τον «Εθνικό Μηχανισμό Εκπόνησης, Παρακολούθησης και Αξιολόγησης των Σχεδίων Δράσης για τα Δικαιώματα του Παιδιού»), καθώς και THOMAS HAMMARBERG, Ανθρώπινα Δικαιώματα και Ταυτότητα Φύλου.
[2] Γίνεται σαφές ότι η ταυτότητα φύλου αποτελεί ζήτημα αυτοπροσδιορισμού, δηλαδή σχετίζεται αποκλειστικά με το άτομο καθεαυτό και δεν πρέπει να συγχέεται με τον σεξουαλικό προσανατολισμό. Βλ. σχετικώς την Αιτιολογική Έκθεση στο Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τη «Νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου» (και τον «Εθνικό Μηχανισμό Εκπόνησης, Παρακολούθησης και Αξιολόγησης των Σχεδίων Δράσης για τα Δικαιώματα του Παιδιού»).
[3] Βλ. την Αιτιολογική Έκθεση στο Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τη «Νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου» (και τον «Εθνικό Μηχανισμό Εκπόνησης, Παρακολούθησης και Αξιολόγησης των Σχεδίων Δράσης για τα Δικαιώματα του Παιδιού»).
[4] Βλ. THOMAS HAMMARBERG, Ανθρώπινα Δικαιώματα και Ταυτότητα Φύλου.
[5] Βλ. την Αιτιολογική Έκθεση στο Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τη «Νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου» (και τον «Εθνικό Μηχανισμό Εκπόνησης, Παρακολούθησης και Αξιολόγησης των Σχεδίων Δράσης για τα Δικαιώματα του Παιδιού»).
[6] Βλ. την Αιτιολογική Έκθεση στο Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τη «Νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου» (και τον «Εθνικό Μηχανισμό Εκπόνησης, Παρακολούθησης και Αξιολόγησης των Σχεδίων Δράσης για τα Δικαιώματα του Παιδιού») και τη Σύσταση CM/Rec (2010) της Επιτροπής Υπουργών των Κρατών-μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με μέτρα για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου.
[7] Βλ. τη δημοσιευθείσα την 06.04.2017 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) στην υπόθεση A. P., Garçon και Nicot κατά Γαλλίας, με την οποία (ενν. απόφαση) κρίθηκε ότι η εξάρτηση της νομικής αναγνώρισης του επαναπροσδιορισμού του φύλου ενός ατόμου από τη μη αντιστρεψιμότητα του εν λόγω επαναπροσδιορισμού, μέσω της απαίτησης για στείρωση ή για θεραπεία που συνδέεται με υψηλή πιθανότητα στειρότητας, παραβιάζει το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.
[8] Βλ. την Αιτιολογική Έκθεση στο Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τη «Νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου» (και τον «Εθνικό Μηχανισμό Εκπόνησης, Παρακολούθησης και Αξιολόγησης των Σχεδίων Δράσης για τα Δικαιώματα του Παιδιού») και το από 09.06.2015 Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τη στρατηγική της Ε.Ε. για την ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών μετά το 2015 (2014/2152(1ΝΙ)).
[9] Βλ. τις από 24.06.2013 Κατευθυντήριες Γραμμές του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προστασία της άσκησης όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από λεσβίες, ομοφυλόφιλους και αμφιφυλόφιλα, διεμφυλικά και διαφυλικά πρόσωπα (ΛΟΑΔΔ).
[10] Βλ. την Αιτιολογική Έκθεση στο Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τη «Νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου» (και τον «Εθνικό Μηχανισμό Εκπόνησης, Παρακολούθησης και Αξιολόγησης των Σχεδίων Δράσης για τα Δικαιώματα του Παιδιού»).
[11] Βλ. Παπαδοπούλου, Η συνταγματική θεμελίωση του δικαιώματος στην εναρμόνιση ψυχοκοινωνικού και νομικού φύλου, σε Όμιλος Μελέτης Ιατρικού Δικαίου και Βιοηθικής, Αναγνώριση ταυτότητας φύλου, 1η έκδ., 2017.
[12] Βλ. την Αιτιολογική Έκθεση στο Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τη «Νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου» (και τον «Εθνικό Μηχανισμό Εκπόνησης, Παρακολούθησης και Αξιολόγησης των Σχεδίων Δράσης για τα Δικαιώματα του Παιδιού»). Δικηγόρος στην οικεία υπόθεση (ενν. της ΕιρΑθ 418/2016), όπως και σε ευάριθμες άλλες του ίδιου αντικειμένου [βλ. ΕιρΑθ 1572/2016, ΕιρΑμαρουσ 146/2017, ΕιρΑθ 604/2017, που αφορούσαν σε διεμφυλικά πρόσωπα, καθώς και ΕιρΑμαρουσ 67/2018, που αφορούσε σε “non-binary” άτομο, δηλαδή σε άτομο που δεν αυτοπροσδιορίζεται ως άρρεν ή θήλυ και η ταυτότητα φύλου του δεν συμβαδίζει με το δίπολο άνδρας-γυναίκα (επ’ αυτών, βλ. και κατωτέρω)], υπήρξε ο Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω και Περιφερειακός Συμπαραστάτης του Πολίτη και της Επιχείρησης κ. Βασίλειος Σωτηρόπουλος, εξαίρετος νομικός και πρωτοποριακός υποστηρικτής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στον οποίον δικαίως αποδίδονται τα εύσημα για την περί ης ο λόγος θετική νομολογιακή και, κατ’ ακολουθία, νομοθετική εξέλιξη. Βλ. το κείμενο της ΕιρΑθ 418/2016 στο νομικό ιστολόγιο του κου Βασιλείου Σωτηρόπουλου (http://elawyer.blogspot.com/2016/06/blog-post_30.html), σε ΝοΒ 64/2016.1637 επ. και σε ΤΝΠ ΙΣΙΚΡΑΤΗΣ.
[13] Βλ. το κείμενο της απόφασης στο νομικό ιστολόγιο του κου Βασιλείου Σωτηρόπουλου (http://elawyer.blogspot.com/2017/01/blog-post_20.html) και σε ΕφΑΔΠολΔ 5/2017.414-415, με παρατηρήσεις Περάκη σε ΕφΑΔΠολΔ 5/2017.418-422. Βλ., επίσης, Λελέκη, Διόρθωση ληξιαρχικής πράξης γέννησης τρανς ατόμων, λόγω «αλλαγής φύλου», χωρίς ιατρικά προαπαιτούμενα. Με αφορμή την ΕιρΑθ 1572/2016, σε ΣΥΝήΓΟΡΟΣ 119/2017.32-34.
[14] Βλ. το κείμενο της απόφασης σε ΝΟΜΟΣ και σε ΕφΑΔΠολΔ 5/2017.417-418, με παρατηρήσεις Περάκη σε ΕφΑΔΠολΔ 5/2017.418-422.
[15] Βλ. το κείμενο της απόφασης σε ΝΟΜΟΣ και σε ΕφΑΔΠολΔ 8-9/2017.762-764.
[16] Βλ. το κείμενο της απόφασης σε ΝΟΜΟΣ και σε ΕφΑΔΠολΔ 5/2017.410-411, με παρατηρήσεις Περάκη σε ΕφΑΔΠολΔ 5/2017.418-422.
[17] Βλ. το κείμενο της απόφασης σε ΝΟΜΟΣ και σε ΕφΑΔΠολΔ 5/2017.411-413, με παρατηρήσεις Περάκη σε ΕφΑΔΠολΔ 5/2017.418-422.
[18] Βλ. το νομικό ιστολόγιο του κου Βασιλείου Σωτηρόπουλου (http://elawyer.blogspot.com/2017/09/h.html).
[19] Βλ. το κείμενο της απόφασης σε ΝΟΜΟΣ και σε ΕφΑΔΠολΔ 5/2017.415-416, με παρατηρήσεις Περάκη σε ΕφΑΔΠολΔ 5/2017.418-422.
[20] Βλ. το νομικό ιστολόγιο του κου Βασιλείου Σωτηρόπουλου (http://elawyer.blogspot.com/2017/09/h.html).
[21]Βλ. το νομικό ιστολόγιο του κου Βασιλείου Σωτηρόπουλου (http://elawyer.blogspot.com/2017/09/h.html).
[22] Βλ. το κείμενο της απόφασης σε ΝΟΜΟΣ.
[23] Βλ. ΕφΑΔΠολΔ 2/2018.155-158.
[24] Βλ., επιπλέον, Κουνουγέρη – Μανωλεδάκη, Το ζήτημα της χειρουργικής και άλλων ιατρικών επεμβάσεων και αγωγών ως προϋποθέσεων για την αναγνώριση της ταυτότητας φύλου, σε ΧρΙΔ ΙΖ/2017.561-565, καθώς και Παντελίδου, Φύλο και έννομες σχέσεις – Κριτικές παρατηρήσεις στο ν. 4491/2017 για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου, σε ΝοΒ 66/2018.3-19, ιδίως σελ. 10-13.
[25] Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν. 4491/2017, στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 344/1976 διαγράφονται οι λέξεις «αλλαγής φύλου» και στη θέση τους προστίθενται οι λέξεις «διόρθωσης φύλου», μετά δε το πρώτο εδάφιο προστίθεται εδάφιο, το οποίο έχει ως εξής: «Ειδικά στην περίπτωση της διόρθωσης φύλου η δικαστική απόφαση αρκεί να είναι τελεσίδικη.». Αρκεί, λοιπόν, η τελεσιδικία της δικαστικής απόφασης περί διόρθωσης φύλου προκειμένου να διορθωθεί το καταχωρισμένο φύλο ενός ατόμου στη ληξιαρχική πράξη γέννησής του.
[26] Βλ. ΕιρΑθ 572/2017 σε ΝΟΜΟΣ και σε ΕφΑΔΠολΔ 5/2017.411-413, ΕιρΑθ 604/2017 σε ΝΟΜΟΣ και σε ΕφΑΔΠολΔ 5/2017.410-411, ΕιρΑμαρουσ 146/2017 σε ΝΟΜΟΣ και σε ΕφΑΔΠολΔ 8-9/2017.762-764, ΕιρΘεσ 1479Ε/2017 σε ΝΟΜΟΣ και σε ΕφΑΔΠολΔ 5/2017.417-418, ΕιρΑθ 418/2016 στο νομικό ιστολόγιο του κου Βασιλείου Σωτηρόπουλου (http://elawyer.blogspot.com/2016/06/blog-post_30.html), σε ΝοΒ 64/2016.1637 επ. και σε ΤΝΠ ΙΣΙΚΡΑΤΗΣ, αλλά και ΕιρΡοδ 62/2015 σε ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΑθ 6843/2007 σε ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΑθ 4100/2006 σε ΝΟΜΟΣ και σε ΝοΒ 2007.358, ΕφΔωδ 95/2004, ΕφΘεσ 2571/1996 σε Αρμ 50/1996.1088, ΕφΘεσ 3135/1992 σε Αρμ 1992.1021, ΜΠρΦλωρ 32/1969 σε Αρμ 23.313.
[27] Βλ. ΕιρΑθ 572/2017 σε ΝΟΜΟΣ και σε ΕφΑΔΠολΔ 5/2017.411-413, ΕιρΑθ 604/2017 σε ΝΟΜΟΣ και σε ΕφΑΔΠολΔ 5/2017.410-411, ΕιρΑμαρουσ 146/2017 σε ΝΟΜΟΣ και σε ΕφΑΔΠολΔ 8-9/2017.762-764, ΕιρΘεσ 1479Ε/2017 σε ΝΟΜΟΣ και σε ΕφΑΔΠολΔ 5/2017.417-418, ΕιρΑθ 418/2016 στο νομικό ιστολόγιο του κου Βασιλείου Σωτηρόπουλου (http://elawyer.blogspot.com/2016/06/blog-post_30.html), σε ΝοΒ 64/2016.1637 επ. και σε ΤΝΠ ΙΣΙΚΡΑΤΗΣ, αλλά και ΕιρΝεμέας 25/2016 σε ΝΟΜΟΣ, όπου διαλαμβάνεται ότι «σε περίπτωση κατά την οποία ο ληξίαρχος αρνηθεί να συμμορφωθεί με το διατακτικό της απόφασης που εκδίδεται επί της αίτησης του άρθρου 782 ΚΠολΔ, δεν είναι δυνατή η αναγκαστική εκτέλεσή της εναντίον του. Μπορεί, πάντως, να ασκηθεί εναντίον του καταψηφιστική αγωγή», ΕιρΡοδ 62/2015 σε ΝΟΜΟΣ, όπου διαλαμβάνεται ότι «ο ληξίαρχος θα υποχρεωθεί στην καταχώριση μόνο με τον εξαναγκαστικό μηχανισμό της διοίκησης», ΜΠρΑθ 6843/2007 σε ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΑθ 4100/2006 σε ΝΟΜΟΣ και σε ΝοΒ 2007.358, ΕφΔωδ 95/2004, ΕφΘεσ 2571/1996 σε Αρμ 50/1996.1088, ΕφΘεσ 3135/1992 σε Αρμ 1992.1021, ΜΠρΦλωρ 32/1969 σε Αρμ 23.313, Αρβανιτάκη σε ΕρμΚΠολΔ Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, άρθρο 782, αριθ. 1, Μπέη, Πολιτική Δικονομία, εκούσια δικαιοδοσία, έκδ. 1992, τ. 18, άρθρο 782, σελ. 477, 483, Μπρακατσούλα, Εκούσια Δικαιοδοσία Θεωρία Νομολογία, έκδ. 8η, σελ. 207, 210, Στασινόπουλου, Δίκαιον των Διοικητικών Πράξεων, παρ. 13 ΙΙ Α΄, σελ. 136 επ.
[28] Βλ. ΕιρΑθ 572/2017 σε ΝΟΜΟΣ και σε ΕφΑΔΠολΔ 5/2017.411-413.
[29] Βλ. Βάπτισμα και ονοματισμός, Μπαλή, Θέμις ΞΔ/953, Τσάτσου, Θέμις ΞΔ/657.
[30] Βλ. ΑΠ 573/1981 σε ΝοΒ 30.422, ΕφΑθ 3718/2008 σε ΕλλΔνη 2009.249, ΕφΑθ 1905/2003 σε ΕλλΔνη 2004.247, ΜΠρΑθ 3646/2007, ΜΠρΚιλκ 438/2009 σε ΝΟΜΟΣ, Καρακατσάνη σε Γεωργιάδη – Σταθόπουλο ΑΚ, άρθρο 58, αριθ. 8 επ., Βαθρακοκοίλη, ΕρμηνΚΠολΔ, άρθρο 782, αριθ. 15.
[31] Βλ. σε ΝΟΜΟΣ ΑΠ 573/1981, ΕφΑθ 2064/2005, ΜΠρΠατρ 430/2003, ΕιρΡοδ 10/2014.
[32] Βλ. ΕιρΦλωριν 3/2018 σε ΝΟΜΟΣ, ΕιρΘεσ 281Ε/2017 σε ΝΟΜΟΣ και σε ΕφΑΔΠολΔ 5/2017.415-416, ΕιρΡοδ 62/2015 σε ΝΟΜΟΣ, ΕιρΘεσ 910/2014 σε ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΘεσ 3516/2013 σε ΝΟΜΟΣ και σε Δ/νη 2014.234, ΕιρΧαν 200/2013 σε ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΚιλκ 438/2009 σε ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΘηβ 66/2008 σε ΝΟΜΟΣ και σε ΝοΒ 2009.78, ΜΠρΘηβ 66/2008 σε ΝΟΜΟΣ και σε ΔΙΚΗ 2008.1190, ΜΠρΘεσπρ 179/2007 σε ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΒερ 63/2007 (αδημ.), ΠΠρΑθ 273/2006 σε ΝΟΜΟΣ και σε ΧρΙΔ 2007.890, ΜΠρΑθ 4100/2006 σε ΝΟΜΟΣ και σε ΝοΒ 2007.358, ΜΠρΒερ 180/2006 (αδημ.), ΕφΑθ 1661/2005 σε ΝΟΜΟΣ και σε Δ/νη 2006.282, ΜΠρΚιλκ 20/2004 σε ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΒερ 64/1996 σε ΝΟΜΟΣ και σε Αρμ 1997.397, ΜΠρΑθ 191/1989 σε ΝΟΜΟΣ και σε ΑΡΧΝ 1989.28, ΜΠρΤρικ 598/1989 (αδημ.), ΜΠρΘεσ 1323/1987 σε ΝΟΜΟΣ και σε Αρμ 42/1988.467, ΜΠρΒολ 208/1986 σε ΕλλΔνη 1986.1500, ΕισΠρΗλ 6/1980 σε ΝοΒ 29.399, ΕφΠατρ 335/1973 σε ΝοΒ 22/1974.389, ΜΠρΈβρου 27/1969 σε ΑΡΧΝ 20.221, ΜΠρΦλωριν 32/1969 σε Αρμ 23.313, με σύμφωνο σημείωμα Απ. Γεωργιάδη, ενημερωτικό σημείωμα σε Δ 3.334,735, Αρβανιτάκη σε ΕρμΚΠολΔ Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, τ. ΙΙ, άρθρο 782, αριθ. 10, σελ. 1544, Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας – Ερμηνευτική – Νομολογιακή Ανάλυση, τ. Δ΄, άρθρο 782, σελ. 504, Δελή (Ειρηνοδίκης Αθηνών), Η διαδικασία της νομικής αναγνώρισης της ταυτότητας φύλου υπό τον Ν. 4491/2017, σε ΕφΑΔΠολΔ 4/2018.378 επ., ιδίως 384, Μπαλογιάννη, Απαλαγάκη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 782, σελ. 1555, Μπέη, Πολιτική Δικονομία, εκούσια δικαιοδοσία, άρθρο 782, σελ. 484.
[33] Βλ. ΕιρΦλωρ 3/2018 σε ΝΟΜΟΣ, καθώς και Κ. Φουντεδάκη, Το Σχέδιο Νόμου της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την αναγνώριση της ταυτότητας φύλου, Αναγνώριση της Ταυτότητας Φύλου ενόψει του Σχεδίου Νόμου της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, σελ. 58 επ.
[34] Πρόσβαση τρίτου στα ως άνω στοιχεία επιτρέπεται μόνον εφόσον αυτός αποδεικνύει ειδικό έννομο συμφέρον μη δυνάμενο να ικανοποιηθεί διαφορετικά και κατόπιν αδείας που χορηγείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2472/1997 (Α΄ 50) περί πρόσβασης σε ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα (άρθρο 6§1 Ν. 4491/2017). Προσέτι, αν το πρόσωπο που προέβη σε διόρθωση φύλου ήταν μεν δικαιοπρακτικά ικανό προς τούτο κατά τη σχετική διόρθωση, όπως απαιτείται από το άρθρο 3§2 Ν. 4491/2017, αλλά εκ των υστέρων απώλεσε την πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητά του, πρόσβαση στη δικαστική απόφαση περί διόρθωσης φύλου, στην αρχική ληξιαρχική πράξη γέννησης, καθώς και σε κάθε άλλο στοιχείο ή έγγραφο από το οποίο προκύπτει η διόρθωση φύλου που συντελέστηκε, έχει ο δικαστικός συμπαραστάτης του δικαιοπρακτικά ανίκανου προσώπου.