Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Καθ’ ύλην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων για εκδίκαση διαφοράς που ανέκυψε κατά την εκτέλεση σύμβασης υπογραφείσας μεταξύ ιδιώτη και Ν.Π.Ι.Δ. έστω  και εάν αυτό ανήκει στο δημόσιο ή είναι δημόσια επιχείρηση που λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας

Σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 4/2017 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ προκύπτει ότι ήρθη η αποφατική σύγκρουση που είχε δημιουργηθεί από αποφάσεις του Εφετείου και του ΣτΕ, με τις οποίες είχε κριθεί από τα δικαστήρια αυτά ότι στερούνται δικαιοδοσίας για την εκδίκαση διαφοράς που ανέκυψε κατά την εκτέλεση συμβάσεως.

Ειδικότερα, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η σύμβαση δεν έχει διοικητικό χαρακτήρα, καθώς σε αυτή δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος το Ελληνικό Δημόσιο ή νπδδ, αλλά νπιδ, έστω και εάν αυτό ανήκει στο δημόσιο ή είναι δημόσια επιχείρηση που λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας. Θεώρησε, συνεπώς, ότι η διαφορά που γεννήθηκε από σύμβαση συναφθείσα μεταξύ του αιτούντος ιδιώτη και νπιδ είναι ιδιωτικού δικαίου, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και ότι εσφαλμένα το Εφετείο έκρινε ότι στερείται δικαιοδοσίας προς εκδίκαση της υπόθεσης και παρέπεμψε σ’ αυτό εκ νέου για να δικάσει τη διαφορά.

Για το ζήτημα αυτό σχηματίστηκε η κάτωθι δικαστική κρίση από το Ανώτατο Δικαστήριο, ήτοι: «[…] 5. Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 94 §§ 1, 2 και 3 του Συντ., όπως αυτές ισχύουν μετά την αναθεώρησή του με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1), ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2) και ότι σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια (παρ. 3). Από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις προκύπτει ότι το Σύνταγμα επιβάλλει την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια, αποκλείει δε καταρχήν από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να χαρακτηρίζει ως διοικητικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι ιδιωτικές και ως ιδιωτικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι διοικητικές. Όμως επιτρέπει σε αυτόν, σε αντίθεση με το προηγούμενο συνταγματικό καθεστώς, σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις προς εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής της ίδιας νομοθεσίας, την ανάθεση της εκδικάσεως ορισμένων κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή αντιστρόφως. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διατάξεως του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν τη συνταγματική αναθεώρηση, και επέβαλλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδικάσεως όσων εκ των διοικητικών διαφορών ουσίας που δεν είχαν ακόμη υπαχθεί στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια στα τελευταία, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπόμενων στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου περιπτώσεων περιελήφθησαν και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι΄), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αξίωση. Η σύμβαση είναι διοικητική, εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση, οι οποίες αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγου σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλόμενου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (Α.Ε.Δ. 21/2009, 18/2009, 14/2007, 6/2007). Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Επομένως, σύμβαση με αντικείμενο την κατασκευή δημοσίου έργου, η οποία συνάπτεται κατά τη νομοθεσία για τα δημόσια έργα, δεν έχει από τη φύση της διοικητικό χαρακτήρα, όταν σε αυτή δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αφού μόνο τα πρόσωπα αυτά μπορούν να εκδώσουν εκτελεστές διοικητικές πράξεις προσβλητές με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 1 περ. α΄ του Συντάγματος, που τελεί σε αρμονία με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, έστω και εάν το τελευταίο ανήκει στο δημόσιο ή είναι δημόσια επιχείρηση που λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας ή προβλέπεται από τον νόμο η εφαρμογή της νομοθεσίας για τα δημόσια έργα (Α.Ε.Δ. 8/1992, 45/1991, 10/1987). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 446/1976 «Περί συστάσεως Δημόσιας Επιχειρήσεως Πολεοδομήσεως, Οικισμού και Στεγάσεως» (ΦΕΚ Α΄ 264), όπως τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Δ/τος 811/1980 (ΦΕΚ Α΄ 198) που εκδόθηκε κατ’  εξουσιοδότηση του άρθρου 56 του ν. 949/1979 «Περί οικιστικών περιοχών», συνεστήθη η πρώτη των καθών η αίτηση «Δημοσία Επιχείρηση Πολεοδομίας και Στεγάσεως», ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου. Κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου των ως άνω νομοθετημάτων, αυτή αποτελεί δημόσια επιχείρηση που ανήκει εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο, λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, διέπεται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, απολαύει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του κράτους, το δε Δημόσιο παρέχει σε αυτήν την πλήρη συμπαράσταση και εγγύηση αυτού για την επιτυχία των σκοπών της. Ακολούθως, δυνάμει του άρθρου πρώτου του 158/1997 Π.Δ/τος (ΦΕΚ Α΄ 134), που εκδόθηκε σε εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 και 2 παρ. 1 του ν. 2414/1996 «Εκσυγχρονισμός των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών» (ΦΕΚ Α΄ 135), το ως άνω νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία. […] 6. Επειδή, από το προαναφερθέν στη σκέψη 3 πραγματικό της υποθέσεως προκύπτει ότι η βάσει του εισαγωγικού δικογράφου της προσφυγής-αγωγής του αιτούντος διαφορά γεννήθηκε στα πλαίσια της εκτέλεσης συμβάσεως συναφθείσας μεταξύ του αιτούντος ιδιώτη και της ανώνυμης εταιρείας «………….», ήτοι νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, συνεπώς, σύμφωνα με την προαναφερθείσα πάγια νομολογία του Α.Ε.Δ., πρόκειται για διαφορά ιδιωτικού δικαίου, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, διότι η επίμαχη σύμβαση δεν είναι διοικητική, αφού κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δεν είναι το Ελληνικό Δημόσιο η νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Είναι δε αδιάφορο το ότι η ……… λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος και για την κοινή ωφέλεια, ότι αυτή ανήκει καθ’ ολοκληρία στο Ελληνικό Δημόσιο και ότι απολαύει όλων των διοικητικών, οικονομικών και δικαστικών ατελειών και προνομίων σαν να ήταν το Δημόσιο, ότι η άνω εργολαβική σύμβαση αφορούσε την κατασκευή έργου εξυπηρετούντος δημόσιο σκοπό και είχε συναφθεί κατά τη νομοθεσία περί δημοσίων έργων και το ότι αυτή καταρτίσθηκε στα πλαίσια της ως άνω από 15-6-2000 προγραμματικής σύμβασης μεταξύ της ……….. και του Δήμου ………, για την υλοποίηση τοπικού αναπτυξιακού προγράμματος, αφού ο Δήμος δεν μετείχε ως συμβαλλόμενο μέρος στην επίδικη από 24-9-2001 εργολαβική σύμβαση μεταξύ της εταιρείας και του ήδη αιτούντος (βλ. Α.Ε.Δ. 29/2011). Επομένως, το (πολιτικό) Εφετείο Ναυπλίου εσφαλμένα έκρινε με την υπ’ αριθμ. 223/2008 απόφασή του ότι στερείται δικαιοδοσίας προς εκδίκαση της ενώπιόν του άσκηθείσας προσφυγής-αγωγής του αιτούντος και της συναφούς προσεπίκλησης-αγωγής της …….. κατά του Δήμου ………….. και πρέπει να εξαφανισθεί  η ως άνω απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο ως αρμόδιο για την εκδίκαση της σχετικής διαφοράς. Τέλος, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 3 του ν. 345/1976, κρίνει ότι οι διάδικοι πρέπει να απαλλαγούν εν όλω από τη δικαστική δαπάνη. […]».

Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί