Αίτηση εξαίρεσης πραγματογνώμονα – Υπόνοιες μεροληψίας
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ` του ΚΠΔ σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1α` της ΕΣΔΑ, περί διεξαγωγής δίκαιης δίκης, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα, από τη μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, δεδομένου ότι ο πιο πάνω όρος «υπεράσπιση» έχει ιδιαίτερα μεγάλη έκταση και περικλείονται σ` αυτόν όλες οι διατάξεις που με οποιονδήποτε τρόπο συμβάλλουν στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Απόλυτη ακυρότητα συντρέχει, επομένως, και όταν χρησιμοποιούνται σε βάρος του κατηγορουμένου παράνομα αποδεικτικά μέσα, καθόσον έτσι επιβαρύνεται η θέση αυτού. Σύμφωνα, δε, με τη διάταξη του άρθρου 192 του ΚΠΔ, εκείνος που διόρισε τους πραγματογνώμονες πρέπει να ανακοινώσει ταυτόχρονα τα ονοματεπώνυμα τους και στους διαδίκους, εκτός αν τούτο είναι αδύνατο (όπως όταν είναι άγνωστης διαμονής ή διαμένει στην αλλοδαπή, χωρίς να έχει διορίσει αντίκλητο του) ή αν συντρέχει η περίπτωση που επιβάλλεται η άμεση ενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, καθώς και στην περίπτωση του άρθρου 187 του ιδίου Κώδικα (που αναφέρεται σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις της προκαταρκτικής πραγματογνωμοσύνης, όταν δεν είναι δυνατό να διοριστεί τακτικός πραγματογνώμονας). Τούτο απαιτείται για να μπορέσει ο διάδικος, κατά τους ορισμούς των άρθρων 191 και 192 του ΚΠΔ, να ασκήσει το δικαίωμα εξαίρεσης του πραγματογνώμονα και επιπρόσθετα, σύμφωνα με το άρθρο 204 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, να προβεί στο διορισμό τεχνικού συμβούλου. (ΑΠ 903/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1269/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣυμβΠλημΧαλκίδας 257/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2176/2007, ΠοινΔικ 2008, σελ. 304, ΕφΘρ 78/2000, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 175 ΚΠΔ, η ακυρότητα μιας πράξης καθιστά άκυρες και τις εξαρτημένες από αυτή μεταγενέστερες πράξεις της ποινικής διαδικασίας, και τούτο διότι (ΑΠ Ολ 2/1996 ΠοινΧρ ΜΣΤ, 1570), επί διαδοχικών πράξεων της ποινικής διαδικασίας, όταν η μια είναι άκυρη, η ακυρότητα εκτείνεται αυτοδικαίως και στις επόμενες και εξαρτώμενες απ` αυτή. Ως εξαρτώμενες θεωρούνται, όσες πράξεις παρήχθησαν συνεπεία της άκυρης αρχικής, που αποτελεί δικονομική προϋπόθεση και λογικό νόμιμο όρο των μεταγενέστερων πράξεων, οι οποίες συνιστούν έτσι το αναγκαίο αποτέλεσμα εκείνης. Η εξάρτηση πρέπει να είναι αποκλειστική και πραγματική και όχι τυχαία ή ευκαιριακή, έτσι ώστε οι μεταγενέστερες πράξεις, να ευρίσκονται σε σχέση προέλευσης από την άκυρη πράξη. Μόνο τότε κατ` ανάγκη ελλείπει και η εγκυρότητα των μεταγενέστερων πράξεων. Εναπόκειται, δε, πάντοτε στον δικαστή της ουσίας, να εκτιμήσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αν υφίσταται τέτοια εξάρτηση, ενώ αυτή ερευνάται και αναιρετικώς, κατά την εξέταση λόγου αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία.
Σύμφωνα δε με την πάγια νομολογία και θεωρία οι πραγματογνώμονες μπορούν να εξαιρεθούν για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 15, που εφαρμόζεται ανάλογα εν προκειμένω. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 15 ΚΠΔ, τα δικαστικά πρόσωπα είναι εξαιρετέα αν συντρέχουν οι λόγοι αποκλεισμού του άρθρου 14 ή αν προκάλεσαν ή προκαλούν υπόνοιες μεροληψίας, δηλαδή αν υπάρχουν γεγονότα που μπορούν να δικαιολογήσουν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία τους. Μεταξύ άλλων, καθορίζονται ως γεγονότα που μπορούν να θεμελιώσουν λόγο εξαίρεσης, η ιδιαίτερη φιλία ή οικειότητα των δικαστικών προσώπων με τους διαδίκους.
Ειδικότερα, οι “υπόνοιες μεροληψίας”, κατά την έννοια της άνω διάταξης, πρέπει να στηρίζονται σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, ικανά να δικαιολογήσουν αντικειμενικώς δυσπιστία για την αμεροληψία του δικαστικού προσώπου (ΑΠ 602/2005 ΠοινΔικ 2005, 1095, ΑΠ 799/1996 ΠοινΧρ ΜΖ`, 379, ΑΠ 10/1988 ΠοινΧρ ΛΗ`, 416). Η γενική και αόριστη διατύπωση του όρου «υπόνοιες μεροληψίας» προτιμήθηκε της περιπτωσιολογικής απαρίθμησης του άρθρου 51 της προϊσχύουσας Ποινικής Δικονομίας, ακριβώς επειδή θεωρήθηκε ότι τοιουτοτρόπως θα εξασφαλιζόταν η ευελιξία υπαγωγής συγκεκριμένων περιπτώσεων, τις οποίες δε θα μπορούσε να προβλέψει εξαντλητικά ο νομοθέτης. Ως εκ τούτου, εναπόκειται στο Δικαστήριο το δυσχερές έργο καθορισμού των περιπτώσεων δυσπιστίας και των κριτηρίων κατάφασής τους.
Ωστόσο, η αναγωγή της αντικειμενικής εκτίμησης σε μοναδικό κριτήριο συνδρομής ή μη αμεροληψίας εκ μέρους των δικαστικών προσώπων και συνακολούθως ο παραγκωνισμός της υποκειμενικής εκτίμησης, δεν ευνοεί ολοφάνερα τη δημιουργία της απαραίτητης εμπιστοσύνης των δικαζομένων έναντι των δικαζόντων. Δεν πρέπει να παραβλέπεται, εξάλλου, ότι οι υπόνοιες μεροληψίας απαιτείται να γεννώνται στη συνείδηση του αιτούντος την εξαίρεση κι επομένως ο εξοβελισμός του υποκειμενικού κριτηρίου αποδυναμώνει την ίδια τη ratio του θεσμού της εξαίρεσης. Προτιμητέα είναι η κρατούσα στη θεωρία μικτή άποψη που απαιτεί για τη θεμελίωση υπονοιών μεροληψίας να δημιουργείται αμφιβολία για την αντικειμενικότητα του δικαστικού προσώπου με βάση τη λογική εκτίμηση συγκεκριμένων γεγονότων εκ μέρους του αιτούντος την εξαίρεση (βλ. Ζαγκαρόλα, ΠοινΧρ 1953, σελ. 39, Ζησιάδη, ό.π.., σελ. 154, Καρρά, ό.π., Μαργαρίτη, Υπερ 1991, σελ. 534· χαρακτηριστική η υπ΄ αριθμ. 14/1964 ΠλημΘεσ, ΠοινΧρ 1964, σελ. 241, η οποία επισημαίνει ότι το δικαστήριο δέον να μεταστή εις την θέσιν του ζητούντος την εξαίρεσιν ίνα κρίνη εάν ούτος εκτιμών την πραγματικήν κατάστασιν έχη λόγον να αμφιβάλη διά το αμερόληπτον του δικαστηρίου). Συνεπώς, για την κατάφαση του σχετικού λόγου εξαίρεσης δε χρειάζεται να αποδειχθεί η μεροληψία του δικαστικού προσώπου, αλλά να δικαιολογηθούν οι συναπτόμενες με αυτό αμφιβολίες. Για το λόγο αυτό, κρίσιμη είναι η προσήλωση στην αρχή ότι η «διαδικασία δεν αρκεί να είναι, αλλά πρέπει και να φαίνεται ότι είναι δίκαιη».
Υπό το φως των ανωτέρω σκέψεων, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης με το υπ΄ αριθμ. 112/1994 βούλευμα που εξέδωσε, έκρινε ότι έπρεπε να γίνει δεκτή η αίτηση εξαίρεσης του Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Μυτιλήνης για το λόγο ότι μία εκ των μηνυομένων στη χειριζόμενη απ΄ αυτόν ποινική υπόθεση ήταν δικαστική υπάλληλος της αυτής Εισαγγελίας. Πιο συγκεκριμένα, το Συμβούλιο απεφάνθη ότι «… η ιεραρχική υπηρεσιακή εξάρτηση σε μία μικρή υπηρεσιακή μονάδα όπου υπάρχει καθημερινή άμεση υπηρεσιακή προσωπική επαφή είναι γεγονός το οποίο στα όμματα μιας μικρής τοπικής κοινωνίας σημαίνει αναπόδραστα, επιρροή και τελικώς εύνοια ή προκατάληψη» ενώ στη συνέχεια αναφέρει επί λέξει το εξής: «… τα όργανα της Ευρ. ΣΔΑ (Επιτροπή, Δικαστήριο) κατά την εξέταση προσφυγών σχετικά με ζητήματα δικαστικής αμεροληψίας στα πλαίσια του άρθρ. 6 παρ. 1 της Ευρ. ΣΔΑ, εφαρμόζουν συχνά τον κανόνα: δεν αρκεί η διαδικασία να είναι δίκαιη, πρέπει επίσης να φαίνεται ότι είναι δίκαιη (βλ. Σταύρου, ΠοινΧρον ΜΑ 483 και 488)».
Έτι περαιτέρω, ο Άρειος Πάγος με την υπ΄ αριθμ. 1680/2016 απόφασή του έκρινε ότι έπρεπε να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, το οποίο απέρριπτε κατ’ ουσίαν τη δήλωση αποχής της Εφέτη Αθηνών Χ.Ρ., διότι «… α) κατά τρόπο ασαφή θεωρεί αόριστη την αναφορά από τη Δικαστή της σχέσης οικογενειακής φιλίας με στενό συνεργάτη ενός εκ των κατηγορουμένων και την οικογένειά του, παρόλο που η έννοια της “σχέσης οικογενειακής φιλίας” είναι ευκρινής και αυτονόητη από πλευράς περιεχομένου… β) δέχεται όλως αντιφατικά ότι ο επικαλούμενος λόγος αποχής δε θεωρείται σοβαρός λόγος ευπρέπειας γιατί ο Κ.Β. δεν έχει την ιδιότητα του κατηγορούμενου αλλά “απλώς του στενού συνεργάτη ενός εκ των κατηγορουμένων”, δηλαδή παρόλο ότι δέχεται ότι ο Κ.Β. είναι στενός συνεργάτης του κατηγορούμενου Ε.Μ., αντιφάσκει με την προσθήκη της λέξης “απλώς” που αυτονόητα δεν εναρμονίζεται με τη στενή σχέση συνεργασίας μεταξύ του κατηγορούμενου και του Κ.Β. με την ως άνω επαγγελματική του ιδιότητα και θέση…». Μάλιστα, αξίζει να σημειωθεί ότι το μετ’ αναίρεση εκδοθέν βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, ακολουθώντας την ίδια αιτιολογία, αναιρέθηκε έτι μία ακόμη φορά (ΣυμβΑΠ 255/2017), καθώς κρίθηκε ότι «….το Συμβούλιο Εφετών υπερέβη την εξουσία του, αφού αγνόησε και παρέβλεψε την κρίση του Αρείου Πάγου, όπως αυτή εκφράστηκε επί του επιλυθέντος νομικού ζητήματος στην προεκδοθείσα υπ΄ αριθμό 1680/2016 απόφασή του κι ενέμεινε στην εσφαλμένη, κατά τα προεκτεθέντα, εφαρμογή του άρθρου 23 παρ. 3 ΚΠοινΔ …..».
Αγγελική Πολυδώρου, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr