Μετοίκηση σε περίπτωση μισθωμένης οικογενειακής στέγης
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1393 εδ. α` και β` του ΑΚ, σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης, το δικαστήριο μπορεί, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας ενόψει των ειδικών συνθηκών καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των τέκνων, να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολοκλήρου ή τμήματος του ακινήτου που χρησιμεύει για κύρια διαμονή των ιδίων (οικογενειακή στέγη), ανεξάρτητα από το ποιος από αυτούς είναι κύριος ή έχει απέναντι στον κύριο το δικαίωμα της χρήσης του. Οικογενειακή στέγη είναι το ακίνητο, που χρησιμεύει για κύρια διαμονή των συζύγων ανεξάρτητα από το αν ανήκει στον ένα ή και τους δύο συζύγους ή σε τρίτο[1].
Ως κύρια διαμονή νοείται ο πραγματικός χώρος στον οποίο οι σύζυγοι αναπτύσσουν την κοινή συζυγική τους δραστηριότητα ανεξάρτητα από την έννομη σχέση που τους συνδέει με το ακίνητο (π.χ. μίσθωση)[2] και διαρκεί από τη σύναψη του γάμου μέχρι και τη λύση του και προσδιορίζεται κατά τη συμβίωση από τους ίδιους τους συζύγους στο πλαίσιο των άρθρων 1386 και 1387 του ΑΚ. Στην περίπτωση της διάστασης υποχωρεί η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 1386 ΑΚ υποχρέωση για συμβίωση και για το λόγο αυτό η διάταξη του άρθρου 1393 ΑΚ δίνει τη δυνατότητα ρύθμισης της οικογενειακής στέγης κατά παρέκκλιση από τις γενικές διατάξεις του εμπραγμάτου και του ενοχικού δικαίου. Βασικό κριτήριο για τη ρύθμιση της οικογενειακής στέγης αποτελεί η ρήτρα της επιείκειας, την οποία ο νομοθέτης εξειδικεύει αρχικά ο ίδιος με την παράθεση των κριτηρίων δύο αορίστων νομικών εννοιών και ειδικότερα των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των τέκνων[3].
Σύμφωνα, δε, με το άρθρο 735 ΚΠολΔ, «το δικαστήριο έχει δικαίωμα να διατάξει κάθε πρόσφορο ασφαλιστικό μέτρο που υπαγορεύεται από τις περιστάσεις, για τη ρύθμιση των σχέσεων των συζύγων από το γάμο… ιδίως να διατάξει τη μετοίκηση ενός από τους συζύγους… να καθορίσει τον τρόπο, με τον οποίο ο κάθε σύζυγος θα χρησιμοποιήσει το ακίνητο όπου διαμένουν…». Το ασφαλιστικό μέτρο της μετοίκησης, της απομάκρυνσης δηλαδή κάποιου συζύγου από τη συζυγική στέγη, διατάσσεται και αυτό όταν συντρέχει ουσιαστική διακοπή της συμβίωσης και σκοπό έχει, όχι να ρυθμίσει τη χρήση της συζυγικής στέγης, αλλά να ρυθμίσει τις σχέσεις των συζύγων που έχουν διαταραχθεί. Γι’ αυτό, προς το σκοπό διατήρησης της ειρήνης και τάξης στη συζυγική οικία, διατάσσεται η μετοίκηση ενός από τους συζύγους ως μέσο πρόνοιας, εφόσον κρίνεται ότι η εξακολούθηση της συμβίωσης μόνο σε περαιτέρω παρόξυνση και εκτράχυνση των ήδη τεταμένων συζυγικών σχέσεων οδηγεί[4].
Στην περίπτωση που το ακίνητο ανήκει κατά κυριότητα σε κάποιον τρίτο, ο οποίος το εκμισθώνει στον ένα σύζυγο και το δικαστήριο παραχωρεί τη χρήση της οικογενειακής στέγης στον άλλον, δημιουργείται ένα τριγωνικό πλέγμα σχέσεων μεταξύ α) του τρίτου κυρίου/εκμισθωτή του ακινήτου, β) του συζύγου/μισθωτή και γ) του συζύγου/μη μισθωτή – κατόχου (στον οποίο γίνεται η παραχώρηση της χρήσης), πέρα από τη μεταξύ των συζύγων σχέση.
Μετά την παραχώρηση της χρήσης ακινήτου, ανεξάρτητα από τον τρόπο παραχώρησης, ο σύζυγος – κάτοχος δεν καθίσταται υπομισθωτής έναντι του συζύγου – μισθωτή, ούτε μισθωτής γίνεται ο ίδιος έναντι του εκμισθωτή, αλλά την ιδιότητα αυτή (μισθωτή) εξακολουθεί να έχει ο σύζυγος – μισθωτής που παραχωρεί τη χρήση του μισθίου, με συνέπεια τη διατήρηση της σχέσης μισθωτή – συζύγου και κυρίου – εκμισθωτή και κατ’ ακολουθίαν των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων από τη μισθωτική σχέση στο πρόσωπο του μισθωτή, χωρίς η παραχώρηση της χρήσης στο μη μισθωτή σύζυγο να συνιστά παράβαση των όρων της μίσθωσης, ακόμη και αν υπάρχει αντίθετος συμβατικός όρος, γιατί η παραχώρηση επιτάσσεται από το νόμο, με ή χωρίς δικαστική απόφαση, και δεν είναι συμβατική. Δε χωρεί μεταβίβαση της όλης μισθωτικής σχέσης από τον μισθωτή – σύζυγο στον άλλο μη μισθωτή σύζυγο, γιατί τέτοια μεταβίβαση δεν προκύπτει από τον νόμο. Είναι, δε, ισχυρή η από τον άλλο σύζυγο – μη μισθωτή, που έχει τη χρήση του μισθίου, πληρωμή του μισθώματος σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής του από τον μισθωτή – σύζυγο, προκειμένου να αποτραπεί η αποβολή από τη χρήση του μισθίου (317 ΑΚ) και η αντίρρηση του μισθωτή – συζύγου (318 ΑΚ), θα πρέπει να αποκρούεται ως καταχρηστική, αφού αλλιώς θα ήταν ευχερής η ματαίωση του σκοπού του νόμου (ήτοι του αρ. 1393 ΑΚ) στην περίπτωση αυτήν. Μετά την καταβολή του μισθώματος στον εκμισθωτή, ο σύζυγος – μη μισθωτής μπορεί να το αναζητήσει με τις ΑΚ 904 ή 730 επ. από τον μισθωτή – σύζυγο, ο οποίος και βαρύνεται με την υποχρέωση καταβολής του.
Το δικαίωμα καταγγελίας για οποιοδήποτε νόμιμο λόγο ανήκει στο μισθωτή – σύζυγο, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε, διατηρεί τον σύνδεσμο με τη συμβατική σχέση από την οποία απορρέει το δικαίωμα καταγγελίας. Η λύση της μισθωτικής σχέσης μπορεί να επέλθει με συμφωνία εκμισθωτή και συζύγου – μισθωτή. Αν η κατάλυση της μισθωτικής σχέσης γίνει πριν ή μετά από την παραχώρηση της χρήσης στον σύζυγο – μη μισθωτή το δικαίωμά του ματαιώνεται. Αν, όμως, η καταγγελία της μίσθωσης σκοπό έχει την ματαίωση του δικαιώματος του συζύγου κατόχου, τότε η καταγγελία μπορεί να θεωρηθεί άκυρη (178 ή 174 ΑΚ σε συνδυασμό με 281 ΑΚ), ενώ αν δεν ακυρωθεί θα υπάρχει υποχρέωση αποζημίωσης του συζύγου – κατόχου από το σύζυγο – μισθωτή (914, 919 ΑΚ).
Η σχέση συζύγου – μισθωτή και τρίτου – εκμισθωτή εξακολουθεί να υφίσταται και μετά την παραχώρηση της χρήσης της στέγης στον άλλο σύζυγο, χωρίς να επηρεάζεται από την τελευταία. Φορέας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων από τη μισθωτική σχέση εξακολουθούν να είναι αυτοί. Το δικαίωμα όμως του συζύγου – μισθωτή συμπλέκεται με την υποχρέωση απέναντι στον άλλο σύζυγο που απορρέει από την έγγαμη συμβίωση και συνεπώς η άσκηση ή η παράλειψη άσκησης αυτού επηρεάζεται από την υποχρέωση αυτή. Αν ο σύζυγος – μισθωτής ενεργήσει συμπαικτικώς με τον τρίτο – εκμισθωτή και προκειμένου να μην επηρεασθεί δυσμενώς το δικαίωμα του συζύγου, σε περίπτωση λύσης, με οποιοδήποτε τρόπο, της μισθωτικής σχέσης από λόγους εκδίκησης του άλλου συζύγου, ο τελευταίος μπορεί να ζητήσει την ακυρότητα της καταγγελίας 178, 174 σε συνδυασμό με 281 ΑΚ (Φίλιο, ό.π. 65, Παπαδάκη, ό.π. αρ 70, Γεωργιάδη, ό.π. 1289, Κοννουγέρη – Μανωλεδάκη, ό.π. 335), ή να αξιώσει αποζημίωση με τις ΑΚ 914, 919 ΑΚ .
Η σχέση του συζύγου – κατόχου, στον οποίον παραχωρήθηκε η χρήση του μισθίου, και τρίτου – εκμισθωτή δε ρυθμίζεται από τον νόμο, προσομοιάζει, ωστόσο, με εκείνη που δημιουργείται ανάμεσα στον εκμισθωτή και τον τρίτο, στον οποίο ο μισθωτής παραχώρησε τη χρήση του μισθίου (593 ΑΚ). Επομένως μπορούν να εφαρμοστούν, αναλόγως, στην προκειμένη περίπτωση όσα ισχύουν από τη ρύθμιση της σχέσης εκμισθωτή – τρίτου. Αφού η μισθωτική σχέση συνδέει τον άλλο σύζυγο με τον εκμισθωτή αυτός υπέχει υποχρέωση καταβολής του μισθώματος. Ωστόσο, οποιαδήποτε συμπεριφορά του συζύγου – κατόχου, που είναι αντίθετη στους όρους της μισθωτικής σχέσης ή του νόμου, καθώς και οποιοδήποτε γεγονός που, από τον νόμο ή τη σύμβαση, επιδρά καταλυτικώς στη σχέση της μίσθωσης, συμπαρασύρει και το δικαίωμα του συζύγου – κατόχου, αφού δεν έχει αυθυπαρξία, αυτοτέλεια αλλά συναρτάται με την ύπαρξη και διατήρηση της μίσθωσης[5] .
Αγγελική Πολυδώρου, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr
[1] Βλ. Απ. Γεωργιάδη, Η οικογενειακή στέγη, ΕλλΔνη 29.1285.
[2] Βλ. Κουνουγέρη – Μανωλεδάκη, Οικογ.Δικ, Β` τόμ. Ι, σ. 326.
[3] Βλπ. ΜονΠρωτΑθ 4525/2010, ΕφΑθ 698/1989 ΕλλΔνη 33.156.
[4] Βλπ. ΜΠρΟρ 419/2009, ΜΠρΘεσσαλ 19629/2008, ΜΠρΒολ. 2878/2001, ΑρχΝ ΝΓ.782, Βαθρακοκοίλη “ΚΠολΔ” υπ` άρθρο 735 αρ. 41, 42.
[5] Βλ. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, Ερμηνεία Νομολογία του Αστικού Κώδικα, Τόμος Ε’, Οικογενειακό Δίκαιο, σελ. 279 – 282.