Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του για μακρό χρόνο αρκεί για την εφαρμογή της διατάξεως του άρ. 281 ΑΚ;
Πάγια είναι η θέση της νομολογίας μας στο θέμα της αποδυναμώσεως, ήτοι της μη ασκήσεως του δικαιώματος για ορισμένο χρονικό διάστημα. Όπως γίνεται δεκτό, η πάροδος ορισμένου χρόνου ή η αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του για μακρύ χρόνο, δεν αρκεί για την εφαρμογή της διατάξεως του άρ. 281 ΑΚ και όταν ακόμη η αδράνεια αυτή δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο, ότι ο δικαιούχος δεν θα ασκήσει το δικαίωμα. Για την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως, απαιτείται εκτός από την αδράνεια και η συνδρομή άλλων περιστατικών, που να αναφέρονται στον ίδιο χρόνο και στη συμπεριφορά του δικαιούχου, τα οποία και με τις λοιπές περιστάσεις να δημιούργησαν στον υπόχρεο την πεποίθηση, ότι ο δικαιούχος δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, κατά τρόπο ώστε η άσκησή του να τείνει στην ανατροπή μιας καταστάσεως που δημιουργήθηκε από τη συμπεριφορά του (Νικ. Τσάχος, Οι Ενστάσεις του Αστικού Κώδικα και της Πολιτικής Δικονομίας, Τεύχος Α΄, 2005, σελ. 95 – 96).
Καταλυτικής σημασίας είναι η υπ’ αριθμ. 6/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου (Ολομέλεια), με την οποία έγινε δεκτό ότι: «Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ […] Ο ενάγων όμως δεν αδράνησε και μάλιστα επί μακρόν να ασκήσει το δικαίωμά του, αλλά, αντίθετα, αμέσως μόλις πληροφορήθηκε κατά το ίδιο έτος (2003) την αμφισβήτηση του δικαιώματος του εκ μέρους της εναγομένης και την αποβολή του από το επίδικο αντέδρασε με την άσκηση της ένδικης αγωγής. [….]Δεν συντρέχουν λοιπόν εν προκειμένω ειδικές περιστάσεις που να έχουν αιτιώδη σχέση με τη συμπεριφορά του δικαιούχου του δικαιώματος που ασκείται, ώστε να μη δικαιολογείται η μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεως του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Και ναι μεν η εναγομένη θα υποστεί δυσμενείς περιουσιακές συνέπειες από την ένδικη διεκδίκηση, πλην όμως αυτές είναι απότοκες αποκλειστικά και μόνο των δικών της επιλογών και ενεργειών. Ενεργώντας την εκ βάθρων ανακαίνιση τα έτη 1999-2000 και εν συνεχεία την κατάληψη του επιδίκου, γνώριζε το αβάσιμο του “τίτλου” κυριότητας αυτής και αποδέχθηκε τον κίνδυνο μίας πιθανής διεκδίκησης, προσδοκώντας, ωστόσο, ότι ο ενάγων δεν θα αντιδράσει έγκαιρα ή και καθόλου. Γι’ αυτό, με βάση τα περιστατικά που αποδείχθηκαν, η άσκηση της ένδικης αγωγής δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που διαγράφει το άρθρο 281 ΑΚ, σύμφωνα άλλωστε και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες».
Αγγελική Πολυδώρου, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr