Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Οι αρχές της καλόπιστης συναλλακτικής συμπεριφοράς και της επαγγελματικής ευσυνειδησίας του  προμηθευτή – εμπόρου υπό το φως της Οδηγίας 2005/29/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης-05-2005 και του Ν. 2251/1994 «Περί προστασίας των Καταναλωτών»

Σύμφωνα με το άρ. 9γ παρ. 1 του Ν. 2251/1994 “Περί προστασίας των Καταναλωτών”, όπως αυτό προστέθηκε με το αρ. 12 του Ν. 3587/2007 (ΦΕΚ Α 152/15-07-2007) «Απαγορεύονται οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές  που υιοθετούνται πριν, κατά τη διάρκεια και ύστερα από εμπορική συναλλαγή που σχετίζεται με συγκεκριμένο προϊόν», ενώ ειδικότερα, σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου μία εμπορική πρακτική είναι αθέμιτη όταν πληρούνται αθροιστικά οι εξής δύο προϋποθέσεις: α) είναι αντίθετη προς τις απαιτήσεις της επαγγελματικής ευσυνειδησίας και β) στρεβλώνει ουσιωδώς ή ενδέχεται να στρεβλώσει ουσιωδώς την οικονομική συμπεριφορά του μέσου καταναλωτή στον οποίο φθάνει ή στον οποίο απευθύνεται το προϊόν ή του μέσου μέλους μίας ομάδας, όταν μία εμπορική πρακτική απευθύνεται σε μία συγκεκριμένη ομάδα καταναλωτών.

Η έννοια της «επαγγελματικής ευσυνειδησίας» υποδηλώνει κατ’ ουσίαν το μέτρο της ικανότητας και της επιμέλειας που δικαιολογημένα μπορεί να αναμένει κανείς ότι θα επιδείξει ένας προμηθευτής – έμπορος απέναντι στους καταναλωτές στο συγκεκριμένο τομέα στον οποίο δραστηριοποιείται, κατά τις επιταγές της καλής πίστης και τις έντιμες πρακτικές του εμπορίου. Ως εκ τούτου, καθίσταται εμφανής η προσπάθεια του ενωσιακού νομοθέτη να ενοποιήσει τις διάφορες έννοιες της έντιμης επιχειρηματικής συμπεριφοράς στο εμπόριο, που απαντώνται στα εθνικά δίκαια των περισσότερων κρατών – μελών, ενώ στα θετικά  στοιχεία της εν λόγω «γενικής ρήτρας» συγκαταλέγεται η δυνατότητα ευελιξίας και προσαρμογής προς τα μεταβαλλόμενα αξιολογικά μέτρα της κοινωνίας όπως και προς τις αλλαγές της επιχειρηματικής συμπεριφοράς και των καταναλωτικών συνηθειών.

Περαιτέρω, για την κρίση του αθέμιτου χαρακτήρα μίας εμπορικής πρακτικής και σωρευτικά με την αντίθεση αυτής προς τις απαιτήσεις επαγγελματικής ευσυνειδησίας, απαιτείται να επέρχεται «ουσιώδης στρέβλωση της οικονομικής συμπεριφοράς του μέσου καταναλωτή», στον οποίον φθάνει ή στον οποίον απευθύνεται το προϊόν, στοιχείο που λειτουργεί de facto και de jure ως το αποφασιστικό κριτήριο για την εκτίμηση του αθέμιτου χαρακτήρα μίας εμπορικής πρακτικής. Ειδικότερα, ως «ουσιώδης στρέβλωση της οικονομικής συμπεριφοράς του καταναλωτή», κατά το αρ. 9γ περ. α΄ του ίδιου Νόμου, ορίζεται: «Η χρήση εμπορικής πρακτικής με σκοπό τη σημαντική μείωση της ικανότητας του καταναλωτή να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση, με επακόλουθο ο καταναλωτής να λάβει μία απόφαση συναλλαγής που διαφορετικά δε θα ελάμβανε». Το στοιχείο αυτό φαίνεται να παραπέμπει σε έναν προσεκτικό και κριτικά σκεπτόμενο καταναλωτή, ο οποίος είναι σε θέση να προβαίνει σε τεκμηριωμένες και υπεύθυνες αποφάσεις, εφόσον του δοθούν επαρκή πληροφοριακά στοιχεία. Κατά συνέπεια, η πληροφόρηση αποκτά έναν κομβικής σημασίας ρόλο.

Με βάση τα ανωτέρω, η αθέμιτη εμπορική πρακτική θα πρέπει να χρησιμοποιείται προκειμένου να στρεβλώσει την οικονομική συμπεριφορά του καταναλωτή (ήτοι την απόφαση που λαμβάνει για το αν, πώς και υπό ποιους όρους θα πραγματοποιήσει αγορά, θα καταβάλει όλο το τίμημα ή μέρος αυτού κ.ο.κ.) κι αφετέρου να είναι τόσο σημαντική ώστε να είναι σε θέση να οδηγήσει τον καταναλωτή σε μία απόφαση συναλλαγής που διαφορετικά δε θα ελάμβανε. Από την άλλη μεριά, ακόμη και μία υποθετική επίδραση στην οικονομική συμπεριφορά του καταναλωτή αρκεί για το χαρακτηρισμό της πρακτικής ως αθέμιτης. Ως εκ τούτου, βασικός στόχος καθίσταται η προστασία της ελεύθερης επιλογής και της συναλλακτικής απόφασης του καταναλωτή.

Σε κάθε περίπτωση, ο αθέμιτος χαρακτήρας μίας εμπορικής συναλλαγής προσμετράται με βάση αναφοράς το «μέσο καταναλωτή». Στο σημείο 18 του Προοιμίου της Οδηγίας (ο Έλληνας νομοθέτης παρέλειψε να ορίσει το πρότυπο του «μέσου καταναλωτή» με βάση το οποίο θα κριθεί ο αθέμιτος χαρακτήρας μίας εμπορικής πρακτικής) αποσαφηνίζεται ότι μέσος καταναλωτής θεωρείται το πρόσωπο εκείνο που διαθέτει τη μέση πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός κι ενημερωμένος, λαμβανομένων υπόψη των κοινωνικών, πολιτιστικών και γλωσσικών παραγόντων. Είναι, ωστόσο, εξαιρετικά αμφίβολο κατά πόσο το πρότυπο αυτό αποτυπώνει την πραγματικότητα, καθώς σωρεία εμπειρικών μελετών καταδεικνύει ότι πολλές φορές ακόμη κι ένας ώριμος και λογικός καταναλωτής λόγω κυρίως έλλειψης χρόνου συχνά αντιδρά πρόχειρα κι επιφανειακά στις προσφερόμενες πληροφορίες. Είναι, λοιπόν, σαφές ότι το πρότυπο της Οδηγίας ανταποκρίνεται πολύ περισσότερο σε ένα «δεοντολογικό» παρά σε ένα πραγματικό πρότυπο καταναλωτή, ιδίως αν συνυπολογισθεί ότι οι εμπορικές συναλλαγές χρησιμοποιούνται πρωταρχικώς και κυρίως ως μέσο πειθούς παρά ως μέσω πληροφόρησης του καταναλωτικού κοινού.

Σύμφωνα, δε, με το άρ. 9θ του Ν. 2251/1994 ο καταναλωτής έχει τη δυνατότητα να επιτύχει αφενός, μεν, τη δικαστική παύση κάθε αθέμιτης εμπορικής πρακτικής και την παράλειψη της στο μέλλον, αφετέρου, δε, την επιδίκαση αποζημίωσης για τη ζημία που υπέστη εξαιτίας της πρακτικής αυτής (πρβλ. ΠΠρΑθ 7169/2010, ΝοΒ 2011, σελ. 351). Τα ένδικα αυτά βοηθήματα μπορεί να ασκούνται είτε χωριστά είτε από κοινού.

Εξάλλου, ο περιέχων τις ως άνω διατάξεις Ν. 2251/1994 αποτελεί, ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 2005/29/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του  Συμβουλίου της 11ης-05-2005 σχετικά με τις «Αθέμιτες εμπορικές πρακτικές επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά». Στο αρ. 5 παρ. 1 της εν λόγω Οδηγίας ορίζεται ότι «1. Απαγορεύονται οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές», ενώ στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι «2.Μια εμπορική πρακτική είναι αθέμιτη όταν: α) είναι αντίθετη προς τις απαιτήσεις επαγγελματικής ευσυνειδησίας και β) στρεβλώνει ουσιωδώς ή ενδέχεται να στρεβλώσει ουσιωδώς την οικονομική συμπεριφορά του μέσου καταναλωτή στον οποίο φθάνει ή στον οποίο απευθύνεται το προϊόν ή του μέσου μέλους της ομάδας, όταν μια εμπορική πρακτική απευθύνεται σε μια συγκεκριμένη ομάδα καταναλωτών».

Αγγελική Πολυδώρου, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί