Η απαγόρευση διαζευκτικής ή επικουρικής εναγωγής δεν συντρέχει σε περίπτωση επί άσκησης διαδοχικών αγωγών του ζημιωθέντος από τροχαίο ατύχημα κατά της αρχικής ασφαλιστικής εταιρείας και αυτής που ασφάλισε διαδοχικά το ζημιογόνο όχημα βάσει προσωρινής βεβαίωσης ασφάλισης χωρίς να είναι γνωστός ο λόγος λύσεως της αρχικής σύμβασης (ΑΠ 594/2018, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 74, 75, 79, 118, 216, § 1, 218 και 219 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται η διαζευκτική ή επικουρική εναγωγή, γιατί το πρόσωπο του δικαιούχου ενάγοντος και του υπόχρεου εναγομένου πρέπει να είναι ορισμένο και θετικό και να συνάπτεται με τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν την ιδιότητα αυτού, ως ενάγοντος ή εναγομένου.
Διαζευκτική εναγωγή υπάρχει όταν ενάγουν ή ενάγονται περισσότερα πρόσωπα, χωρίς να προσδίδεται σε ένα από αυτά, κατά τρόπο οριστικό ή θετικό, η ιδιότητα του ενάγοντος ή του εναγομένου και δικαιούχου ή υποχρέου αντίστοιχα, από την έννομη σχέση της δίκης. Επικουρική εναγωγή υπάρχει, όταν ο δεύτερος και οι επόμενοι ενάγουν ή ενάγονται για την περίπτωση της απόρριψης της αγωγής κατά του αμέσως προηγουμένου αυτών.
Και στις δύο περιπτώσεις δεν πρόκειται για ενεργητική ή παθητική ομοδικία, αντίστοιχα, των άρθρων 74 επ. ΚΠολΔ, καθόσον οι ενάγοντες ή οι εναγόμενοι δεν είναι κοινωνοί της ίδιας απαίτησης ή υποχρέωσης, αντίστοιχα, έναντι του εναγομένου ή ενάγοντος, αντίστοιχα, αφού ένας μόνο είναι ο δικαιούχος ή ευθύνεται, αλλά υπάρχει αμφιβολία ως προς αυτούς. Επομένως, επί διαζευκτικής ή επικουρικής εναγωγής, περισσοτέρων προσώπων η αγωγή είναι απαράδεκτη, λόγω της ακυρότητας του δικογράφου που δημιουργείται, επί μεν διαζευκτικής εναγωγής από την πλήρη αοριστία της αγωγής, ως προς το πρόσωπο του διαδίκου, επί δε της επικουρικής εναγωγής, λόγω της άσκησης της αγωγής υπό την αίρεση της απόρριψης αυτής, ως προς τον ενάγοντα ή τον εναγόμενο, η οποία δεν επιτρέπεται και συνεπώς απορρίπτεται και με αυτεπάγγελτη έρευνα από το δικαστήριο (ΑΠ 605/2013, 670/2011).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 246 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Η συνεκδίκαση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αποσκοπεί στην ενοποίηση της διαδικασίας προς διευκόλυνση ή επιτάχυνση της διεξαγωγής της δίκης ή προς μείωση των εξόδων, αποτελούσα ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της οικονομίας της δίκης, χωρίς όμως να επιφέρει καμία μεταβολή στις σχέσεις των διαδίκων των ενωμένων διαφορετικών δικών, οι οποίες διατηρούν την αυτοτέλειά τους. Έτσι με την συνεκδίκαση δεν μεταβάλλονται οι ενάγοντες ή οι εναγόμενοι κ.λπ. των συνεκδικαζομένων υποθέσεων σε ομοδίκους. Τούτο περαιτέρω σημαίνει ότι δικαίωμα ασκήσεως ενδίκου μέσου κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε επί των συνεκδικαζομένων δικών έχει κάθε διάδικος εκάστης από τις αυτοτελείς συνεκδικαζόμενες δίκες, ο οποίος οφείλει να απευθύνει αυτό κατά του αντιδίκου του στην ίδια αυτοτελή δίκη και όχι κατά των διαδίκων των άλλων συνεκδικαζομένων δικών (ΑΠ 1355/2004). Ο ηττηθείς διάδικος των αυτοτελών συνεκδικασθεισών υποθέσεων ασκών έφεση κατά της εκδοθείσης οριστικής αποφάσεως και απευθύνων αυτή κατά διαφόρων διαδίκων δικαιούται, εν όψει και της διατάξεως του άρθρου 514 ΚΠολΔ, να σωρεύσει αυτοτελείς κατά καθενός εκάστου αιτιάσεις, το παραδεκτό των οποίων κρίνεται αυτοτελώς όχι δε και σε σχέση με τους άλλους, ούτως ώστε αν ο λόγος που αφορά τον ένα διάδικο αντιφάσκει προς τον λόγο που αφορά άλλο διάδικο, να μη δημιουργείται απαράδεκτο του ενός ή πολλώ μάλλον και των δυο λόγων, η αντιφατικότητα των οποίων δικαιολογείται εκ της αντιφατικότητας του περιεχομένου των αυτοτελών εισαγωγικών των δικών δικογράφων.
Τα προαναφερθέντα εφαρμόζονται σε αυτοκινητιστικά ατυχήματα όπου αντιμετωπίζεται το ενδεχόμενο το ζημιογόνο αυτοκίνητο να είναι ανασφάλιστο, οπότε ευθύνεται το Επικουρικό Κεφάλαιο, δυνατό, όμως να προκύψει ότι υφίσταται πράγματι ενεργός ασφάλιση με ευθυνόμενη ασφαλιστική εταιρεία, με το ενδεχόμενο η μεταγενέστερη εναντίον της άσκηση αγωγής να υπόκειται στον κίνδυνο παραγραφής. Στην περίπτωση αυτή, παραδεκτώς δικονομικά τρόπος παράκαμψης της ως άνω δυσκολίας είναι η άσκηση δύο χωριστών αγωγών, μίας κατά του ασφαλιστή και άλλης κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου. Οι χωριστές αυτές αγωγές είναι δυνατό είτε να δικασθούν χωριστά, είτε να συνεκδικασθούν στην ίδια δικάσιμο από το ίδιο δικαστήριο κατ’ άρθρ. 246 ΚΠολΔ. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, δεν έχει σημασία η μεταξύ τους τυπική αντιφατικότητα, αφού στην μεν αγωγή κατά του ασφαλιστή το ζημιογόνο αυτοκίνητο εμφανίζεται ως ασφαλισμένο, στη δε αγωγή κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου ως ανασφάλιστο. Η αντιφατικότητα της αγωγής, που δεν επιτρέπεται ενόψει του άρθρου 218 ΚΠολΔ ερευνάται χωριστά για κάθε αγωγή στο πλαίσιο της συνεκδικάσεως και όχι σε συσχετισμό με άλλη. Σε περίπτωση που απορριφθεί η αγωγή κατά του ασφαλιστή, αλλά και κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, γιατί θα κριθεί ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο είναι ασφαλισμένο σε τρίτη ασφαλιστική εταιρία, μη διάδικο, είναι δυνατό ν’ ασκηθεί έφεση από τον ζημιωθέντα ενάγοντα και των δύο συνεκδικασθεισών αγωγών, του οποίου απορρίφθηκαν οι αγωγές με αυτοτελείς λόγους που αφορούν ο καθένας κάθε μία των συνεκδικασθεισών υποθέσεων (αγωγών), χωρίς εντεύθεν να δημιουργείται οποιοδήποτε απαράδεκτο λόγω της προαναφερθείσας αυτοτέλειας των συνεκδικαζομένων υποθέσεων που επεκτείνεται και στους λόγους έφεσης που αφορούν κάθε μία των συνεκδικασθεισών αγωγών, εφ’ όσον άλλωστε το Εφετείο δικαιούται δικονομικά είτε να διατάξει τον επαναχωρισμό των δύο δικών επί των δύο αγωγών, σύμφωνα με το άρθρο 247 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην έκκλητη δίκη κατ’ άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ, είτε να αναβάλλει τη συζήτηση της μίας συνεκδικασθείσης αγωγής κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ.
Επομένως και στις περιπτώσεις των αυτοκινητιστικών ατυχημάτων, όπου το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο σε μία ασφαλιστική εταιρεία και στη συνέχεια ασφαλίστηκε προσωρινά με την έκδοση προσωρινής βεβαίωσης ασφάλισης σε άλλη ασφαλιστική εταιρεία, παραδεκτά δικονομικά ασκούνται δύο χωριστές αγωγές κατά αυτών (ασφαλιστικών εταιρειών), αφού ο ζημιωθείς τρίτος αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να μην τηρήθηκαν οι διατυπώσεις γνωστοποίησης της λύσης της πρώτης σύμβασης, οπότε δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά αυτού η λήξη της, με κίνδυνο εντεύθεν, αν απορριφθεί η αγωγή του ως αβάσιμη ουσιαστικά κατά της δεύτερης ασφαλιστικής εταιρείας, να παραγραφεί η αξίωσή του κατά της πρώτης ασφαλιστικής εταιρείας και περαιτέρω να περιέλθει σε αδιέξοδο στη νέα δίκη κατά της πρώτης ασφαλιστικής εταιρείας, αφού αυτή έχοντας στα χέρια της όλα τα στοιχεία, θα είναι σε θέση να ισχυριστεί και να αποδείξει ότι η σύμβαση ασφαλίσεως ακυρώθηκε και ότι γνωστοποιήθηκε από αυτή στον ασφαλισμένο, το δε ατύχημα συνέβη μετά πάροδο 16 ημερών από τη γνωστοποίηση. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα να έχει ο παθών δύο τελεσίδικες απορριπτικές αποφάσεις, ήτοι μία κατά της δεύτερης ασφαλιστικής εταιρείας και άλλη κατά της πρώτης ασφαλιστικής εταιρείας και έτσι να μη λάβει καμία αποζημίωση.
Συνεπώς, ο μόνος παραδεκτά δικονομικά τρόπος παράκαμψης της ως άνω δυσκολίας είναι η άσκηση δύο χωριστών αγωγών, μίας κατά κάθε ασφαλιστικής εταιρείας. Οι χωριστές αυτές αγωγές είναι δυνατό, είτε να δικασθούν χωριστά, είτε να συνεκδικασθούν στην ίδια δικάσιμο από το ίδιο δικαστήριο κατ’ άρθρ. 246 ΚΠολΔ. Στη δεύτερη περίπτωση, δεν έχει σημασία η μεταξύ τους τυπική αντιφατικότητα, λόγω του ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο εμφανίζεται ασφαλισμένο σε δύο ασφαλιστικές εταιρείες. Η αντιφατικότητα αυτών, που δεν επιτρέπεται ενόψει του άρθρου 218 ΚΠολΔ, ερευνάται χωριστά για κάθε αγωγή στο πλαίσιο της συνεκδικάσεως και όχι σε συσχετισμό με την άλλη. Σε περίπτωση που απορριφθεί η αγωγή κατά της μιας ασφαλιστικής εταιρείας και γίνει δεκτή αυτή κατά ένα μέρος κατά της άλλης ασφαλιστικής εταιρείας, στην οποία κρίθηκε ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο, είναι δυνατό ν’ ασκηθεί έφεση από τον ζημιωθέντα ενάγοντα και των δύο συνεκδικασθεισών αγωγών κατά της ασφαλιστικής εταιρείας κατά της οποίας έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή του και επικουρικά και κατά της άλλης ασφαλιστικής εταιρείας κατά της οποίας απορρίφθηκε η αγωγή του, για την περίπτωση που γίνει δεκτή η τυχόν ασκουμένη έφεση της πρώτης ασφαλιστικής εταιρείας ως προς την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και απορριφθεί η εναντίον της αγωγής.
Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα
Δικηγόρος