Αποδοχή της αγωγής (298 ΚΠολΔ): Πότε δεσμεύει το Δικαστήριο προς έκδοση σύμφωνης με αυτήν απόφασης;
Το άρθρο 106 ΚΠολΔ, τυποποιώντας τις θεμελιώδεις δικονομικές αρχές της διάθεσης και συζήτησης, ορίζει ότι «το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά». Εκδήλωση αυτού του συστήματος διάθεσης, είναι, μεταξύ άλλων, και το άρθρο 298 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο «ο εναγόμενος μπορεί να αποδεχθεί την αγωγή αναγνωρίζοντας ολικά ή εν μέρει το δικαίωμα που έχει ασκηθεί με αυτήν, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις κατά το ουσιαστικό δίκαιο. Η αποδοχή γίνεται είτε κατά το άρθρο 297, είτε σιωπηρά, με πράξεις από τις οποίες συνάγεται σαφώς. Αν γίνει αποδοχή, εκδίδεται απόφαση σύμφωνα με αυτήν». Αποδοχή της αγωγής είναι η απευθυνόμενη στο δικαστήριο μονομερής διαδικαστικής φύσεως δήλωση του εναγομένου, με την οποία αναγνωρίζει και αποδέχεται την ύπαρξη του επίδικου δικαιώματος του ενάγοντος (ήτοι το αίτημα της αγωγής), ή με άλλα λόγια, το πόρισμα του δικονομικού / αγωγικού συλλογισμού (ήτοι την υπό διάγνωση έννομη συνέπεια). Ο εναγόμενος, δηλαδή, αποδεχόμενος την ύπαρξη του υπό κρίσιν ουσιαστικού δικαιώματος, δηλώνει πως θα συμμορφωθεί σε όλες τις απορρέουσες από αυτό αξιώσεις του ενάγοντος, απαλλάσσοντας το δικαστήριο από την έρευνα της νομιμότητας και βασιμότητας των αξιώσεων αυτών. Το δικαστήριο ελέγχει, πέρα από το προφανές, το αν δηλαδή η αποδοχή της αγωγής ασκήθηκε κανονικά και νομότυπα από την άποψη της προδικασίας–αφού τότε μόνον η δήλωση αποδοχής συνεπάγεται την διά της έκδοσης δικαστικής απόφασης περάτωση της δίκης– και το αν η αγωγή είναι παραδεκτή, οπότε και σε καταφατική περίπτωση περνά απευθείας στην έκδοση δικαστικής απόφασης με περιεχόμενο σύμφωνο προς τα γενόμενα ως αποδεκτά από τον εναγόμενο. Με άλλα λόγια, το δικαστήριο, στην περίπτωση της αποδοχής της αγωγής, δεσμεύεται να εκδώσει απόφαση συμφώνως προς το περιεχόμενο και την έκταση της αποδοχής, χωρίς να είναι ανάγκη να προβεί σε προηγούμενο έλεγχο της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής. Κατά πάγια νομολογία, η αποδοχή της αγωγής από τον εναγόμενο αποκλείει την εκ μέρους του δικαστηρίου έρευνα τόσο της νομικής, όσο και της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής (βλ. ενδεικτικά ΕΦΑΘ 573/2001, ΕΦΑΘ 2931/2000, ΕΦΑΘ 10181/1989, ΕΦΘΕΣ 2387/2008, ΜΠΡΡΟΔ 11/2009, ΕΙΡΡΟΔ 69/2008 ΤΝΠ Νόμος, ΕΦΑΘ 3976/1986 Δίκη 18, 324, ΕΦΑΘ 5832/1986 Δ/νη 27, 1368, ΕΦΑΘ 426/1976 ΝοΒ 24, 644, ΠΠΡΑΘ 1413/1973 ΕΕργΔ 32, 1183, ΜΠΡΘΕΣ 262/1973 Δ/νη 14, 410, σύμφωνα με τις οποίες η αποδοχή της αγωγής περιλαμβάνει την αγωγική αξίωση στο σύνολό της, η οποία εκτείνεται τόσο στα πραγματικά γεγονότα, όσο και στο νόμιμο της αξίωσης). Συνεπώς, η αποδοχή επιφέρει τα δικονομικά αποτελέσματά της,ακόμη και αν η αγωγή είναι αόριστη ή νόμω ή ουσία αβάσιμη, όχι όμως και απαράδεκτη, αφού δεν επεκτείνεται και στις διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, οι οποίες είναι ανεπίδεκτες αποδοχής (βλ. Βασίλη Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνευτική – Νομολογιακή Ανάλυση κατ’ άρθρο, τόμος Β’, 1994, άρθρα 221-477, σελ. 361, με περαιτέρω παραπομπές σε Κεραμέα, Μπέη, Σταματόπουλο και πλούσια νομολογία. Βλ. επίσης ΕΦΑΘ 8232/2000 ΤΝΠ Νόμος, κατά την οποίαούτε το ορισμένο της πραγματικής θεμελιώσεως της αγωγής δεν εξετάζεται,διότι, εφόσον υπάρχει η αποδοχή, δεν συντρέχει ο δικαιολογητικός λόγος τήρησης της διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ, πλην του στοιχ. γ’ της παρ. 1 (ορισμένο αίτημα) και β’ της παρ. 2 (θεμελίωση της καθ’ ύλην αρμοδιότητας). Αυτό σημαίνει ότι το δικαστήριο, προτού προχωρήσει στην έκδοση σύμφωνης με την αποδοχή απόφασης, ερευνά τόσο τις διαδικαστικές προϋποθέσεις του παραδεκτού της αγωγής (πλην της ύπαρξης εννόμου συμφέροντος), όσο και τις προβαλλόμενες διακωλυτικές δικονομικές ενστάσεις, τουτέστιν: την ύπαρξη δικαιοδοσίας και καθ’ ύλην αρμοδιότητας (όχι όμως και της κατά τόπον αρμοδιότητας ή της υπαγωγής της διαφοράς σε διαιτησία), τη νομιμότητα παράστασης των διαδίκων (αν έχουν δηλαδή κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως), την ύπαρξη ικανότητας διαδίκου και ικανότητας δικαστικής παράστασης, την έλλειψη εκκρεμοδικίας και τελεσίδικης κρίσης με άλλη απόφαση επί της αυτής διαφοράς, την τήρηση της προβλεπόμενης για την αγωγή προδικασίας, ήτοι το νομότυπο της άσκησής της και το εμπρόθεσμο της επίδοσής της. Στην περίπτωση που η αποδοχή κριθεί απαράδεκτη, το δικαστήριο προχωρεί κανονικά στην –διά της αποδεικτικής διαδικασίας– ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, οπότε και η απαράδεκτη αποδοχή λαμβάνεται υπόψη και αξιοποιείται είτε ως ομολογία, είτε –κατ’ άλλη άποψη– ως δικαστικό τεκμήριο (βλ. Βασίλη Βαθρακοκοίλη, ό.π. σελ. 370).
Βικεντία – Άννα Μπενάκη
Δικηγόρος Αθηνών
Μ.Δ.Ε. Φιλοσοφίας Δικαίου Νομικής Αθηνών
info@efotopoulou.gr