Πρόωρη υπαναχώρηση του εργοδότη από τη σύμβαση κατά το άρθρο 686 ΑΚ. Προϋποθέσεις. Πότε είναι έγκυρη. Αναζήτηση των καταβληθέντων για το μη εκτελεσθέν με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΕφΑθ 1/2016, ΝοΒ 2016, 261=ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 686 εδ. α’ του ΑΚ, αν ο εργολάβος δεν αρχίσει εγκαίρως την εκτέλεση του έργου ή αν, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, επιβραδύνει την εκτέλεση στο σύνολό της ή εν μέρει με τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του έργου, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο της παράδοσης του έργου.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η πρόωρη άσκηση του διαπλαστικού δικαιώματος της υπαναχώρησης του εργοδότη από την εργολαβική σύμβαση, έχει ως προϋποθέσεις και στις δύο περιπτώσεις του εδαφίου α. τις ακόλουθες : Α) Αντισυμβατική καθυστέρηση έναρξης της εκτέλεσης του έργου ή αντισυμβατική επιβράδυνση εκτέλεσής του. Β) Αδυναμία έγκαιρης αποπεράτωσης του έργου, εξαιτίας της καθυστέρησης, η οποία πρέπει να κρίνεται κατά τους κανόνες της καλής πίστης και της κοινής πείρας, ενόψει βέβαια και των περιστάσεων της ορισμένης περίπτωσης. Από αυτό συνάγεται ότι πρέπει να προσδιορίζεται ο χρόνος περάτωσης του έργου κατά τη σύμβαση και σε περίπτωση κατά την οποία οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν ορίσει το χρόνο περάτωσης του έργου, καθώς και το χρόνο παράδοσής του, αυτός προσδιορίζεται από το Δικαστήριο με αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 323 του ΑΚ και με βάση την καλή πίστη και τα κρατούντα συναλλακτικά ήθη κατά τη διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ. Γ) Έλλειψη υπαιτιότητας του εργοδότη. Δ) Έλλειψη αντίθετης συμφωνίας (ΑΠ 1772/2007, ΧρΙδΔ 2008. 510, ΑΠ 1393/2012, δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS, ΕφΑθ 5176/2001, ΕλλΔνη 2004. 262, ΕφΛ 105/2002, Δικογραφία 2002. 411, ΕφΑθ 7139/2005, ΦρΙδΔ 2006. 600, ΕφΠειρ 760/2011, ΔΕΕ 2012. 580). […].
Προϋπόθεση υπαναχώρησης του εργοδότη όταν συντρέχουν οι όροι της ΑΚ 686 εδ. α’, δεν αποτελεί η υπαιτιότητα του εργολάβου για την παράβαση των υποχρεώσεων του (Βλ. ΕλλΔνη 50,1082). Για την άσκηση του παρεχομένου στον εργοδότη δικαιώματος της υπαναχωρήσεως, δεν απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων της υπερημερίας του εργολάβου ούτε η τήρηση των διατάξεων των άρθρων 383 επ. ΑΚ, γιατί πρόκειται για υπαναχώρηση, που παρέχεται ευθέως από τον νόμο και σε αυτήν έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 389 έως 396 ΑΚ.
Με τη δήλωση του εργοδότη προς τον εργολάβο ότι υπαναχωρεί από τη μεταξύ τους σύμβαση, η τελευταία καταργείται αναδρομικά (ex tunc), από τη στιγμή δηλαδή της κατάρτισης της, από την οποία, αυτοδικαίως, διαλύεται η νομική σχέση, που τους συνέδεε, επέρχεται απόσβεση των υποχρεώσεων τους για παροχές από την εν λόγω σύμβαση και δημιουργείται υποχρέωση αυτών να αποδώσουν αμοιβαίως τις παροχές, που έλαβαν, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 103/2004 ΕλλΔνη 48,205,1. Kατράς, Αγωγές Αστικού Κώδικα και Ενστάσεις, έκδ. 2010, παρ. 87 Ε2, σελ. 723, 724).
Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα
Δικηγόρος