Άδεια αναψυχής κατά το νόμο 539/1945
Κατά το άρθρο 4 του α.ν. 539/1945, η χρονική περίοδος χορηγήσεως της άδειας ρυθμίζεται μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, του πρώτου υποχρεουμένου να χορηγήσει την αιτηθείσα άδεια, το πολύ εντός διμήνου από της υπό του δευτέρου διατυπώσεως της σχετικής αιτήσεως. Η κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη αίτηση αποσκοπεί μόνον στο προσδιορισμό των χρονικών ορίων, εντός των οποίων υφίστατο υποχρέωση για τη χορήγηση της αδείας και δεν αποτελεί τυπική προϋπόθεση για την υπό του εργαζομένου, κατά τις διατάξεις του ως άνω νόμου, άσκηση της άδειας μετ’ αποδοχών. Ο εργοδότης άλλωστε είναι υποχρεωμένος να χορηγήσει άδεια στον εργαζόμενο, έστω και εάν δεν ζητήθηκε αυτή από τον εργαζόμενο(ΑΠ 455/2010, δημος Nomos Intracom). Επειδή δε η συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου για τη χρονική περίοδο της αδείας δεν επιτυγχάνεται πάντοτε ή προσκρούει στα συμφέροντα των λοιπών εργαζομένων της επιχειρήσεως, ο νόμος επιτρέπει στον εργοδότη, όπως καθορίσει αυτήν, ασκών το διευθυντικό του δικαίωμα. Επίσης, ο εργοδότης οφείλει να ενημερώσει τους εργαζομένους του για τη χρονική περίοδο της άδειας του καθενός (Ειρ. Θεσσαλονίκης 7491/2002, Αρμ.2003, 974, βλ. Βλαστό, «Ατομικό Εργατικό Δίκαιο», 2012, σελ. 496).
Κατά το άρθρο 5 παρ. 5 του α.ν. 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 1 παρ. 3 του ν. 1346/1983, εάν λυθεί η σχέση εργασίας εργαζομένου με οποιονδήποτε τρόπο, πριν αυτός λάβει την κανονική άδεια η οποία του οφείλεται, τότε ο τελευταίος δικαιούται τις απολαβές τις οποίες θα ελάμβανε, αν του είχε χορηγηθεί η άδεια. Περαιτέρω, σύμφωνα με το εδάφιο β’ της παρ. 1 του ίδιου ως άνω άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρ. 3 του ν.δ. 3755, εφ’ όσον ο εργαζόμενος δεν έχει λάβει την κανονική ετήσια άδειά του μέχρι το πέρας του ημερολογιακού έτους, στο οποίο αφορά η άδειά του, ο εργοδότης οφείλει να του καταβάλλει τις αποδοχές άδειας, χωρίς προσαύξηση, εφ’ όσον η μη χορήγηση δεν οφείλεται σε πταίσμα του τελευταίου, στο διπλάσιο δε (και μάλιστα προσαυξημένες κατά 100%), εάν η μη χορήγηση μπορεί να καταλογιστεί σε πταίσμα του εργοδότη. Η προσαύξηση 100% επί των αποδοχών άδειας αφορά μόνον τις αποδοχές άδειας και όχι και το επίδομα άδειας(ΑΠ 434/2011, ΔΕΝ 67, 1275). Η ύπαρξη πταίσματος κρίνεται από τα πραγματικά περιστατικά της εκάστοτε περιπτώσεως και γίνεται δεκτό ότι συντρέχει στην περίπτωση κατά την οποία ο εργαζόμενος ζήτησε την άδεια αναψυχής και ο εργοδότης αρνήθηκε να τη χορηγήσει(πρβλ. ΑΠ581/1999 ΔΕΝ 2000, σελ. 776), ή όταν δεν αποδεικνύεται με ότι ο εργαζόμενος ζήτησε την άδειά του, αλλά ότι ο εργοδότης τον ανάγκασε να εργασθεί κατά τον χρόνο κατά τον οποίο όφειλε να του χορηγήσει την κανονική του άδεια (πρβλ.ΑΠ437/2010, δημος.προγρμ. Nomos Intracom. ΑΠ636/2000, σελ. 1357). Η προσαύξηση 100% οφείλεται και για τμήμα άδειας για το οποίο υφίσταται άρνηση χορηγήσεως εκ μέρους του εργοδότη και οφείλεται όταν ο εργοδότης όφειλε να γνωρίζει ότι ο εργαζόμενος δικαιούται περισσότερες μέρες άδειας (πρβλ. ΑΠ1191/1985, ΔΕΝ 1988, σελ. 757). Σε κάθε περίπτωση η ετήσια άδεια πρέπει να χορηγείται στον εργαζόμενο οπωσδήποτε εντός του έτους στο οποίο αφορά και δεν επιτρέπεται, ούτε με συμφωνία μεταξύ του τελευταίου και του εργοδότη, η μεταφορά αυτής εν όλω ή εν μέρει στο επόμενο ή στα μεθεπόμενα έτη (πρβλ. ΑΠ434/2011, ΔΕΝ 67, 1274, ΑΠ455/2010, δημος. Προγρμ. Nomos Intracom, βλ. Βλαστό «Ατομικό Εργατικό Δίκαιο», 2012, σελ. 498). Απαγορεύεται επομένως, έστω και με συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου η μεταφορά άδειας σε επόμενο ή μεθεπόμενα έτη και είναι άκυρη μια τέτοια συμφωνία με αποτέλεσμα σε μια τέτοια περίπτωση ο εργοδότης να είναι υποχρεωμένος από το τέλος του αντίστοιχου έτους, να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις αντίστοιχες προς τις ημέρες αυτές αποδοχές άδειας, με προσαύξηση κατά 100%, μη δυνάμενος να εκπληρώσει τη συγκεκριμένη υποχρέωσή του προς τον εργαζόμενο με τη χορήγηση σ’ αυτόν των δικαιούμενων ημερών άδειας (ΑΠ434/2011, 1033/2011, 1683/2012 ΕΕΔ 2013 σελ. 411, 1028, ‘Εγγραφ. 1250/1985 Υπουργ. Εργασίας, ΔΕΝ 1986 ΣΕΛ. 321, βλ. Βλαστό, «Ατομικό Εργατικό Δίκαιο», 2012, σελ. 498, βλ. Λαναρά, «Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική», Μέρος Β’, 2014, σελ. 423).
Παράλληλα, επιτρέπεται και η χορήγηση της ομαδικής χορήγησης άδειας στο προσωπικό μιας επιχείρησης με παράλληλη διακοπή των εργασιών της, συνήθως κατά τη θερινή περίοδο. Θα πρέπει βέβαια αυτή να διέπεται από την καλή πίστη, σύμφωνα με το άρθρο 288 του ΑΚ. Ο εργοδότης έχει υποχρέωση να προγραμματίσει εγκαίρως την ομαδική χορήγηση των αδειών και μάλιστα κατά τη θερινή περίοδο, δηλαδή από 1η Μαΐου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου. Η τυχόν άρνηση ορισμένων εργαζομένων να παρέχουν την άδειά τους στο χρονικό διάστημα που η επιχείρηση διακόπτει τις εργασίες της για όλο το προσωπικό, προσκρούει στις αρχές της καλής πίστης (βλ. Λαναρά, «Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική», Μέρος Β’, 2014, σελ. 425-426).
Σύμφωνα με την υποπαρ. ΙΑ.5 του άρθρου πρώτου του Ν.4254/2014, κάθε εργοδότης οφείλει να τηρεί ειδικό βιβλίο, το οποίο δύναται να είναι και σε μορφή μηχανογραφημένων σελίδων. Το ειδικό βιβλίο ή οι μηχανογραφημένες σελίδες πρέπει να φέρουν τα στοιχεία της επιχείρησης, την ένδειξη «Βιβλίο αδειών» και να περιλαμβάνει τις παρακάτω στήλες: Ονοματεπώνυμο μισθωτών, ημερομηνία πρόσληψης, αριθμός δικαιούμενων ημερών αδείας, χρονολογία έναρξης και λήξης χορηγηθείσας αδείας, αποδοχές αδείας, επίδομα αδείας. Ειδικώς, οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας συμπληρώνονται στο σύνολό τους μέχρι το τέλος του σχετικού ημερολογιακού έτους λήψης της κανονικής άδειας. Επίσης, ο εργοδότης υποχρεούται να γνωστοποιεί ηλεκτρονικά στο πληροφοριακό σύστημα του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας ΣΕΠΕ – ΟΑΕΔ – ΙΚΑ – ΕΤΑΜ, με την ονομασία «ΕΡΓΑΝΗ», εντός του μηνός Ιανουαρίου (από 1/01 έως και 31/01 εκάστου έτους -για το έτος 2015 η υποχρέωση αυτή έχει πάρει παράταση μέχρι τις 30.04.2015), στοιχεία των εργαζομένων που έλαβαν την ετήσια άδεια και το επίδομα αδείας κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος και έχουν καταχωρισθεί στο ειδικό «Βιβλίο Αδειών».
Αντιθέτως με τα ως άνω και τις άδειες των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα, ο Νόμος 3528/2007 «περί Κύρωσης του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.» ορίζει στο άρθρο 49 και συγκεκριμένα στις παραγράφους 3 και 4 τα εξής:
- Επιτρέπεται να μην χορηγείται, να περιορίζεται ή να ανακαλείται η κανονική άδεια προκειμένου να αντιμετωπιστούν έκτακτες ανάγκες της υπηρεσίας, μετά όμως από έγκριση του οργάνου που προΐσταται εκείνου το οποίο είναι αρμόδιο για τη χορήγηση της άδειας. Αν τέτοιο όργανο δεν υπάρχει, αποφασίζει το αρμόδιο για τη χορήγηση της άδειας όργανο.
- Η άδεια που δεν χορηγήθηκε κατ’ εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου, χορηγείται υποχρεωτικά το επόμενο έτος.
Λένα Πολύζου, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr