Αυτοδύναμη επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης με τίτλο την οριστική απόφαση
Σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 724 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε από το άρθρο πέμπτο παρ. 2 του Ν. 4335/2015 [ΦΕΚ Α’ 87/23-07-2015, με έναρξη ισχύος την 1η-01-2016 (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 Ν. 4335/2015)] ορίζεται ότι ο δανειστής μπορεί με βάση διαταγή πληρωμής χρηματικών απαιτήσεων καθώς και με οριστική απόφαση να ζητήσει εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και να επιβάλει συντηρητική κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη ή τρίτου για το ποσό που επιδικάζεται με την απόφαση ή ορίζεται ότι πρέπει να καταβληθεί με τη διαταγή πληρωμής στο οποίο πρέπει να προστεθούν επίσης οι τόκοι και τα έξοδα. Ο νεωτερισμός που επέφερε ο Ν. 4335/2015 είναι ότι προσέθεσε ως τίτλο για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ή επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης την οριστική δικαστική απόφαση επιπλέον, τόσο του τίτλου της διαταγής πληρωμής που προβλέπει και προέβλεπε η διάταξη και πριν την τροποποίησή της όσο και της δικαστικής απόφασης που διατάσσει την εγγραφή της προσημείωσης που προβλέπει το άρθ. 1274 ΑΚ και που το άρθ. 706 ΚΠολΔ την ρυθμίζει ως ασφαλιστικό μέτρο, αν συντρέξουν οι κατά νόμο προϋποθέσεις για την επιβολή ασφαλιστικών μέτρων (άρθ. 682 ΚΠολΔ). Ενόψει του ότι η διαταγή πληρωμής δεν παρουσιάζει περισσότερα εχέγγυα ορθής κρίσης από την οριστική απόφαση που δέχθηκε την αγωγή και διέγνωσε την ισχύ της επικαλούμενης χρηματικής αξίωσης του δανειστή, αλλά απεναντίας υπάρχει υπεροχή της τελευταίας, κρίθηκε αναγκαία από τον νομοθέτη η εισαγωγή της υφιστάμενης ρύθμισης με την οποία καθιερώνεται και η οριστική απόφαση ως τίτλος για την αυτοδύναμη εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και για την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης (βλ. αιτιολογική. έκθεση Ν. 4335/2015).
Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει, ότι η διαταγή πληρωμής και πλέον και η οριστική απόφαση είναι, και μάλιστα αμέσως μόλις εκδοθεί, δίχως να χρειάζεται η προηγούμενη επίδοσή της στον οφειλέτη, τίτλος για την αυτοδύναμη εκ μέρους του δανειστή επιβολή και του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης και την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης (Μπέη, Η χρησιμότητα της αυτοδύναμης συντηρητικής κατάσχεσης με διαταγή πληρωμής, Δ 1979, 350-351). Ο οφειλέτης όμως και στην περίπτωση αυτή δύναται να αμυνθεί ασκώντας την προβλεπόμενη κατ’ άρθρο 724 § 2 ΚΠολΔ αίτηση αναστολής της εκτέλεσης της συντηρητικής κατάσχεσης για συγκεκριμένους όμως πλέον και ρητά προβλεπόμενους στο άρθρο αυτό λόγους, ενώπιον του Δικαστηρίου που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής ή την οριστική απόφαση, το οποίο και θα εκδικάσει την, εν λόγω, αίτηση κατά τη διαδικασία του άρθρου 702 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, το δικαστήριο προκειμένου να χορηγήσει την αιτηθείσα αναστολή πρέπει να πιθανολογήσει την εξόφληση ή την ανυπαρξία της χρηματικής απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής ή η οριστική απόφαση. Σε περίπτωση μερικής εξόφλησης ή μερικής ανυπαρξίας της απαίτησης, δύναται να διατάξει μερική αναστολή, τον περιορισμό δηλαδή αντίστοιχα του ποσού για το οποίο επιβλήθηκε η συντηρητική κατάσχεση. ‘Ομοια είναι και η δυνατότητα που παρέχεται από τη διάταξη του άρθρου 702 παρ. 3 ΚΠολΔ προκειμένου για ασφαλιστικά μέτρα που επιβλήθηκαν ή πρόκειται να επιβληθούν σε εκτέλεση σχετικής απόφασης. Η ρύθμιση των άρθρων 702 παρ.3 και 724 παρ.2, αποτελεί ειδική εκδήλωση των άρθρων 116 ΚΠολΔ και 692 παρ.3 ΚΠολΔ, που καθιερώνουν αντίστοιχα την τήρηση των κανόνων της καλής πίστης και το ανεπίτρεπτο λήψης από το Δικαστήριο περισσότερων ασφαλιστικών μέτρων από όσα είναι αναγκαία. Εξάλλου, η δυνάμει διαταγής πληρωμής ή οριστικής απόφασης εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης στα χέρια του οφειλέτη ή τρίτου αποτελεί ασφαλιστικό μέτρο και ανεξάρτητα από τον τρόπο που γράφτηκε (δηλαδή όχι δυνάμει δικαστικής απόφασης) η ανάκλησή του οποίου διατάσσεται με τις διατάξεις των ασφαλιστικών μέτρων (ΕφΠατρ 983/2009).
Σε περίπτωση επομένως αυτοδύναμης επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης με τίτλο οριστική απόφαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 724 § 1 του ΚΠολΔ, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, σε περίπτωση δε ασκήσεως ενδίκων μέσων το Δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση (697 ΚΠολΔ), μπορεί, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, εκείνου δηλαδή κατά του οποίου εκδόθηκε η οριστική απόφαση, να διατάξει, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, την αναστολή της ενέργειάς της (οριστικής απόφασης) – ολικά ή εν μέρει – ως τίτλου για την αυτοδύναμη επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης και την ανάκλησή της, εφόσον έχει υλοποιηθεί η αυτοδύναμη επιβολή του ως άνω εξασφαλιστικού μέτρου, αν πιθανολογείται η εξόφληση του οφειλομένου ποσού ή η ανυπαρξία (ολική ή μερική) της απαίτησης για την οποία έχει εκδοθεί η οριστική απόφαση. Με ανύπαρκτη πρέπει να εξομοιωθεί και η παραγεγραμμένη απαίτηση, εφόσον γίνεται επίκληση της παραγραφής από τον οφειλέτη (ΑΚ 277). Το ίδιο ισχύει εάν υπάρχει στερητική αναδοχή από τρίτο του χρέους για το οποίο εκδόθηκε διαταγή πληρωμής ή οριστική απόφαση (ΑΚ 471). Την έννοια της εξόφλησης εμπίπτουν όλοι οι γενικοί αποσβεστικοί λόγοι της απαίτησης των άρθρων 416-454 ΑΚ, όχι όμως και η εκχώρηση απαίτησης αφού με τη σύμβαση αυτήν απλώς μεταβάλλεται το πρόσωπο του δανειστή δίχως τη συναίνεση του οφειλέτη και συνεπώς δεν επηρεάζεται η υποχρέωση του οφειλέτη να εκπληρώσει την παροχή του, παρά μόνο στο ότι μετά την αναγγελία ελευθερωτική ενέργεια παρέχει η καταβολή μόνο στον εκδοχέα (ΑΚ 460). Με δεδομένο άλλωστε ότι τα ασφαλιστικά μέτρα οφείλουν να αποσκοπούν, σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 682 § 1 του ΚΠολΔ, στην εξασφάλιση ή διατήρηση δικαιώματος ή τη ρύθμιση μιας κατάστασης για να αντιμετωπισθεί επείγουσα περίπτωση ή για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος, συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η κατ’ άρθρο 724 § 2 ΚΠολΔ αναστολή εκτέλεσης των ασφαλιστικών μέτρων, που στηρίζονται σε οριστική απόφαση [για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου και η ανάκληση αυτών (ασφαλιστικών μέτρων)], δικαιολογείται όχι μόνον όταν η ασφαλιζόμενη απαίτηση έχει εξοφληθεί ή είναι ανύπαρκτη, αλλά και όταν δεν πιθανολογείται επικείμενος κίνδυνος ή επείγουσα περίπτωση για την επιβολή τους, εφαρμοζόμενη η ως άνω διάταξη του άρθρου 724 § 2 του ΚΠολΔ αναλογικά (βλ. Δ. Κράνη, Συντηρητική κατάσχεση χρηματικής απαίτησης στα χέρια τρίτου με τίτλο διαταγή πληρωμής, ΕλλΔ/νη 56, 975-986, Β. Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνευτική – Νομολογιακή ανάλυση (κατ’ άρθρο), τόμος Δ`, κάτω από το άρθρο 724, § 7, 263). Δεν μπορεί να θεωρηθεί δε, ότι αποτελεί επικείμενο κίνδυνο ή επείγουσα περίπτωση πιθανή μεταβολή στο μέλλον της περιουσιακής κατάστασης κάποιου προσώπου, γιατί με τέτοια εκδοχή θα δικαιολογούνταν η λήψη ασφαλιστικών μέτρων, και μάλιστα με τη μορφή της συντηρητικής κατάσχεσης, σε κάθε εκκρεμή αγωγή, ενόψει της ενδεχόμενης, κατά την κοινή πείρα και λογική, μεταβολής ή ελάττωσης της περιουσιακής κατάστασης του διαδίκου ενώ ούτε η ελαττωμένη περιουσιακή κατάσταση του καθ` ου αρκεί για να δικαιολογήσει τη λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης. Απαιτώντας, συνεπώς, ο Νόμος επικείμενο κίνδυνο ή επείγουσα περίπτωση, εννοεί προφανώς την ύπαρξη ασυνήθους ανάγκης για έκτακτη δικαστική προστασία του διαδίκου, δικαιολογημένη από τη συνδρομή παρόντων πραγματικών περιστατικών και συγκεκριμένα κινδύνου ματαίωσης της ικανοποίησης της απαίτησης, λόγω πιθανολόγησης αποξένωσης του οφειλέτη από την κατασχετήρια περιουσία του, έτσι ώστε να είναι αδύνατη στο μέλλον η επίσπευση εναντίον του αναγκαστικής εκτέλεσης, όταν κάποτε ο δανειστής θα αποκτήσει τίτλο εκτελεστό, μετά τον τερματισμό της διαγνωστικής δίκης ή επείγουσα περίπτωση της παρούσας στιγμής, ως τέτοιας νοουμένης εκείνης, η οποία χρήζει άμεσης ρύθμισης με δικαστική παρέμβαση, λόγω ανάγκης για ταχεία προστασία του ουσιαστικού δικαιώματος, το οποίο πρέπει να ασφαλισθεί από το δικαιούχο, για να μην προξενηθεί, από τη βραδύτητα της επίλυσης της διαφοράς, ουσιώδης και αναπότρεπτος κίνδυνος (ΕφΑθ 300/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Το άρθρο 724 § 1 ΚΠολΔ όπως ισχύει μετά τον ν. 4335/2015 προβλέπει επομένως δύο τίτλους, την διαταγή πληρωμής και την οριστική απόφαση. Ζήτημα ανακύπτει στην περίπτωση που η οριστική απόφαση δεν εξοπλίστηκε με προσωρινή εκτελεστότητα είτε διότι δεν υπήρχε αίτημα προς τούτο είτε διότι το Δικαστήριο επιλήφθηκε τέτοιου και το απέρριψε, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο περίπλοκο το ζήτημα. Και αυτό διότι ο νόμος δεν κάνει διάκριση, εάν η οριστική απόφαση πρέπει να έχει κηρυχθεί εν όλω ή εν μέρει εκτελεστή προκειμένου να αποτελεί, στο σύνολο της ή κατά το μέρος που έχει κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, τίτλο προς εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ή τίτλο προς επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης. Ορθότερη και κρατούσα είναι η άποψη ότι η δυνατότητα εγγραφής προσημείωσης υποθήκης και επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης δυνάμει οριστικής απόφασης δεν θίγεται, αν απορρίφθηκε αίτημα κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, αφού η απόρριψη του αιτήματος αυτού προσωρινής, στην ουσία, δικαστικής προστασίας εμποδίζει μεν την προσωρινή στη συνέχεια επιδίκαση της αυτής απαίτησης που αφορά η απόφαση, εφόσον πρόκειται βέβαια για απαίτηση του άρθρου 728 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν στη συνέχεια υπήρξε μεταβολή των πραγμάτων, δεν εμποδίζει όμως τη λήψη συντηρητικών ασφαλιστικών μέτρων, όπως είναι η προσημείωση υποθήκης και η συντηρητική κατάσχεση (ΕφΘεσ 2480/2017, ΕλλΔ/νη 2017 σ. 1741, Κράνης στην ΕρμΚΠολΔ Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα (2000) άρθ. 682 αριθ. 10, ο ίδιος στον τόμο «Προσωρινή διαταγή, ανάκληση και μετενέργεια των ασφαλιστικών μέτρων» (2013), σελ. 76). Τούτο εξηγείται λόγω της διαφοροποίησης τους ως προς την νομική φύση, το σκοπό που επιδιώκουν και τις προϋποθέσεις επιβολής τους. Ειδικότερα η συντηρητική κατάσχεση είναι ασφαλιστικό μέτρο , επιδιώκει την εξασφάλιση ή διατήρηση της απαίτησης και προϋποθέτει την έκδοση δικαστικής αποφάσεως που να τη διατάσσει (707, 712 ΚΠολΔ) ή διαταγής πληρωμής και απλώς οριστικής απόφασης (724 ΚΠολΔ), ενώ η αναγκαστική κατάσχεση συνιστά μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης, επιδιώκει την ικανοποίηση της απαίτησης, με τη δυνατότητα ενέργειας πλειστηριασμού, στη συνέχεια, του κατασχεμένου πράγματος, για την ικανοποίηση της χρηματικής απαίτησής από το πλειστηρίασμα και απαιτεί για την επιβολή της την ύπαρξη εκτελεστού τίτλου (983 παρ. 1α ΚΠολΔ). Αλλά και πέραν αυτών με δεδομένο ότι η σχετική με την προσημείωση υποθήκης και τη συντηρητική κατάσχεση απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων αρκείται για την λήψη των μέτρων αυτών σε απλή πιθανολόγηση της ασφαλιστέας απαίτησης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η οριστική απόφαση που εκδίδεται με πλήρη απόδειξη για την ασφαλιστέα απαίτηση και συνεπώς παρέχει περισσότερα εχέγγυα ορθής κρίσης σε σχέση με την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, αποτελεί τίτλο για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης ακόμη και εάν δεν είναι καταψηφιστική και μάλιστα προσωρινώς εκτελεστή αλλά απλώς αναγνωριστική της ασφαλιστέας απαίτησης (ΜονΕφΛαρ 6/2019, ΜΕφΔωδ 158/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 98/2020 ΝΟΜΟΣ).
Ευγενία Α. Φωτοπούλου, δικηγόρος
info@efotopoulou.gr