Αμετάκλητη Πληρεξουσιότητα – Πότε είναι δυνατή η ανάκλησή της
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 218 και 724 ΑΚ συνάγεται ότι η πληρεξουσιότητα και η τυχόν εντολή που αποκτάται με αυτήν είναι κατ’ αρχήν ελευθέρως ανακλητή λόγω του προσωπικού και εμπιστευτικού χαρακτήρα της, όμως από το δικαίωμα της ανακλήσεως χωρεί, κατ` εξαίρεση, παραίτηση που καθιστά αμετάκλητη την πληρεξουσιότητα (και την εντολή), εφόσον αυτή αποσκοπεί στην αποκλειστική ή έστω και παράλληλη εξυπηρέτηση του συμφέροντος του αντιπροσώπου ή τρίτου ή αν αφορά συνάμα το συμφέρον του αντιπροσωπευόμενου και του αντιπροσώπου ή τρίτου. Εάν η πληρεξουσιότητα (και η εντολή) συμφωνήθηκε ισχυρώς ως αμετάκλητη, τότε η παρά τη σχετική συμφωνία ανάκλησή της είναι άκυρη και δεν επιφέρει παύση της πληρεξουσιότητας και της εντολής, ο δε πληρεξούσιος ή εντολοδόχος δικαιούται να την αγνοήσει και να προβεί εγκύρως στη σύναψη της δικαιοπραξίας, την οποία αφορά η πληρεξουσιότητα ή η εντολή. Το πραγματικό γεγονός ότι η πληρεξουσιότητα ή εντολή αφορά μόνο ή συγχρόνως και το συμφέρον του αντιπροσώπου, ως προϋπόθεση για το έγκυρο της χορηγήσεώς της ως αμετάκλητης, μπορεί να προκύπτει και από την υποκείμενη, μεταξύ αντιπροσωπευόμενου και πληρεξουσίου, έννομη σχέση στην οποία στηρίζεται η πληρεξουσιότητα η οποία μπορεί να είναι, εκτός της εντολής, οποιαδήποτε άλλη (ΑΠ 405/2011, 392/2006, 108/2005, ΝΟΜΟΣ).
Ακόμη, όμως και στις περιπτώσεις όπου έχει εγκύρως χορηγηθεί ανέκκλητη πληρεξουσιότητα η ανάκλησή της είναι δυνατή εφόσον συντρέχει σπουδαίος λόγος, βάσει της γενικής αρχής η οποία συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων ΑΚ 672, 752 και 766. Σπουδαίος λόγος προς ανάκληση της ανέκκλητης πληρεξουσιότητας κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, ο οποίος ως νομική έννοια υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, υπάρχει όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορεί κατά την καλή πίστη, λαμβανομένων υπ’ όψιν και των συναλλακτικών ηθών, να αξιωθεί από τον αντιπροσωπευόμενο να μην προβεί στην ανάκληση (ΑΠ 486/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 880/1991 Νόμος). Αντίθετη λύση θα οδηγούσε σε υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας του προσώπου του αντιπροσωπευομένου και θα προσέκρουε σε τελευταία ανάλυση στην καθιερούμενη αρχή του άρθρου 179 περ. α’ ΑΚ (ΑΠ 392/2006 ΧρΙΔ 2006, 594).
Ο «σπουδαίος λόγος» που καθιστά μη ανεκτή την περαιτέρω διατήρηση της πληρεξουσιότητας δεν είναι απαραίτητο να οφείλεται σε πταίσμα του αντιπροσώπου (ΕφΑθ 7305/2002 ΕπισκΕΔ 2002,1126 επ.). Ενδεικτικά έχει κριθεί ότι αποτελεί «σπουδαίο λόγο» η μετά την παροχή της ανέκκλητης πληρεξουσιότητας αφερεγγυότητα του αντιπροσώπου – πτώχευση, ένταλμα προσωπικής κράτησης- (ΑΠ 1108/1984 ΝοΒ 1985) καθώς και η βαριά παράβαση των καθηκόντων του αντιπροσώπου στον οποίο χορηγήθηκε αμετάκλητη πληρεξουσιότητα (ΑΠ 1108/1984 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Αντίθετα, έχει κριθεί ότι δεν συνιστά σπουδαίο λόγο που δικαιολογεί την ανάκληση της εγκύρως δοθείσης αμετάκλητης πληρεξουσιότητας μόνη η ύπαρξη αμφισβήτησης μεταξύ αντιπροσωπευομένου και αντιπροσώπου ως προς την έκταση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη μεταξύ τους σχέση (ΑΠ1309/2006 ΝοΒ 2006,1465, ΑΠ 1528/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, το γεγονός ότι από τον χρόνο χορήγησης της αμετάκλητης πληρεξουσιότητας προς πώληση ενός ακινήτου, για το οποίο έχει καταβληθεί το τίμημα, έχει παρέλθει σημαντικό χρονικό διάστημα χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η μεταβίβασή του, με αποτέλεσμα η αγοραία αξία του να έχει εν τω μεταξύ αυξηθεί κατά πολύ σε σχέση με το συμφωνηθέν τίμημα (ΕφΑθ 10438/1990 ΝοΒ 1991, 576), το γεγονός ότι ο οφειλέτης παρακατέθεσε κατά τη λήξη της συνεργασίας του με τη δανείστρια στο Ταμείο Πρακαταθηκών και Δανείων μέρος μόνο της οφειλής του (με αποτέλεσμα η τελευταία να προβαίνει έγκυρα, δυνάμει σχετικής αμετάκλητης πληρεξουσιότητας, στη συμπλήρωση της λευκής επιταγής που της είχε παραδοθεί έγκυρα, δυνάμει σχετικής αμετάκλητης πληρεξουσιότητας, στη συμπλήρωση της λευκής επιταγής που της είχε παραδοθεί με ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό και στην εμφάνιση προς πληρωμή στην Τράπεζα – ΑΠ 16633/2003 ΧρΙΔ 2004, 315). Η ανάκληση αμετάκλητης πληρεξουσιότητας είναι σε κάθε περίπτωση ισχυρή όταν η πληρεξουσιότητα στηρίζεται σε άκυρη συμβατική σχέση. (Γεωργιάδης, Σύντομη Ερμηνεία του Αστικού Κώδικα, σελ. 524-525)
Ελένη Μακροδημήτρη, ασκ. δικηγόρος
info@efotopoulou.gr