Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Αναγνώριση ανυπαρξίας δικαστικής απόφασης – Η περίπτωση της ανυπόστατης διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης όταν αυτή επισπεύδεται κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου

Κατά το άρθρο 313 παρ. 1 του ΚΠολΔ, μπορεί να επιδιωχθεί με αγωγή ή ένσταση η αναγνώριση της ανυπαρξίας μιας δικαστικής αποφάσεως, μόνο στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) αν την εξέδωσαν πρόσωπα που δεν είχαν δικαστική ιδιότητα, β) αν το πολιτικό δικαστήριο αποφάσισε για αντικείμενο που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, γ) αν δεν δημοσιεύθηκε, δ) αν εκδόθηκε σε δίκη που είχε διεξαχθεί κατά ανύπαρκτου φυσικού ή νομικού προσώπου και ε) αν εκδόθηκε κατά προσώπου που έχει το προνόμιο της ετεροδικίας. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι χαρακτηρίζονται ως «ανύπαρκτες» δύο κατηγορίες αποφάσεων και ειδικότερα αφενός μεν οι ανυπόστατες, δηλαδή, εκείνες που δεν συγκεντρώνουν όλα τα εννοιολογικά στοιχεία, άλλως τα στοιχεία του πραγματικού, τα οποία κατά νόμο συνθέτουν τη δικαστική απόφαση (άρθρο 313 εδ. α` και γ`) και αφετέρου οι ανίσχυρες ή αυτοδικαίως άκυρες (άρθρο 313 εδ. β`, δ`, ε`), οι οποίες, αν και έχουν τη μορφή δικαστικής αποφάσεως, δεν έχουν κατά νόμο ισχύ, δηλαδή δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα, λόγω σοβαρότατου, δικονομικής πάντοτε φύσεως, ελαττώματος, που έχει εμφιλοχωρήσει σε αυτές (σχετ. Κ. Μπέη, ΠολΔ άρθρο 313 παρ. 2 και 3. Ο ίδιος, Η ανίσχυρος διαδικαστική πράξις, παρ. 4 II 3 γ σελ. 125- 126, Κονδύλη, Το δεδικασμένον, παρ. 8 σελ. 76 επ. και για το προϊσχύσαν δίκαιο, Ζήση, Η ακύρωση των δικαστικών αποφάσεων, ΕΕΝ Θ`, 161 επ. Αποστολόπουλο, ΝΔικ7, 601 επ.).

Ανυπόστατη, υπό την ανωτέρω έννοια, είναι η απόφαση α) αν δεν προέρχεται από δικαστήριο, β) αν δεν έχει διατακτικό και γ) αν η δήλωση βουλήσεωςτου δικαστηρίου δεν έγινε κατά τον προσήκοντα τύπο, δηλαδή με δημοσίευση στο ακροατήριο (άρθρο 313 παρ. 1 γ, οχ. Κονδύλη, ό.π., σελ. 77). Αντιθέτως, απλώς ανίσχυρη ή αυτοδικαίως άκυρη είναι η απόφαση, όταν εκδόθηκε α) σε δίκη κατά ανύπαρκτου φυσικού ή νομικού προσώπου (άρθρο 313 παρ. 1 β) και β) κατά προσώπου που έχει το προνόμιο της ετεροδικίας (άρθρο 313 παρ. 1 ε). Η ανωτέρω περιοριστική απαρίθμηση, στο άρθρο 313 παρ. 1 ΚΠολΔ, των περιπτώσεων ανισχύρου ή αυτοδίκαιου ακυρότητας των δικαστικών αποφάσεων δεν εμποδίζει την επέκτασή τους με βάση τη γενικότερη νομοθετική αρχή, από την οποία η σχετική ρύθμιση.

Ειδικότερα, η δίκη, ως έννομη σχέση, προϋποθέτει συνύπαρξη περισσοτέρων υποκειμένων, δηλαδή δικαστήριο και διαδίκους, καθώς και ορισμένο αντικείμενο. Όπως σε κάθε «σχέση», έτσι και στη δίκη, τα υποκείμενά της νοούνται ως ενότητα, με συνέπεια ή ανυπαρξία ενός από αυτά να αποκλείει την ύπαρξη της σχέσεως και να μην δημιουργείται η έννομη σχέση της δίκης, άν ελλείπει ένα από αυτά (υποκείμενα). Όταν δε η υποβληθείσα αίτηση παροχής έννομης προστασίας δεν μπορεί να δημιουργήσει την έννομη σχέση της δίκης, λόγω ελλείψεως ως προς τα υποκείμενα ή το αντικείμενό της οφείλει το δικαστήριο, με την απόφασή του, να διαπιστώσει το περιστατικό αυτό και να απορρί- ψει την αίτηση ως απαράδεκτη (πρβ. ΕφΑΘ 4236/1971 Αρχ Ν ΚΓ`469 όπου και σύμφωνο σχόλιο Π.Ι.Θ). Κάθε άλλου περιεχομένου απόφαση και μάλιστα εκείνη που παρέχει έννομη προστασία στον ένα και στον άλλο διάδικο είναι ανίσχυρη και αυτοδικαίως άκυρη (βλ. Κονδύλη, ό.π., σελ. 81-83, ΕφΑΘ 7046/1990 ΔΙΚΗ 1992,311). Η ως άνω αγωγή, η οποία είναι εμπρόθεσμη (β. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ Ερμηνευτική και Νομολογιακή Ανάλυση, υπ’ άρθρο 313 εκδ. 1994, περιθ. αρ. 14 και εκδ. 2006 περ. αρ. 4), κατά το άρθρο 313 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, για αναγνώριση της ανυπαρξίας μίας δικαστικής απόφασης αποκλείεται αν η απόφαση έχει προσβληθεί με ένδικα μέσα. Τέλος, ανυπαρξία, κατά την έννοια του άρθρου 313 παρ. 1 περ. δ` του ΚΠολΔ, υπάρχει και όταν: α) ο διάδικος είχε αποβιώσει, πριν αρχίσει η εκκρεμοδικία και β) ο φερόμενος ως εναγόμενος δεν είχε αποκτήσει την ιδιότητα του διαδίκου, διότι δεν του είχε επιδοθεί νομίμως αντίγραφο της αγωγής (ΑΠ 773/2013 Nomos, ΕφΑΔ 2014, 297).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 199 ΑΚ και 1005§§ 1και 2 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο πλειστηριασμός είναι ιδιόρρυθμη σύμβαση εξομοιούμενη με την πώληση και αποτελεί αιτία της διαδοχής, σε τρόπο ώστε μεταβιβάζονται στον υπερθεματιστή όσα δικαιώματα επί του πλειστηριασθέντος πράγματος είχε ο οφειλέτης κατά το χρόνο της κατασχέσεως. Από τις διατάξεις δε των άρθρων 933 και 934§1γ ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι προκειμένου περί ακινήτων, εάν δεν προσβληθεί ο πλειστηριασμός από τον καθού η εκτέλεση οφειλέτη για ακυρότητα εντός των αναφερομένων σ` αυτές προθεσμιών, αυτός θεραπεύεται από τυχόν ακυρότητες, είτε αυτές ανάγονται σε πλημμέλειες της διεξαγωγής του, είτε αναφέρονται σε επιμέρους πράξεις της προηγηθείσας εκτελεστικής διαδικασίας.

Τα ανωτέρω όμως προϋποθέτουν και υπαρκτό πρόσωπο οφειλέτη-καθού η εκτέλεση και έχουν εφαρμογή επί της ελαττωματικής διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, από την οποία διακρίνεται η ανύπαρκτη ή ανυπόστατη κατάσχεση και κάθε πράξη της προδικασίας και κύριας διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης (όπως είναι εκείνη η οποία στρέφεται κατά ανύπαρκτου προσώπου), διότι η τελευταία στερείται ακόμη και των εξωτερικών τυπικών της γνωρισμάτων από υποκειμενικής και αντικειμενικής πλευράς. Η ελαττωματικότητα αυτή, επί ανυπάρκτου ή ανυποστάτου αναγκαστικής εκτέλεσης, δεν ανάγεται στη διαδικασία ή τον τύπο μιας ή περισσοτέρων διαδικαστικών πράξεων, αλλά στο κατά νόμο επιτρεπτό της αιτούμενης και πραγματοποιούμενης δικαστικής προστασίας. Δημιουργείται συνεπώς, στην περίπτωση αυτή, και έτερο είδος ελαττώματος, το οποίο επιφέρει ως συνέπεια το ανίσχυρο της αναγκαστικής εκτέλεσης ως συνόλου. Κύρωση δηλαδή του εν λόγω ελαττώματος (της ανύπαρκτης εκτέλεσης) είναι η κήρυξη  ή η αναγνώριση του ανισχύρου της αναγκαστικής εκτέλεσης ή της συγκεκριμένης πράξης (πλειστηριασμού), η οποία μπορεί να επιτευχθεί με την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής ή την προβολή ενστάσεως από τον έχοντα έννομο συμφέρον (489/2004 ΑΠ, δημ. σε ΝΟΜΟΣ).

Έτσι, με την υπ’ αριθμ. 3474/1999 απόφαση του, το Εφετείο Αθηνών, έκρινε ότι υποκείμενη στην κρίση του ήταν όχι ανακοπή τρίτου που αφορούσε αναγκαστική εκτέλεση προς είσπραξη δημοσίων εσόδων, αλλά αγωγή, με αντικείμενο την αναγνώριση ως ανίσχυρου (ανυπόστατου) του επίμαχου πλειστηριασμού ακινήτων, για το λόγο ότι είχε διενεργηθεί κατά προσώπου ανυπάρκτου (που είχε αποβιώσει προ της βεβαιώσεως του χρέους).

Ελένη Μακροδημήτρη, ασκ. δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί