Αντισυνταγματική η διάταξη που απαιτεί για τη συζήτηση εμπράγματης αγωγής να προσκομίζεται από τον υπόχρεο σε ΕΝ.Φ.Ι.Α. πιστοποιητικό ότι το ακίνητο περιλαμβάνεται στη δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α. και Φ.Α.Π., κατά περίπτωση, για τα πέντε (5) προηγούμενα έτη
Κατά τη διάταξη του άρθρου 54A παρ. 5 του Ν. 4174/2013 «Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας και άλλες διατάξεις», όπως αυτή (παρ. 5) είχε αρχικά αντικατασταθεί με την παράγραφο Γ.4 άρθρου τρίτου του Ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α΄85/7-4-2014) και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 παρ. 6 του Ν. 4474/2017 (ΦΕΚ Α΄80/6-6-2017), το οποίο ισχύει από 1-1-2017, «Είναι απαράδεκτη η συζήτηση ενώπιον δικαστηρίου εμπράγματης αγωγής επί ακινήτου, πλην της μονομερούς εγγραφής υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης ή της άρσης κατάσχεσης, αν δεν προσκομισθεί από τον υπόχρεο σε ΕΝ.Φ.Ι.Α. πιστοποιητικό ότι το ίδιο ακίνητο περιλαμβάνεται στη δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α. και Φ.Α.Π., κατά περίπτωση, για τα πέντε (5) προηγούμενα έτη».
Σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, η διάταξη αυτή είναι φορολογικής φύσης, θεσπίστηκε για να διασφαλίσει το φορολογικό δικαίωμα του Δημοσίου και δεν είναι εφαρμοστέα, ούτε, άλλωστε, η παράβασή της δημιουργεί διαδικαστικό απαράδεκτο, διότι οι φορολογικοί σκοποί, τους οποίους επιδιώκει, μπορούν να επιτευχθούν και με άλλα μέσα, δηλαδή με την ενέργεια των φορολογικών οργάνων, χωρίς να απαιτείται η κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης της αγωγής για την επίτευξή τους, οι οποίοι δεν έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης και, συνακόλουθα, στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σε κάθε δε περίπτωση η εφαρμογή της ως άνω διάταξης, λόγω του αμιγούς φορολογικού της χαρακτήρα, προσκρούει ευθέως τόσο στις διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 25 του Συντάγματος, όσο και στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι δεν αφορά στην προστασία των συναλλασσομένων σε σχέση με τα ακίνητα, ώστε να επιδιώκει την παροχή δικαστικής προστασίας, αποτελώντας ειδική διαδικαστική προϋπόθεση μίας εμπράγματης αγωγής και προαπαιτούμενο, προκειμένου να εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας. Άλλωστε, στόχος της δίκης πρέπει να είναι πάντοτε η έκδοση απόφασης επί της ουσίας και οι διαδικαστικές προϋποθέσεις πρέπει να έχουν σκοπό να εξασφαλίσουν την ομαλή και απρόσκοπτη ροή της διαδικασίας και να αποτελούν εγγυήσεις ορθής δικαστικής απόφασης (βλ. σχετ. ΑΠ 290/2023, ΑΠ 383/2021, ΑΠ 1143/2019, ΜΕφΠειρ 39/2023, ΜΕφΠατρ 323/2022, ΜΕφΔωδ 313/2022, ΜΕφΠειρ 459/2020 όλες δημοσιευμένες σε ΝΟΜΟΣ).
Η ανωτέρω διάταξη, σύμφωνα με την οποία είναι απαράδεκτη η συζήτηση ενώπιον δικαστηρίου εμπράγματης αγωγής επί ακινήτου, αν δεν προσκομισθεί από τον υπόχρεο σε ΕΝ.Φ.Ι.Α. πιστοποιητικό ότι το ίδιο ακίνητο περιλαμβάνεται στη δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α. και Φ.Α.Π., κατά περίπτωση, για τα πέντε (5) προηγούμενα έτη, είναι αντισυνταγματική, διότι, ακόμα και μετά την τροποποίησή της ως άνω με το άρθρο 13 παρ. 6 Ν. 4474/2017, εξυπηρετεί το ταμειακό συμφέρον του Ελληνικού Δημοσίου και τη διασφάλιση της εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών και είναι αμιγώς φορολογικής φύσης, η δε παράβασή της δεν δημιουργεί διαδικαστικό απαράδεκτο της συζήτησης του σχετικού ένδικου βοηθήματος, διότι η διάταξη λόγω του αμιγούς φορολογικού χαρακτήρα της δεν είναι εφαρμοστέα, ως ευθέως αντιτιθέμενη τόσο στα άρθρα 17, 20 και 25 του Συντάγματος, όσο και στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι δεν αφορά στην προστασία των συναλλασσομένων σε σχέση με τα ακίνητα, ώστε να επιδιώκει την παροχή δικαστικής προστασίας, αποτελώντας ειδική διαδικαστική προϋπόθεση μιας εμπράγματης αγωγής και προαπαιτούμενο προκειμένου να εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας (βλ. την υπ’ αριθμόν 9/2025 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, την υπ’ αριθμόν 256/2025 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, την υπ’ αριθμόν 39/2023 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και την υπ’ αριθμόν 534/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, δημοσιευμένες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Επομένως, σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, η ανωτέρω διάταξη ήταν αντισυνταγματική όταν απαιτούσε πιστοποιητικό της Φορολογικής Διοίκησης, με το οποίο πιστοποιείται ότι το ίδιο ακίνητο περιλαμβάνεται στη δήλωση Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων, καθώς και ότι ο φορολογούμενος έχει καταβάλει, ή νόμιμα απαλλαγεί από τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. για το συγκεκριμένο ακίνητο και έχει καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες δόσεις, έχει ρυθμίσει ή έχει νόμιμα απαλλαγεί από τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. για τα υπόλοιπα ακίνητα, για τα οποία είναι υπόχρεος για τα πέντε (5) προηγούμενα έτη, ή πιστοποιητικό ότι το ίδιο ακίνητο, με τα ίδια στοιχεία, περιλαμβάνεται στη δήλωση φόρου ακίνητης περιουσίας (Φ.Α.Π.), καθώς και ότι ο φορολογούμενος έχει καταβάλει το Φ.Α.Π. για το συγκεκριμένο ακίνητο και ότι έχει καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες δόσεις του Φ.Α.Π. ή έχει ρυθμίσει το Φ.Α.Π. για τα υπόλοιπα ακίνητα, για τα οποία είναι υπόχρεος για τα προηγούμενα έτη, και παραμένει αντισυνταγματική και μετά την τροποποίησή της με τον ν. 4474/2017 που απαιτεί πλέον πιστοποιητικό ότι το ακίνητο περιλαμβάνεται στη δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α. και Φ.Α.Π. κατά περίπτωση, για τα πέντε (5) προηγούμενα έτη.
Αγγελική Λιγοψυχάκη, δικηγόρος