Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Γονική μέριμνα – Βέλτιστο συμφέρον του τέκνου – Διάκριση σε βραχυπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο – Κρίση Εφετείου ότι το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου επιβάλλει να δοθεί σε αυτό το κύριο όνομα με το οποίο προσφωνείται από το περιβάλλον του και να βαπτισθεί

Με τον Ν. 4800/2021 «Μεταρρυθμίσεις αναφορικά με τις σχέσεις γονέων και τέκνων, άλλα ζητήματα οικογενειακού δικαίου και λοιπές επείγουσες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 81/2021), επήλθαν σημαντικές τροποποιήσεις στη ρύθμιση των σχέσεων γονέων και τέκνων, μετά τη διακοπή της συμβίωσης των γονέων τους ή το διαζύγιο ή την ακύρωση του γάμου τους, με σκοπό, όπως αναφέρεται και στη σχετική εισηγητική έκθεση, την ενίσχυση της ενεργού παρουσίας και των δύο γονέων στην ανατροφή του τέκνου με βάση την αρχή της ισότητας των γονέων στις ευθύνες και τα δικαιώματά τους έναντι του τέκνου και με γνώμονα αποκλειστικά και μόνο το συμφέρον του. Ειδικότερα, στις διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1512, 1513, 1518 και 1519 ΑΚ, όπως αυτές ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους, αντίστοιχα, με τα άρθρα 7 παρ. 1, 5, 6, 7 παρ. 2, 11 και 12 του Ν. 4800/2021, και οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 18 εδάφ. α΄ του ίδιου νόμου, εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί, μέχρι την έναρξη ισχύος του (16.09.2021 – άρθρο 30 του Ν. 4800/2021), αμετάκλητη δικαστική απόφαση, ορίζονται τα ακόλουθα: Στο άρθρο 1510 ΑΚ, ότι: «Η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων (γονική μέριμνα), οι οποίοι την ασκούν από κοινού και εξίσου. Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του. Σε περίπτωση όπου η γονική μέριμνα παύει λόγω θανάτου, κήρυξης σε αφάνεια ή έκπτωσης του ενός γονέα, η γονική μέριμνα ανήκει αποκλειστικά στον άλλο. Αν ο ένας από τους γονείς αδυνατεί να ασκήσει τη γονική μέριμνα για πραγματικούς λόγους ή γιατί είναι ανίκανος ή περιορισμένα ικανός για δικαιοπραξία, την ασκεί μόνος ο άλλος γονέας. Η επιμέλεια όμως του προσώπου του τέκνου ασκείται και από τον ανήλικο γονέα», στο άρθρο 1511 ΑΚ, ότι: «1. Κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου. 2. Στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου, που εξυπηρετείται ιδίως από την ουσιαστική συμμετοχή και των δύο γονέων στην ανατροφή και φροντίδα του, καθώς επίσης και από την αποτροπή διάρρηξης των σχέσεών του με καθένα από αυτούς, πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του δικαστηρίου, όταν αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο άσκησής της. Η απόφαση του δικαστηρίου συνεκτιμά παραμέτρους, όπως την ικανότητα και πρόθεση καθενός εκ των γονέων να σεβαστεί τα δικαιώματα του άλλου, τη συμπεριφορά κάθε γονέα κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα και τη συμμόρφωσή του με τις νόμιμες υποχρεώσεις του, δικαστικές αποφάσεις, εισαγγελικές διατάξεις και προηγούμενες συμφωνίες που είχε συνάψει με τον άλλο γονέα και αφορούν το τέκνο. 3. Η απόφαση του δικαστηρίου πρέπει επίσης να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας ιδίως του φύλου, του σεξουαλικού προσανατολισμού, της φυλής, της γλώσσας, της θρησκείας, των πολιτικών ή όποιων άλλων πεποιθήσεων, της ιθαγένειας, της εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσίας. 4. Ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του, πριν από κάθε απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα και τα συμφέροντά του», στο άρθρο 1512 ΑΚ, ότι: «Κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας οι γονείς καταβάλλουν προσπάθεια για την εξεύρεση κοινά αποδεκτών λύσεων. Αν διαφωνούν, αποφασίζει το δικαστήριο», στο άρθρο 1513 ΑΚ, ότι: «Στις περιπτώσεις διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή λύσης ή ακύρωσης του συμφώνου συμβίωσης ή διακοπής της συμβίωσης των συζύγων ή των μερών του συμφώνου συμβίωσης και εφόσον ζουν και οι δύο γονείς, εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου τη γονική μέριμνα. Ο γονέας με τον οποίο διαμένει το τέκνο, επιχειρεί τις πράξεις που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 1516, κατόπιν προηγούμενης ενημέρωσης του άλλου γονέα», στο άρθρο 1518 ΑΚ, ότι: «Η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου περιλαμβάνει ιδίως την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευσή του, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του. Κατά την ανατροφή του τέκνου οι γονείς το ενισχύουν, χωρίς διάκριση φύλου, να αναπτύσσει υπεύθυνα και με κοινωνική συνείδηση την προσωπικότητά του. Η λήψη σωφρονιστικών μέτρων επιτρέπεται μόνο εφόσον αυτά είναι παιδαγωγικώς αναγκαία και δεν θίγουν την αξιοπρέπεια του τέκνου. Κατά τη μόρφωση και την επαγγελματική εκπαίδευση του τέκνου οι γονείς λαμβάνουν υπόψη τις ικανότητες και τις προσωπικές του κλίσεις. Γι’ αυτόν τον σκοπό οφείλουν να συνεργάζονται με το σχολείο και αν υπάρχει ανάγκη, να ζητούν τη συνδρομή αρμοδίων κρατικών υπηρεσιών ή δημοσίων οργανισμών. Κάθε γονέας υποχρεούται να διαφυλάσσει και να ενισχύει τη σχέση του τέκνου με τον άλλο γονέα, τους αδελφούς του, καθώς και με την οικογένεια του άλλου γονέα, ιδίως όταν οι γονείς δεν ζουν μαζί ή ο άλλος γονέας έχει αποβιώσει», και στο άρθρο 1519 ΑΚ, ότι: «Όταν η επιμέλεια ασκείται από τον έναν γονέα ή έχει γίνει κατανομή της μεταξύ των γονέων, οι αποφάσεις για την ονοματοδοσία του τέκνου, για το θρήσκευμα, για ζητήματα της υγείας του, εκτός από τα επείγοντα και τα εντελώς τρέχοντα, καθώς και για ζητήματα εκπαίδευσης που επιδρούν αποφασιστικά στο μέλλον του, λαμβάνονται από τους δύο γονείς από κοινού. Τα δύο τελευταία εδάφια του άρθρου 1510 και το άρθρο 1512 εφαρμόζονται αναλόγως. Για τη μεταβολή του τόπου διαμονής του τέκνου που επιδρά ουσιωδώς στο δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, απαιτείται προηγούμενη έγγραφη συμφωνία των γονέων ή προηγούμενη δικαστική απόφαση που εκδίδεται μετά από αίτηση ενός από τους γονείς. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει κάθε πρόσφορο μέτρο. Ο γονέας στον οποίο δεν έχει ανατεθεί η άσκηση της επιμέλειας έχει το δικαίωμα να ζητά από τον άλλο πληροφορίες για το πρόσωπο και την περιουσία του τέκνου».

Με τις προαναφερόμενες διατάξεις ορίζεται ότι τη γονική μέριμνα οι γονείς δεν την ασκούν μόνο από κοινού αλλά και «εξίσου» (ΑΚ 1510), ότι κάθε απόφαση των γονέων ή του δικαστηρίου σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου (ΑΚ 1511), ότι στις περιπτώσεις διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή λύσης ή ακύρωσης του συμφώνου συμβίωσης ή διακοπής της συμβίωσης, οι δύο γονείς εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου την γονική μέριμνα του τέκνου (ΑΚ 1513), ενώ από τις ίδιες διατάξεις, προκύπτει ότι περιεχόμενο της γονικής μέριμνας αποτελεί και η ονοματοδοσία του ανηλίκου, σχετικά με την οποία οι γονείς αποφασίζουν από κοινού, σε περίπτωση, δε, που αυτοί διαφωνούν, αποφασίζει το δικαστήριο. Μάλιστα, με τη νέα διάταξη του άρθρου 1519 ΑΚ, επιδιώκεται η εξασφάλιση της συμμετοχής του γονέα που δεν ασκεί την γονική μέριμνα, σε σημαντικές αποφάσεις για τον ανήλικο, στις οποίες περιλαμβάνεται και η ονοματοδοσία.

Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων και προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησής της, είναι το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μία ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα, ως τέτοιο, δε, νοείται το σωματικό, υλικό, πνευματικό, ψυχικό, ηθικό και γενικότερα το κάθε είδους συμφέρον του. Για την εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας, δεν παρέχονται από τον νομοθέτη εκ των προτέρων προσδιοριστικά στοιχεία, πέραν από το επιβαλλόμενο στον δικαστή καθήκον να σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην προβεί σε διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής – οικονομικής κατάστασής τους.

Συνεπώς, και οι νέες διατάξεις αποβλέπουν στην προστασία του συμφέροντος του ανηλίκου όπως και οι προϊσχύσασες, και ο όρος «βέλτιστο συμφέρον» του τέκνου ταυτίζεται, ουσιαστικά, με την, κατά την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 1511 ΑΚ, έννοια του «συμφέροντος» του τέκνου. Το κανονιστικό περιεχόμενο της έννοιας αυτής, του συμφέροντος του τέκνου, συγκεκριμενοποιείται σε κάθε περίπτωση με βάση τις επικρατούσες συνθήκες σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, καθώς επίσης -και κυρίως- τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε παιδιού. Το συμφέρον του παιδιού προσδιορίζεται εξατομικευμένα με αναφορά σε συγκεκριμένο εκάστοτε παιδί και τις ανάγκες του, όπως αυτές προσδιορίζονται ιδίως από την κατάσταση της υγείας του, την ηλικία του, τις οικογενειακές και κοινωνικές συνθήκες, υπό τις οποίες αυτό διαβιώνει και αναλύεται στις επιμέρους πτυχές του δικαιώματος της προσωπικότητας του παιδιού, δηλαδή κυρίως στη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα, την υγεία, τη συναισθηματική και ψυχολογική ασφάλεια και σταθερότητα, τη διανοητική πρόοδο, την κοινωνική ένταξη και την αποδοχή, την υπευθυνότητα, την κοινωνική συνείδηση και την ανεξαρτησία του παιδιού. Επίσης, το παιδί εξελίσσεται και μαζί του εξελίσσονται οι ανάγκες του και αναπροσδιορίζεται το συμφέρον του. Μάλιστα, η χρονική παράμετρος για τη συγκεκριμενοποίηση του συμφέροντος του παιδιού είναι σημαντική. Ιδανικά, οι γονείς πρέπει να επιδιώκουν την προαγωγή εξίσου του βραχυπρόθεσμου, του μεσοπρόθεσμου και του μακροπρόθεσμου συμφέροντος του παιδιού. Στις περιπτώσεις που η ταυτόχρονη αυτή επιδίωξη δεν μπορεί να επιτευχθεί στον βέλτιστο βαθμό, πρέπει στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση να επιχειρείται η κατά το δυνατόν μεγαλύτερη ικανοποίηση του βραχυπρόθεσμου και του μεσοπρόθεσμου συμφέροντος, καθώς το ποιο είναι το μακροπρόθεσμο συμφέρον του παιδιού είναι συχνά αβέβαιο στον σύγχρονο συνεχώς μεταβαλλόμενο κόσμο. Ενόψει της κατάστασης αυτής, η θυσία του βραχυπρόθεσμου συμφέροντος του παιδιού χάριν του μακροπρόθεσμου συμφέροντος μπορεί τελικά σε συγκεκριμένες περιπτώσεις να αποβεί αλυσιτελής, εκτός αν κατά την επιδίωξη αυτή τα μειονεκτήματα από τη θυσία του βραχυπρόθεσμου συμφέροντος αντισταθμίζονται από την κατά το δυνατό βέβαιη προαγωγή του μακροπρόθεσμου συμφέροντος του παιδιού. Η κρίση πάντως αυτή δεν μπορεί να είναι γενική και πρέπει να εκφέρεται κατά τη συγκεκριμενοποίηση του συμφέροντος συγκεκριμένου εκάστοτε παιδιού και ενόψει της λήψης συγκεκριμένης απόφασης που το αφορά και απαιτεί στάθμιση του βραχυπρόθεσμου με το μακροπρόθεσμο συμφέρον.

Στη δικαστική, συνεπώς, κρίση καταλείπεται ευρύ πεδίο, ούτως ώστε, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, να καταλήξει το δικαστήριο σε ρύθμιση τέτοια που να εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανήλικου τέκνου, για τη διαπίστωση, δε, της συνδρομής του εξετάζονται πάντοτε τα επωφελή και πρόσφορα για τον ανήλικο στοιχεία και οι συναφείς περιστάσεις (ΑΠ 119/2023, ΑΠ 157/2022). Εξάλλου, εφόσον το συμφέρον του τέκνου συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του ως προς το αν, ενόψει των περιστάσεων που δέχθηκε, για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Με βάση τα παραπάνω, ο Άρειος Πάγος, με την υπ’ αριθμ. 42/2025 απόφασή του (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), έκρινε τα εξής: «Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο: ΄΄[…] Οι διάδικοι τέλεσαν στις 2-5-2019, νόμιμο (πολιτικό) γάμο, στο Ληξιαρχείο […]. Από τον γάμο τους αυτό, απέκτησαν ένα άρρεν, εισέτι αβάπτιστο, τέκνο, που γεννήθηκε[…] στις 13-5-2019 και έλαβε το επώνυμο […]. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά […], με αποτέλεσμα την οριστική διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης την 13-7-2019 […]. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει να δοθεί στο ανήλικο τέκνο το όνομα ΄΄….΄΄, όπως προκύπτει τούτο α) από την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του μάρτυρα […], πατέρα της εφεσίβλητης ενάγουσας – εναγόμενης και β) από τις γραπτές ευχές στο προφίλ του εναγόμενου στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης (Facebook), στις 11-12-2019, που προσκομίζει μετ’ επίκλησης η εφεσίβλητη ενάγουσα – εναγόμενη, όπου διάφορα άτομα του εύχονται για το μωρό και ο εκκαλών ενάγων-εναγόμενος τους ανακοινώνει ότι θα το ονομάσει […] και εκείνοι απαντώντας στον εκκαλούντα ενάγοντα-εναγόμενο συμπληρώνουν στα σχόλιά τους ΄΄[…] είναι ένα υπέροχο όνομα στη μνήμη του πολυαγαπημένου σου πατέρα΄΄. Από τα ανωτέρω προλεχθέντα δεν αποδείχθηκε βάσιμος ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ενάγοντος – εναγόμενου ότι το συγκεκριμένο όνομα αποτέλεσε μονομερή απόφαση της εφεσίβλητης ενάγουσας – εναγόμενης μητέρας, ενώ οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει να δοθεί σε αυτό το όνομα ΄΄….΄΄ ή ΄΄….΄΄, ούτε επιβεβαιώθηκε από την κατάθεση στο πρωτοβάθμιο ακροατήριο της μάρτυρος του εκκαλούντος ενάγοντος-εναγομένου […], καθώς αυτή δεν κατέθεσε εξ ιδίας αντιλήψεως αλλά όσα κατέθεσε προέρχονται μόνο από διηγήσεις του εκκαλούντος ενάγοντος – εναγομένου. Ακολούθως, τον Ιανουάριο του έτους 2020, παρά την ανωτέρω συμφωνία των διαδίκων, ο εναγόμενος ζήτησε, από την ενάγουσα να υποβάλλει σε αυτόν τις προτάσεις της για το όνομα του ανήλικου τέκνου τους, το οποίο (όνομα), σε περίπτωση διαφωνίας τους, θα προέκυπτε κατόπιν κλήρωσης, και της δήλωσε ότι επιθυμεί απλή ονοματοδοσία και όχι βάπτιση αυτού κατά τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ήδη, το ανήλικο τέκνο των διαδίκων προσφωνείται με το όνομα […] στις σχέσεις του με την εφεσίβλητη ενάγουσα-εναγομένη μητέρα, τη μητρική οικογένεια, το σχολικό και κοινωνικό του περιβάλλον και με το υποκοριστικό ΄΄μικρούλι΄΄ στο περιβάλλον του εκκαλούντος ενάγοντος-εναγομένου πατέρα του. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, το Δικαστήριο τούτο άγεται στην κρίση ότι το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να φέρει το όνομα ΄΄……΄΄, καθόσον η χρήση οποιουδήποτε άλλου ονόματος θα αποβεί σε βάρος της ψυχικής υγείας του και θα επιδράσει αρνητικά στην ανέλιξη της προσωπικότητας αυτού. Περαιτέρω, ο καθορισμός διπλού ονόματος δεν εγγυάται την ομαλότητα στις σχέσεις των διαδίκων και δεν διασφαλίζει την ομαλή ψυχοσυναισθηματική εξέλιξη του ανηλίκου, αλλά αντίθετα ενέχει τον κίνδυνο αρνητικής επίδρασης στον χαρακτήρα και την προσωπικότητά του, καθώς παρίσταται βέβαιο, λόγω της υφιστάμενης αντιδικίας των μερών, ότι δεν θα αποδεχτούν τη διπλή ονομασία, αλλά κάθε διάδικος και το αντίστοιχο περιβάλλον του θα αποκαλεί το τέκνο με το ένα από τα δύο ονόματα της δικής του προτίμησης, προκαλώντας σύγχυση και αναστάτωση σε αυτό.  Συνεπώς, το συμφέρον του παιδιού, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, εξυπηρετείται από τον καθορισμό του ονόματος ΄΄……΄΄, που θα του εξασφαλίζει ομαλή ανάπτυξη και σταθερή ψυχοσυναισθηματική εξέλιξη, ενώ ταυτόχρονα θα θέσει τέρμα στην επιβλαβή για το ίδιο υφιστάμενη κατάσταση, να αποκαλείται με διαφορετικό τρόπο στο περιβάλλον της κάθε διάδικης πλευράς. Περαιτέρω, το ανήλικο τέκνο των διαδίκων είναι ένα παιδί που δεν διαφέρει από τα άλλα της ηλικίας του και το οποίο έχει ενταχθεί αρμονικά στο σχολικό και οικογενειακό του περιβάλλον. Με δεδομένο ότι ζει στην Ελλάδα, πηγαίνει σε ελληνικό σχολείο (παιδικό σταθμό), όπου κυρίαρχο θρήσκευμα είναι αυτό της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, τυχόν αλλαγή των θρησκευτικών πεποιθήσεων με τις οποίες αναγνωρίζεται στο περιβάλλον, όπου ζει και αναπτύσσει την προσωπικότητά του, μπορεί να προκαλέσει προβλήματα στην κοινωνική του ζωή και στις σχέσεις του με τους συμμαθητές του. Η διατήρηση της συγκεκριμένης εκκρεμότητας από τη μη επιλογή θρησκεύματος σε ένα παιδί μπορεί να έχει συνέπειες στην ψυχοσωματική και πνευματική του ανάπτυξη. Το συμφέρον του ανηλίκου επιτάσσει τη μη διαφοροποίησή του από τα υπόλοιπα παιδιά, τα οποία ακολουθούν ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα, που περιλαμβάνει αγιασμό κατά την έναρξη του σχολικού έτους, προσευχή το πρωί, καθώς και τον εκκλησιασμό τους στις επίσημες εορτές του σχολείου. Η βάπτιση, επομένως, του τέκνου, που συνιστά επιλογή θρησκεύματος, πέραν του ότι θα δώσει τέλος στη διένεξη των διαδίκων, σχετικά με το ζήτημα αυτό, θα συντελέσει στη διατήρηση και ενίσχυση του ψυχικού και συναισθηματικού δεσμού του με το οικογενειακό, εκπαιδευτικό και φιλικό του περιβάλλον, γεγονός που είναι απαραίτητο για την περαιτέρω ομαλή ψυχοσωματική και πνευματική του ανάπτυξη. Εξάλλου, αργότερα, με την πρόοδο της ηλικίας του και την αύξηση της ωριμότητάς του, θα έχει τη δυνατότητα να προβεί σε προσωπική επιλογή του για την τυχόν μεταβολή του θρησκεύματός του. Συνεπώς, πρέπει να επιτραπεί στην εφεσίβλητη ενάγουσα – εναγόμενη μητέρα του να προβεί στην τέλεση της βάπτισης του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, σύμφωνα με τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, καθορίζοντας, έτσι, μονομερώς το θρήσκευμα αυτού, χωρίς να συνιστά τούτο διακριτή μεταχείριση υπέρ της εφεσίβλητης ενάγουσας – εναγόμενης μητέρας, αφού μοναδικό κριτήριο για να λάβει τέλος η διένεξη των διαδίκων αποτελεί το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου μόνο. Ως τόπος βάπτισης του ανωτέρω τέκνου πρέπει να οριστεί ο Ιερός Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου […], καθόσον βρίσκεται στον τόπο κατοικίας της εφεσίβλητης ενάγουσας – εναγόμενης μητέρας, με αναδόχους τα προτεινόμενα από αυτήν πρόσωπα, ήτοι […]΄΄. Ακολούθως, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος που στρεφόταν εναντίον της οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφενός μεν, είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η αγωγή του αναιρεσείοντος εναντίον της αναιρεσίβλητης, αφετέρου δε, είχε γίνει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη η αγωγή της αναιρεσίβλητης εναντίον του αναιρεσείοντος, ενώ και οι δύο αυτές αγωγές είχαν ως αντικείμενο την ονοματοδοσία του ανήλικου τέκνου των διαδίκων και τη βάπτισή του. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1512 ΑΚ, αλλά και εκείνες των άρθρων 1513, 1518 και 1519 ΑΚ, όπως αυτές ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους, αντίστοιχα, με τα άρθρα 7 παρ. 1, 5, 6, 7 παρ. 2, 11 και 12 του νόμου 4800/2021, των οποίων συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις, χωρίς να αρκεστεί σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που οι διατάξεις αυτές απαιτούν για την εφαρμογή τους. Τούτο δε, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ, αφενός μεν, των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως έγινε δεκτό από το δικαστήριο της ουσίας ότι έχουν αποδειχθεί και τα οποία αρκούν για την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες διατάξεις και περαιτέρω για την πλήρωση του πραγματικού αυτών, αφετέρου δε, του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού που δικαιολογεί την παραδοχή ως βάσιμης κατ’ ουσίαν της αγωγής της αναιρεσίβλητης εναντίον του αναιρεσείοντος, ως προς τα ειδικότερα ζητήματα της ονοματοδοσίας του ανήλικου τέκνου των διαδίκων και της βάπτισής του. Ειδικότερα, ορθά υπήγαγε στις διατάξεις αυτές, κατά την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του βέλτιστου συμφέροντος του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι έχουν αποδειχθεί και τα οποία πληρούν το πραγματικό της αόριστης αυτής νομικής έννοιας, όπως αυτή αναλύθηκε στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, με το να δεχθεί πιο συγκεκριμένα ότι το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου επιβάλλει να δοθεί σ’ αυτό το κύριο όνομα ΄΄…΄΄ και να βαπτιστεί, λαμβάνοντας προς τούτο υπόψη όλα τα επωφελή και πρόσφορα για το ανήλικο τέκνο των διαδίκων στοιχεία και τις συναφείς περιστάσεις και εξειδικεύοντας αυτά και αυτές, με αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι έχουν αποδειχθεί. Τούτο δε, διότι, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές, το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου επιτάσσει να δοθεί σε αυτό το κύριο όνομα ΄΄….΄΄, η χρήση δε οποιουδήποτε άλλου ονόματος θα αποβεί σε βάρος της ψυχικής υγείας του και θα επιδράσει αρνητικά στην ανάπτυξη και διαμόρφωση της προσωπικότητάς του, ενώ και η βάπτισή του θα συντελέσει στη διατήρηση και ενίσχυση του ψυχικού και συναισθηματικού δεσμού του με το οικογενειακό, εκπαιδευτικό και φιλικό του περιβάλλον, γεγονός, το οποίο, με βάση τις παραδοχές αυτές, κρίθηκε απαραίτητο για την περαιτέρω ομαλή, ψυχοσωματική και πνευματική του ανάπτυξη. Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προαναφερόμενες αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, χωρίς να είναι αναγκαίο να διαλάβει σ’ αυτήν και άλλες προς αποσαφήνιση εκείνων που δέχθηκε ότι έχουν αποδειχθεί, οι αιτιολογίες δε αυτές, συνολικά εκτιμώμενες, καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό της πόρισμα και τα οποία δικαιολογούν την παραδοχή, ως κατ’ ουσίαν βάσιμης, της αγωγής της αναιρεσίβλητης, δεδομένου ότι εκτίθενται σ’ αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, έγινε δεκτό ότι έχουν αποδειχθεί, χωρίς κατά τα λοιπά να απαιτείται ειδικότερη ανάλυση ως προς τη στάθμιση και εκτίμηση των επιμέρους αποδείξεων ή ως προς την αξιολόγηση των απλών επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, ενώ και το πόρισμα που συνάγεται από τις αποδείξεις και στηρίζεται σ’ αυτές, εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και με κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με εκείνα που προηγουμένως αναλυτικά έχουν εκτεθεί. Τούτο δε, διότι το Εφετείο δέχεται ότι στην προκείμενη περίπτωση το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου επιβάλλει, αφενός μεν, να δοθεί σ’ αυτό το κύριο όνομα ΄΄…΄΄, αφετέρου δε, αυτό να βαπτιστεί, με τις παραδοχές που υποστηρίζουν το αποδεικτικό αυτό πόρισμα και πιο συγκεκριμένα ότι: i) οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει να δοθεί στο ανήλικο τέκνο το όνομα ΄΄…΄΄, ii) ο αναιρεσείων ανήγγελλε, σε πρόσωπα που απηύθυναν σ’ αυτόν τις ευχές τους μετά τη γέννηση του ανηλίκου, ότι θα ονόμαζε το τέκνο του ΄΄…΄΄, εκείνα δε τα πρόσωπα σχολίαζαν ακολούθως ότι το όνομα αυτό τιμά τη μνήμη του πατέρα του αναιρεσείοντος, iii) δεν αποδεικνύεται πως η επιλογή του ονόματος ΄΄…΄΄ αποτέλεσε μονομερή απόφαση της αναιρεσίβλητης, ούτε ότι υπήρχε συμφωνία των διαδίκων για τη δόση, στο ανήλικο τέκνο τους, του ονόματος ΄΄…΄΄ ή ΄΄…΄΄, iv) το ανήλικο προσφωνείται με το όνομα ΄΄…΄΄ στις σχέσεις του με την αναιρεσίβλητη, τη μητρική οικογένεια, το σχολικό και κοινωνικό του περιβάλλον και με το υποκοριστικό ΄΄μικρούλι΄΄ στο περιβάλλον του αναιρεσείοντος, v) ο καθορισμός διπλού ονόματος δεν εγγυάται την ύφεση των τεταμένων σχέσεων των διαδίκων και την επέλευση καταλλαγής μεταξύ τους, ούτε διασφαλίζει την ομαλή ψυχοσυναισθηματική εξέλιξη του ανηλίκου, αντίθετα δε, ενέχει τον κίνδυνο αρνητικής επίδρασης στο χαρακτήρα και την προσωπικότητά του, καθώς παρίσταται βέβαιο, λόγω της υφιστάμενης αντιδικίας των μερών, ότι δεν θα αποδεχθούν τη διπλή ονομασία, αλλά κάθε διάδικος και το αντίστοιχο περιβάλλον του θα αποκαλεί το τέκνο με το ένα από τα δύο ονόματα της δικής του προτίμησης, προκαλώντας σύγχυση και αναστάτωση σε αυτό, vi) για τους λόγους αυτούς το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου εξυπηρετείται από την επιλογή του κύριου ονόματος ΄΄…΄΄ που θα εξασφαλίζει σ’ αυτό ομαλή ανάπτυξη και σταθερή ψυχοσυναισθηματική εξέλιξη και θα τερματίσει την επιβλαβή για το ίδιο υφιστάμενη κατάσταση, να αποκαλείται με διαφορετικό τρόπο στο περιβάλλον κάθε διάδικης πλευράς, vii) ενδεχόμενη μεταβολή των θρησκευτικών πεποιθήσεων, με τις οποίες, κατά τον παρόντα χρόνο, το ανήλικο τέκνο των διαδίκων αναγνωρίζεται στο περιβάλλον, στο οποίο ζει και αναπτύσσει την προσωπικότητά του, είναι δυνατό να προκαλέσει προβλήματα στην κοινωνική ζωή του και στις σχέσεις του με τους συμμαθητές του, viii) η διατήρηση θρησκευτικής ουδετερότητας, κατά τον παρόντα χρόνο, είναι δυνατό να έχει συνέπειες στην ψυχοσωματική και πνευματική ανάπτυξη του ανηλίκου, με άλλες λέξεις, ότι η μη ένταξή του, με τη μη βάπτισή του, σύμφωνα με το τυπικό της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, σε ορισμένη θρησκευτική κοινότητα, δεν ανταποκρίνεται στην ανάγκη προαγωγής του βέλτιστου συμφέροντός του, υπό την έννοια ότι είναι δυνατό να εμποδίζει τη συμμετοχή του σε σχολικές δραστηριότητες που σε κάποιο βαθμό ενέχουν και θρησκευτικό πρόσημο, όπως επίσης και την απρόσκοπτη επαφή του με το οικογενειακό και το ευρύτερα κοινωνικό περιβάλλον του και ix) με την πρόοδο της ηλικίας και την αύξηση της ωριμότητάς του, το ανήλικο τέκνο των διαδίκων θα έχει τη δυνατότητα να προβεί σε προσωπική επιλογή ως προς το θρήσκευμα. Περαιτέρω, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε τον κανόνα της ισότητας μεταξύ των γονέων, ούτε εκείνον της ουσιαστικής συμμετοχής τους στην ανατροφή και τη φροντίδα του τέκνου τους και δεν προέβη σε δυσμενή διάκριση μεταξύ τους, συναρτώμενη με τις θρησκευτικές επιλογές του ενός ή του άλλου. Άλλωστε, η επίλυση της διαφωνίας των μερών από το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1512 ΑΚ, στο μέτρο που οι γονείς αδυνατούν να εξεύρουν κοινά αποδεκτές λύσεις για ζητήματα που αφορούν την άσκηση της γονικής μέριμνας ή για σημαντικά ζητήματα επιμέλειας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1519 ΑΚ, εάν δεν οδηγήσει στην επιλογή από το δικαστήριο τρίτης λύσης, μη προτεινόμενης από τους διαδίκους, είναι πρόδηλο, από την ίδια τη φύση του πράγματος, ότι άγει στη διαμόρφωση μιας συνθήκης μερικής ή ολικής νίκης ή ήττας αυτών. Τούτο όμως δεν συνεπάγεται, άνευ ετέρου, ούτε τη μη τήρηση των κανόνων της ισότητας μεταξύ των γονέων και της ουσιαστικής συμμετοχής τους στην ανατροφή και τη φροντίδα του τέκνου τους, ούτε την αποδοχή δυσμενών διακρίσεων μεταξύ των γονέων, εξαιτίας ιδίως του φύλου, του σεξουαλικού προσανατολισμού, της φυλής, της γλώσσας, της θρησκείας, των πολιτικών ή όποιων άλλων πεποιθήσεων, της ιθαγένειας, της εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσίας. Ιδίως δε, όταν, όπως στην προκείμενη περίπτωση από τις παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι έχει συμβεί, η στάθμιση των προσδιοριστικών στοιχείων και κριτηρίων κατά την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου, ως κατευθυντήριας γραμμής για την άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στην περίπτωση της διαφωνίας των γονέων και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνα για τον προσδιορισμό της άσκησής της που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μία ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα, έλαβε χώρα υπό το πρίσμα της αναγκαιότητας διαμόρφωσης γενικά για το ανήλικο τέκνο των διαδίκων μιας κατάστασης που θα του επιτρέπει να εξακολουθεί να επωφελείται από τη φροντίδα και την παρουσία στη ζωή του και των δύο γονέων του και να μην οδηγηθεί στην αποξένωσή του από τον έναν από αυτούς. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και ειδικότερα προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και αριθ. 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, λόγω έλλειψης νόμιμης βάσης και ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το κρίσιμο ζήτημα, αφενός μεν, του ορισμού του κύριου ονόματος του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, αφετέρου δε, της βάπτισής του, με γνώμονα το βέλτιστο συμφέρον αυτού, τυγχάνουν αβάσιμοι. Σε κάθε περίπτωση, υπό την προσχηματική επίκληση των προαναφερόμενων αιτιάσεων από την πλευρά του αναιρεσείοντος κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, πλήττεται κατ’ ουσίαν η από το Εφετείο γενόμενη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Τούτο δε, διότι οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα ελλείψεις στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, σε κάθε περίπτωση ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που συνάγεται από αυτές, το οποίο εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια στην απόφαση, με αποτέλεσμα να είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ.» (ΑΠ 42/2025 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Ευγενία Φωτοπούλου, δικηγόρος

e-mail: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί