Η άρνηση του τέκνου για επικοινωνία με τον μη έχοντα την επιμέλεια γονέα
Ζήτημα γεννάται κατά την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του μη έχοντος την επιμέλεια γονέα (εφεξής για λόγους διευκόλυνσης σύνταξης του παρόντος θα καλείται «ο πατέρας» παρόλο που μη έχουσα την επιμέλεια μπορεί να είναι και η μητέρα) με το ανήλικο τέκνο του, όταν το τελευταίο αρνείται να περάσει χρόνο με τον πατέρα, παρά την ύπαρξη δικαστικής απόφασης ή ιδιωτικού συμφωνητικού που παρέχει το δικαίωμα στον πατέρα για παραμονή συγκεκριμένων ημερών με το τέκνο. Θα πρέπει ή όχι να γίνεται αυτή σεβαστή; Το πρόβλημα αυτό ανακύπτει κυρίως κατά τις διακοπές του Πάσχα, των Χριστουγέννων και των θερινών διακοπών που το χρονικά διάστημα άσκησης της επικοινωνίας είναι μεγαλύτερο από τις υπόλοιπες μέρες.
Εδώ υπάρχουν δύο ζητήματα που θα πρέπει να εξεταστούν: Η γνώμη του τέκνου σχετικά με την επικοινωνία κατά το στάδιο της δίκης και η γνώμη του τέκνου μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης, σε περίπτωση που δε θέλει να συμμορφωθεί σε αυτήν. Σχετικά με το πρώτο ζήτημα, το άρθρο 1511 παρ. 3 ΑΚ ορίζει ότι «Ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα, εφόσον η απόφαση αφορά τα συμφέροντά του». Βλέπουμε ότι ο νόμος ορίζει δύο προϋποθέσεις για να συνεκτιμηθεί η γνώμη του τέκνου και συγκεκριμένα α) η απόφαση να αφορά τα συμφέροντά του και β) το τέκνο να είναι ώριμο. Ως προς την πρώτη προϋπόθεση, θεωρείται ότι αυτή συντρέχει πάντα καθώς κάθε δικαστήριο με αίτημα τη ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας αφορά τα συμφέροντα του τέκνου και είναι δεδομένο ότι η εκδοθησόμενη απόφαση θα είναι προς το συμφέρον του (Σειρά μελετών αστικού δικαίου, Το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας με το ανήλικο τέκνο, 2010, σελ. 112). Ως προς την ωριμότητα, αυτή θεωρείται ότι υπάρχει όταν το παιδί είναι σε θέση να επεξεργαστεί λογικά τα δεδομένα της υπόθεσης και να διαμορφώσει άποψη, την οποία θα κληθεί να καταθέσει, αλλά και όταν μπορεί να συμμετάσχει σε μια λογική συζήτηση εκφράζοντας κατά τρόπο σαφή τη σκέψη του και μεταφέροντας στο δικαστή στοιχεία που αφορούν τη σχέση του με τους γονείς, τα συναισθήματα και τις ανησυχίες του (ό.π. σελ. 113). Και βέβαια, η ωριμότητα του παιδιού θα πρέπει να κρίνεται από το δικαστήριο κατά περίπτωση, διότι ενδεχομένως αυτή να υπάρχει για ορισμένα πράγματα, αλλά να μην υπάρχει για άλλα, τα οποία ωστόσο θα επιδράσουν δραστικά στην υπόλοιπη ζωή του και δεν είναι σε θέση να τα εκτιμήσει ακόμα. Η ηλικία από μόνη της δεν είναι ενδεικτική της ωριμότητας. Ο δικαστής, που σχετικά με το ζήτημα αυτό είναι ανέλεγκτος στην κρίση του, θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικός, διότι σε αρκετές περιπτώσεις το τέκνο αντιτίθεται στην επικοινωνία με το γονέα του όχι γιατί συντρέχουν ουσιαστικοί λόγοι, αλλά γιατί τα αρνητικά του συναισθήματα είναι αποτελέσματα επιρροής του άλλου γονέα, που ενίοτε φτάνουν μέχρι και σε σημείο «υπαγόρευσης».
Σχετικά με το δεύτερο ζήτημα, αυτό της σθεναρής και σοβαρής άρνησης του τέκνου να συμμορφωθεί σε δικαστική απόφαση, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι ούτε το δικαστήριο ούτε ο υπόχρεος της επικοινωνίας γονέας έχουν δικαίωμα να το πειθαναγκάσουν να την υποστεί, διότι αυτό θα ήταν τελικά αντίθετο στο συμφέρον του (ό.π. 117, ΑΠ 429/2002 ΕλλΔνη 2002, 1622, ΑΠ 499/1994 ΕλλΔνη 1995, 141 και ΝοΒ 1995, 555). Εκ φύσεως το δικαίωμα επικοινωνίας προϋποθέτει καλή διάθεση και προθυμία και από τις δύο πλευρές και όταν αυτές εκλείπουν τότε καλό είναι η καταναγκαστική επικοινωνία να αποφεύγεται, γιατί μπορεί να καταστεί μέχρι και επικίνδυνη για το παιδί. Βεβαίως, επειδή το αν συντρέχουν πράγματι σοβαροί λόγοι άρνησης από πλευράς του τέκνου, είναι κάτι που κρίνεται από το δικαστήριο, μπορεί η μη εφαρμογή της απόφασης να γεννήσει εύλογη αντίδραση από τον πατέρα, ο οποίος μπορεί να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του που απορρέουν από την απόφαση της επικοινωνίας.
(Δημοσιευμένο κατόπιν πολλών ερωτημάτων αναγνωστών της ιστοσελίδας www.singleparent.gr ενόψει των διακοπών του Πάσχα)
Ευγενία Φωτοπούλου
info@efotopoulou.gr