Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Η οριοθέτηση της δικαιοδοσίας διοικητικών και πολιτικών δικαστηρίων στις αξιώσεις κατά του Δημοσίου από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις της διοίκησης – Δικαιοδοσία πολιτικών δικαστηρίων επί προσβολής προσωπικότητας

Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 και 3 του ισχύοντος Συντάγματος, στο ΣτΕ και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει και σε ειδικές περιπτώσεις, προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας, μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια. Με το άρθρο 1 του ν. 1406/1983 έχουν υπαχθεί στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων οι διοικητικές διαφορές ουσίας εκ των οποίων αναφέρονται στο ίδιο άρθρο ενδεικτικώς ορισμένες περιπτώσεις. Έχει γίνει δεκτό ότι διοικητική διαφορά ουσίας υπαγόμενη στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια δημιουργείται και από την αστική ευθύνη του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ν.π.δ.δ. όταν αφορά αποζημίωση για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους κατά τα άρθρα 105-106 ΕισΝΑΚ και μάλιστα όχι μόνο όταν η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη συνιστά έκδοση εκτελεστής διοικητικής πράξης ή παράλειψη έκδοσης τέτοιας πράξης αντίστοιχα, αλλά και όταν η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη των οργάνων του δημοσίου ή κάποιου ν.π.δ.δ. αφορά απλή υλική ενέργεια ή παράλειψη επιβαλλόμενης υλικής ενέργειας αυτών που έλαβε χώρα σε συνάρτηση με την οργάνωση και τη λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξαιτίας τους και εφόσον δεν συνδέεται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου και το υπαίτιο όργανο δεν ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων, (βλέπε ΑΕΔ 5/1995 ΕλλΔνη 1995. 562).

Επίσης γίνεται δεκτό ότι υφίσταται διοικητική διαφορά ουσίας υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και επί ζημιών προξενουμένων σε τρίτους κατά τη μελέτη και εκτέλεση δημοσίων έργων που έχουν ανατεθεί από το δημόσιο ή ν.π.δ.δ. με σύμβαση σε ιδιώτη ανάδοχο όταν συντρέχει υπαιτιότητα των οργάνων του κυρίου του έργου δημοσίου ή ν.π.δ.δ. συνεπεία και υλικών πράξεων αυτών (βλ. ΑΕΔ 14/1993 ΕλλΔνη 35.304 σε συνδ. και με την προηγούμενη παραπομπή). Oταν το ζημιογόνο αποτέλεσμα προήλθε από την έκδοση ή την παράλειψη έκδοσης εκτελεστής διοικητικής πράξης τότε ανακύπτει και ακυρωτική διοικητική διαφορά, οπότε δικαιοδοσία για την ακύρωση της παράνομης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή παράλειψης έχει το ΣτΕ, το οποίο επιλαμβάνεται με αίτηση ακυρώσεως, (άρθρο 45 παρ. 1 του ν.δ. 170/1973), άλλως τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια εάν προβλέπεται ειδικά από το νόμο άσκηση προσφυγής σε αυτά. Τα πολιτικά δικαστήρια αν ανακύπτει ενώπιον τους -για υπόθεση υπαγόμενη στη δικαιοδοσία τους- θέμα κύρους εκτελεστής διοικητικής πράξης δικαιούνται σε παρεμπίπτοντα έλεγχο της νομιμότητας της, ο οποίος εξαντλείται στη διαπίστωση της αρμοδιότητας του εκδώσαντος την επίμαχη πράξη διοικητικού οργάνου και της τήρησης του τύπου και των όρων του νόμου για την έκδοση της και δεν εκτείνεται στη χρήση της διακριτικής ευχέρειας του οργάνου ούτε στην ουσιαστική του κρίση ως προς τα πραγματικά περιστατικά, και πάντα εφόσον δεν έχει εκδοθεί για το κύρος της πράξης δεσμευτική απόφαση του ΣτΕ, ούτε και έχει ανατεθεί ο έλεγχος του είδους της συγκεκριμένης πράξης αποκλειστικά σε άλλο διοικητικό δικαστήριο (βλ. ΑΠ 67/87 ΕλλΔνη 29.128, 595/85 ΕλλΔνη 27.300, ΟλΕλεγκΣυν 1323/86 ΝοΒ 35. 619, ΕφΑΘ 538189 ΕλλΔνη 31. 8710, ΠΠρΑΘ 1026/94 ΑρχΝ 95.59, ΜΠρΑΘ 10691/97 περ. Δ 3(1997). 379 και Ι. Καράκωστας, Περιβάλλον και Δίκαιο Αθήνα-Κομοτηνή 2000, σ. 179-180).

Επί παράνομης υλικής ενέργειας ή παράλειψης επιβαλλόμενης υλικής ενέργειας οργάνων του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ., η οποία έλαβε χωρά σε συνάρτηση με την οργάνωση και τη λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας (ή εξαιτίας τους) και η οποία δεν συνδέεται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου ούτε σε αυτή το υπαίτιο όργανο ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων, η φύση της διαφοράς ως διοικητικής διαφοράς ουσίας καθώς και η συνακόλουθη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων διατηρούνται μόνον εφόσον ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικονομική προστασία του πολίτη ώστε το αίτημα του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή (όπως λ.χ. η απαίτηση αποζημιώσεως κατ’ άρθρα 105-106 ΕισΝΑΚ) ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (βλ. ΑΕΔ 1/1991 ΕλλΔνη 32. 1480).

Επομένως όταν με την υλική πράξη των οργάνων του δημοσίου προβάλλεται ιδιωτικό δικαίωμα που δεν έχει περιουσιακό χαρακτήρα και οι αξιώσεις που δίδει ο νόμος προς προστασία του είναι η άρση της προσβολής και η παράλειψη αυτής στο μέλλον (και όχι καταψήφιση σε παροχή περιουσιακή), τότε δεν υπάρχει διοικητική διαφορά ουσίας με την ανωτέρω έννοια ούτε και δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, αλλά η υπόθεση ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, εκ των οποίων έχουν υλική αρμοδιότητα επί μεν τακτικής αγωγής το Πολυμελές Πρωτοδικείο βάσει της γενικής εκ του άρθρου 18 ΚΠολΔ αρμοδιότητος του, εξαιρουμένων των υποθέσεων που έχουν ειδικώς υπαχθεί στην εξαιρετική υλική αρμοδιότητα άλλου δικαστηρίου, επί δε αιτήσεως για λήψη ασφαλιστικών μέτρων το Μονομελές Πρωτοδικείο κατ’ άρθρο 683 παρ. 1 ΚΠολΔ (βλ. ΠΠρΑΘ 1026/94 ΑρχΝ 95. 59, ΜΠρΑΘ 10691/97 περ. Δ 3/97. 379 και ΜΠρΚορ 2536/2001 αδημ., ΜΠρΝαυπλ 466/2000 αδημ., 1133/2008 ΜονΠρΧαλκ, δημ. σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Συνεπώς, οι διαφορές που δημιουργούνται από την παρεμπόδιση της χρήσεως κοινοχρήστων πραγμάτων η οποία προσβάλλει άμεσα την προσωπικότητα του προσώπου χρήστη και οφείλεται σε υλικές ενέργειες των διοικητικών οργάνων, που στερούνται νόμμο έρεισμα, υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων γιατί ανάγονται σε έννομες σχέσεις ιδιωτικού δικαίου [Δαγτόγλου, Γεν. Διοικ., Τόμος Α έκδοση 1977,86].

Ελένη Μακροδημήτρη, ασκ. δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί