Τινά περί της σχέσεως έμμισθης εντολής μεταξύ δικηγόρου και εντολέα, της συμφωνίας για τη δικηγορική αμοιβή και της συμφωνίας περί εργολαβίας δίκης ή/και εξώδικης εργασίας
Η σχέση μεταξύ του δικηγόρου και του εντολέα του, που αφορά στην επ’ αμοιβή διενέργεια δικαστικών ή εξώδικων ενεργειών από τον δικηγόρο για λογαριασμό του εντολέα, χαρακτηρίζεται παγίως από τη νομολογία ως σχέση έμμισθης εντολής και, έτσι, διακρίνεται από τη σύμβαση εντολής του Αστικού Δικαίου (άρθρα 713 επ. ΑΚ) (βλ. Α. Παυλόπουλου, Θεμελιώδη ζητήματα δικηγορικών αμοιβών Με αφορμή την ΜΕφΑθ 1378/2016, ΣΥΝήΓΟΡΟΣ, τεύχος 118/2016, σελ. 28-29, καθώς και τις εκεί παραπομπές στις ΑΠ 415/2004, ΑΠ 810/2003, ΕφΑθ 602/2008 και ΕιρΑθ 1634/2010). Πρόκειται για έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου και συγκεκριμένα για ενοχική αμφοτεροβαρή σύμβαση, της οποίας κύρια νομοθετική βάση είναι ο Κώδικας Δικηγόρων, ενώ συμπληρωματικά εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 713 επ. ΑΚ περί εντολής. Πρόκειται, επίσης, για άτυπη σύμβαση, όπερ σημαίνει ότι δεν προϋποθέτει, για το κύρος της, την τήρηση έγγραφου τύπου. Επιπλέον, μπορεί να καταρτισθεί ρητώς ή σιωπηρώς και αποδεικνύεται κατά τις κοινές δικονομικές διατάξεις (ΚΠολΔ). Από τη σύμβαση αυτή, εξ άλλου, απορρέει η αξίωση του δικηγόρου για καταβολή της αμοιβής του ως αντιπαροχής για τις προσφερόμενες από αυτόν υπηρεσίες.
Αναφορικά με την εν λόγω αμοιβή, δε, το άρθρο 58 (με τίτλο «Αμοιβή δικηγόρου») του Ν. 4194/2013 (ισχύων Κώδικας Δικηγόρων) προβλέπει ότι «1. Η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία με τον εντολέα του ή τον αντιπρόσωπό του. 2. Η συμφωνία αυτή περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης είτε μέρος ή ειδικότερες πράξεις αυτής ή κάθε άλλης φύσης νομικές εργασίες, δικαστικές ή εξώδικες. 3. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία, η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα επόμενα άρθρα του Κώδικα, με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης και, σε περίπτωση που το αντικείμενο της δίκης δεν αποτιμάται σε χρήμα και δεν ορίζονται στις διατάξεις του Κώδικα, με βάση τις αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτού. 4. Με βάση τις αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα: α) Διενεργείται από τα δικαστήρια η επιδίκαση δικαστικών εξόδων, καθώς και η εκκαθάριση πινάκων δικηγορικών αμοιβών, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 84 του Κώδικα, εφόσον δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία για την αμοιβή κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και η αμοιβή του δικηγόρου δεν υπολογίζεται επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης κατά το άρθρο 63 του Κώδικα, οπότε στις περιπτώσεις αυτές ισχύουν όσα ορίζονται ειδικότερα στις σχετικές διατάξεις. β) Προσδιορίζεται η αμοιβή του δικηγόρου κατά την παροχή νομικής βοήθειας σύμφωνα με το ν. 3226/2004 (Α` 24) ή κάθε άλλο σχετικό νόμο ή κατά το διορισμό δικηγόρου σύμφωνα με το άρθρο 200 του Κ.Πολ.Δ. σε περίπτωση παροχής ευεργετήματος πενίας ή κατά το διορισμό δικηγόρου για συνδικίες πτωχεύσεων κλπ. ή κατά τον αυτεπάγγελτο διορισμό δικηγόρου σε ποινικές υποθέσεις. γ) Υπολογίζονται οι εισφορές – κρατήσεις τις οποίες υποχρεούνται να προκαταβάλουν οι δικηγόροι στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο για την παράσταση τους ενώπιον των δικαστηρίων ή δικαστικών συμβουλίων, κάθε είδους αρχών (ανακριτικών, εισαγγελικών, διοικητικών κλπ.), σύμφωνα με όσα ορίζονται ειδικότερα στο άρθρο 61 παράγραφος 1 του Κώδικα. 5. Οι αμοιβές μπορούν να αυξηθούν και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, ανάλογα με την επιστημονική εργασία, την αξία και το είδος της υπόθεσης, του χρόνου που απαιτήθηκε, τις εκτός έδρας μεταβάσεις, τη σπουδαιότητα της διαφοράς, των ειδικότερων περιστάσεων και κάθε είδους δικαστικών ή εξώδικων ενεργειών. Αντίθετα, σε περίπτωση που το αίτημα της αγωγής κριθεί ως υπέρογκο, αλλά δεν μπορούσε να έχει αξιολογηθεί από τον δικηγόρο ελλείψει πραγματικών στοιχείων, ο δικαστής ή το δικαστήριο και αυτεπάγγελτα μπορεί να προσδιορίσει την νόμιμη αμοιβή με βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί με την αγωγή, είτε κατά την εκτίμηση του είτε λόγω περιορισμού του αιτήματος της αγωγής κατά συμμόρφωση του δικηγόρου προς έγγραφη εντολή του εντολέα του ή του αντιπροσώπου του.».
Ως εμφαίνεται, η διάταξη της παρ. 1 του ανωτέρω άρθρου 58 του Ν. 4194/2013 ενσωματώνει μία από τις θεμελιωδέστερες αλλαγές που εισήγαγε ο Ν. 3919/2011 (άρ. 5 § 6β΄) στο προγενέστερο καθεστώς (βλ. ΝΔ 3062/1954), ήτοι την κατάργηση του υποχρεωτικού χαρακτήρα των ελάχιστων υποχρεωτικών ορίων της δικηγορικής αμοιβής. Πράγματι, στην αρχική μορφή του, ήτοι προ της ψηφίσεως του Ν. 3919/2011, το άρθρο 92 § 1 του ΝΔ 3062/1954 όριζε ότι σε καμία περίπτωση δεν επιτρεπόταν να υπολείπεται η δικηγορική αμοιβή των προβλεπόμενων ελάχιστων ορίων αυτής, η δε νομολογία, ερμηνεύοντας την εν λόγω διάταξη, έκρινε παγίως ότι τυχόν συμφωνία μεταξύ εντολέα και δικηγόρου για λήψη αμοιβής κατώτερης των ελάχιστων ορίων είναι άκυρη και, κατά συνέπεια, εφαρμόζονται σχετικώς τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ. Υπό τη νυν ισχύουσα ρύθμιση του άρθρου 58 του Ν. 4194/2013, όμως, «δεν υπάρχουν όρια αμοιβής είτε προς τα κάτω είτε προς τα πάνω», όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην Αιτιολογική Έκθεση του εν λόγω νόμου. Επομένως, είναι δυνατή η σύναψη συμφωνίας μεταξύ δικηγόρου και εντολέα με την οποία προσδιορίζεται ελεύθερα το ύψος της αμοιβής του πρώτου και σε ποσό κατώτερο από τα προβλεπόμενα «όρια» – για τα οποία χρησιμοποιούνται πλέον οι όροι «αμοιβή» εάν το αντικείμενο της δίκης αποτιμάται σε χρήμα και «αμοιβές του Παραρτήματος Ι» σε κάθε άλλη περίπτωση – χωρίς να παράγεται πλέον ακυρότητα. Τα ποσά αυτών των «αμοιβών»-«ορίων», δε, ενεργοποιούνται μόνο σε περίπτωση που δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία και λειτουργούν ως ένα μαχητό τεκμήριο: Σε περίπτωση που ουδέν ορίζεται περί του ύψους της δικηγορικής αμοιβής, θεωρείται ότι η αμοιβή ισοδυναμεί με το αντίστοιχο ποσό της διαδικαστικής πράξης του άρθρου 63 του Ν. 4194/2013 ή του Παραρτήματος Ι του ιδίου νόμου, εκτός αν αποδεικνύεται το αντίθετο με έγγραφο υποκείμενο στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου. Όπως ρητά αναφέρεται στην Αιτιολογική Έκθεση του εν θέματι νόμου, δε, ο περί ου ο λόγος έγγραφος τύπος είναι αποδεικτικός κι όχι συστατικός της συμφωνίας περί της αμοιβής [βλ. Κ. Γώγου/Ι. Κωνσταντίνου (επιμ.), Ερμηνεία Κώδικα Δικηγόρων, έκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, 2016, σελ. 226-227, καθώς και Α. Παυλόπουλου, Θεμελιώδη ζητήματα δικηγορικών αμοιβών Με αφορμή την ΜΕφΑθ 1378/2016, ΣΥΝήΓΟΡΟΣ, τεύχος 118/2016, σελ. 28-29].
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 60 (με τίτλο «Εργολαβικό δίκης») του Ν. 4194/2013, «1. Επιτρέπεται η κατάρτιση έγγραφης συμφωνίας η οποία εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, όπως επίσης και συμφωνία με την οποία εκχωρείται ή μεταβιβάζεται μέρος του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας, ως αμοιβή (εργολαβικό δίκης). Αυτή η συμφωνία δεν μπορεί να υπερβαίνει το 20% του αντικειμένου της δίκης. Σε περίπτωση που συμπράττουν πέραν του ενός δικηγόροι, το ως άνω ποσοστό δεν μπορεί να υπερβαίνει το 30%. Σε συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή από το αποτέλεσμα της δίκης, η αμοιβή εισπράττεται είτε από το ίδιο το προϊόν της δίκης είτε από την υπόλοιπη περιουσία του εντολέα. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος έχει προνόμιο μόνο στο προϊόν της δίκης. Δεν επιτρέπεται, με ποινή ακυρότητας, κάθε εκχώρηση του προϊόντος της δίκης ή οποιαδήποτε άλλη μεταβίβαση του εν ζωή ή με αιτία το θάνατο ή με κατάσχεση, μέχρι το ποσό ή την αξία που δικαιούται ο δικηγόρος. 2. Η συμφωνία βάσει της οποίας εξαρτάται η αμοιβή του δικηγόρου από την έκβαση της δίκης και η οποία αναφέρεται σε υποθέσεις από ζημίες αυτοκινήτων, απαλλοτριώσεις ή σε μισθούς, ημερομίσθια, πρόσθετες αμοιβές για υπερωρίες, εργασία νυκτερινή ή σε Κυριακές ή εορτές, δώρα, αντίτιμο για άδεια ή επίδομα αδείας, αποζημίωση για καταγγελία της σύμβασης εργασίας και γενικά σε απαιτήσεις που ανάγονται σε εργασιακή σύμβαση υπαλλήλων, εργατών ή υπηρετών ή σε αποδοχές γενικά μονίμων δημοσίων υπαλλήλων ή υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. σε όποια δικαιοδοσία κι αν υπάγονται καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται στο Δικηγορικό Σύλλογο του οποίου είναι μέλος ο δικηγόρος, οποτεδήποτε και σε κάθε περίπτωση πριν από την άσκηση ή ικανοποίηση της οποιασδήποτε αξίωσης του δικηγόρου κατά του εντολέα. Η γνωστοποίηση γίνεται με προσκόμιση δύο πρωτοτύπων, συντάσσεται δε πράξη κάτω από το ένα πρωτότυπο, το οποίο παραλαμβάνει ο δικηγόρος. Το άλλο πρωτότυπο παραμένει στα αρχεία του Συλλόγου και καταχωρείται αμέσως σε ειδικό βιβλίο. 3. Η αναγγελία της εκχώρησης του τμήματος της απαίτησης για την κάλυψη της αμοιβής του δικηγόρου γίνεται με κοινοποίηση του σχετικού συμφωνητικού στον οφειλέτη, οποτεδήποτε πριν από την πληρωμή της απαίτησης. Όταν οφειλέτης είναι το Ελληνικό Δημόσιο, η αναγγελία γίνεται με υποβολή του εκχωρητικού εγγράφου στον οικείο Υπουργό και στην αρμόδια για την εκκαθάριση της δαπάνης Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου, χωρίς να τηρούνται οι διατυπώσεις του άρθρου 95 του ν. 2362/1995 (Α` 247), ως ισχύει. Για τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και ασφαλιστικούς οργανισμούς, το πιο πάνω έγγραφο γνωστοποιείται στον νόμιμο εκπρόσωπό τους και στην αρμόδια για την πληρωμή της δαπάνης υπηρεσία του νομικού προσώπου. Σε κάθε περίπτωση, η γνωστοποίηση του εκχωρητικού εγγράφου γίνεται και στην αρμόδια για τη φορολόγηση του δικηγόρου Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία. Η παρακράτηση και απόδοση της αμοιβής του δικηγόρου γίνεται από το αρμόδιο για πληρωμή της απαίτησης όργανο του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. 4. Η παραπάνω συμφωνία, που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης, ισχύει μόνο όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς να λάβει κάποια αμοιβή σε περίπτωση αποτυχίας, ο ίδιος ή ο συμπληρεξούσιος ή υποκατάστατος του. Τυχόν συμφωνία των μερών για την καταβολή εξόδων δεν ανατρέπει την ισχύ του εργολαβικού δίκης. 5. Σε περίπτωση αμφιβολίας, για το αν η υπόθεση έχει θετική έκβαση σύμφωνα με τα παραπάνω, αποφαίνεται, μετά από αίτηση του εντολέα ή του δικηγόρου, το Συμβούλιο του Συλλόγου στον οποίο ανήκει ο δικηγόρος.».
Προς επεξήγηση των διαλαμβανομένων στην αμέσως ανωτέρω παράγραφο, λεκτέα τα ακόλουθα: Κατ’ αρχάς, το προϊσχύσαν καθεστώς του ΝΔ 3062/1954 όριζε ότι «επιτρέπεται συμφωνία, εξαρτώσαν την αμοιβήν …» (βλ. άρθρο 92§3 ΝΔ 3062/1954). Βάσει της διατύπωσης της προηγηθείσης διατάξεως, λοιπόν, γινόταν δεκτό ότι η σύμβαση εργολαβίας ήταν άτυπη, με εξαίρεση τις περιπτώσεις υποθέσεων αναφορικά με ζημίες από αυτοκίνητα, εργατικές διαφορές και απαλλοτριώσεις, για τις οποίες η παρ. 4 Α) του άρθρου 92 του ΝΔ 3062/1954 όριζε ρητά την υποχρέωση τήρησης έγγραφου τύπου [Νομολογιακά, δε, έχει κριθεί, με βάση το προϊσχύσαν καθεστώς του ΝΔ 3062/1954, ότι αφενός η έγγραφη κατάρτιση της σύμβασης εργολαβίας μεταξύ του εντολέα και του δικηγόρου του για τη διεκδίκηση εργασιακών απαιτήσεων του πρώτου ή για αποζημιώσεις από αναγκαστικές απαλλοτριώσεις ή για ζημίες από αυτοκίνητα και αφετέρου η εμπρόθεσμη αναγγελία της ως άνω σύμβασης εργολαβίας στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο τυγχάνουν συστατικοί τύποι, γι’ αυτό και έχει οριστεί ότι η μη τήρησή τους επάγεται απόλυτη ακυρότητα της συμβάσεως εργολαβίας κατά τα άρθρα 158, 159 και 180 ΑΚ, μάλιστα δε αναδρομικώς (ex tunc) (βλ. ΑΠ 479/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1309/2012 ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 27/2008 ΔΕΝ 2011.744, ΜΠρΘεσ 13305/2013 Αρμ 2013.1499 και ΕιρΑθ 3280/2014, άπασες των οποίων έκριναν με βάση το προϊσχύσαν καθεστώς του ΝΔ 3062/1954)]. Ήδη, όμως, η νέα διάταξη του άρθρου 60 § 1 του Ν. 4194/2013 ορίζει ότι «επιτρέπεται η κατάρτιση έγγραφης συμφωνίας η οποία εξαρτά την αμοιβή …»! Συνεπώς, υπό το ισχύον καθεστώς του Ν. 4194/2013, η υποχρέωση τήρησης του έγγραφου τύπου γενικεύεται και καταλαμβάνει πλέον κάθε συμφωνία περί εργολαβίας δίκης ή εξώδικων ενεργειών. Όταν, δε, πρόκειται για συμφωνία εργολαβίας αναφορικά με ζημίες από αυτοκίνητα, απαλλοτριώσεις και ορισμένες ειδικά αναφερόμενες περιπτώσεις εργατικών διαφορών, ως επιπρόσθετος όρος του κύρους της συμφωνίας αυτής προβλέπεται η υποχρέωση γνωστοποίησής της στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο (βλ. άρθρο 60 §§ 1, 2 Ν. 4194/2013) [βλ. Κ. Γώγου/Ι. Κωνσταντίνου (επιμ.), Ερμηνεία Κώδικα Δικηγόρων, έκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, 2016, σελ. 231]!
Επιπλέον, ως προεκτέθηκε, κατά το άρθρο 60 § 4 του Ν. 4194/2013, για να είναι έγκυρη η συμφωνία περί εργολαβίας δίκης ή εξώδικης εργασίας, πρέπει ο δικηγόρος το μεν να αναλάβει ρητά την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας ή να επιτελέσει την ανατεθείσα εργασία μέχρι περατώσεώς της, το δε να δεσμευθεί ρητώς ότι δεν θα λάβει καμία αμοιβή σε περίπτωση αποτυχίας! Συνεπώς, εάν η συμφωνία περί εργολαβίας δίκης δεν περιέχει ρητώς – προς άρση κάθε αμφιβολίας – τους ανωτέρω δύο ουσιώδεις όρους, είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη, μη συνεπαγόμενη αποτελέσματα, συμφώνως προς τα άρθρα 3, 174 και 180 ΑΚ. Τυχόν αγωγή, δε, περί καταβολής δικηγορικής αμοιβής βάσει συμφωνίας από την οποία ελλείπουν οι εν λόγω όροι είναι μη νόμιμη [βλ. Κ. Γώγου/Ι. Κωνσταντίνου (επιμ.), Ερμηνεία Κώδικα Δικηγόρων, έκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, 2016, σελ. 231 και 271, καθώς και τις εκεί παραπομπές στις αποφάσεις ΑΠ 454/2010 ΕλλΔνη 2013.111, ΑΠ 1077/2010 ΕλλΔνη 2011.444, ΑΠ 80/2010 ΕλλΔνη 2011.427 και στις αποφάσεις ΑΠ 374/2007, ΑΠ 57/2005 ΕλλΔνη 2005.1429, ΕφΠειρ 580/2012, ΕφΠατρ 712/2008 ΑχΝ 2009.715, αντίστοιχα. Βλ., επίσης, ΑΠ 396/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 730/2015, ΑΠ 187/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1778/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1310/2012 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 279/2006 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1239/2003 ΧρΙΔ 2004.145, Δ/ΝΗ 2005.890 και ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 421/2002, ΕφΠειρ 1160/2001 ΠειρΝομολ 2002.51 και ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΘεσσαλ 13305/2013 Αρμ 2013.1499 και ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑθ 3280/2014 ΝΟΜΟΣ]! Εξ άλλου, η ακυρότητα μιας τέτοιας συμφωνίας εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (βλ. ΑΠ 451/2000 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 1160/2001 ΠειρΝομολ 2002.51 και ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1276/2001 Αρμ 2001.1035, ΕφΠειρ 3/2000 ΠειρΝομ 2000.74).
Ανδρέας Ματσακάς
Δικηγόρος παρ’ Εφέταις
LL.M. Ποινικών Επιστημών
Advanced LL.M. Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
E-mail: info@efotopoulou.gr