Νόμιμη ύπαρξη ασφαλιστέου δικαιώματος, ως νομικό και λογικό προαπαιτούμενο της παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 682 επ. ΚΠολΔ συνάγεται ότι το ασφαλιστικό μέτρο συνιστά παρεπόμενο της εκκρεμούς ή μέλλουσας να ανοίγει σύντομα διαγνωστικής δίκης επί του επικαλούμενου ουσιαστικού δικαιώματος και αποβλέπει στη διασφάλιση, διατήρηση ή προσωρινή ρύθμιση του δικαιώματος τούτου μέχρι αυτό να διαγνωστεί και συνακόλουθα στη διασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης. Η ικανοποίηση συνεπώς του ουσιαστικού δικαιώματος, δηλαδή η δημιουργία ουσιαστικής κατάστασης ανταποκρινόμενης προς την προκύπτουσα από το ουσιαστικό δικαίωμα έννομη συνέπεια, ευρίσκεται εκτός του ασφαλιστικού μέτρου, γι’ αυτό και ρητά απαγορεύεται από το νόμο και ειδικότερα από την καθοριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 692 § 4 αρχή, κατά την οποία τα ασφαλιστικά μέτρα δεν πρέπει να συνίστανται στην ικανοποίηση του δικαιώματος, του οποίου ζητείται η εξασφάλιση ή διατήρηση, (βλ. Η. Ηλιακόπουλου, προσωρινότητα και οριστικότητα: Δύο έννοιες σε σχέση έντασης στα ασφαλιστικά μέτρα, ΝοΒ 35,308 εττ., ΜΠρΑΘ 15045/89 Δ 21,147. 6949/85 ΕλΔ 1985,754, ΜΠρΧ 481/90).
Ο παραπάνω κανόνας έχει εφαρμογή και στο ασφαλιστικό μέτρο της ρύθμισης κατάστασης (731, 732 ΚΠολΔ), το οποίο δεν διαφέρει κατά το σκοπό του από τα υπόλοιπα ασφαλιστικά μέτρα, αφού και αυτό συνδέεται τελολογικά με κάποιο δικαίωμα που πρέπει να προστατευθεί προσωρινά, για να μη δημιουργηθούν μέχρι την περάτωση της κύριας δίκης αμετάβλητες καταστάσεις που θα μπορούσαν να ματαιώσουν τον πρακτικό σκοπό της κύριας δίκης (Μπέης ΠολΔικ υπό το άρθρο 692 σελ. 121 επ.).
Οι προαναφερόμενες διατάξεις απηχούν τις βασικές αρχές του δικαίου των ασφαλιστικών μέτρων, σύμφωνα με τις οποίες η προσωρινή δικαστική προστασία πρέπει α) να μην ταυτίζεται με το αντικείμενο της οριστικής δικαστικής προστασίας, αλλά να διαφέρει και να υπολείπεται από αυτό και β) να μην δημιουργεί αμετάκλητες καταστάσεις που δεν μπορούν να ανατραπούν όταν ανακληθεί η σχετική απόφαση ασφαλιστικών μέτρων ή διαγνωσθεί στην κύρια δίκη με ισχύ δεδικασμένου η ανυπαρξία του δικαιώματος που εξασφαλίστηκε, ώστε να μη ματαιώνεται ο πρακτικός σκοπός της κύριας δίκης (βλ. σχετ. Μπέη, ΠολΔ άρθρο 682 σελ. 33, άρθρο 692 σελ 115-116, 119-120, 122, 129-130, 145-146. Βερβεσό Δ 1,164. Κεραμέα, Αναμνηστικό Τόμο Μιχελάκη σελ. 422, 5801/2001 ΜΠΡ ΑΘ).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 682 του Κ.Πολ.Δ., το ασφαλιστικό μέτρο της προσωρινής ρύθμισης κατάστασης, όπως και όλα τα άλλα, συνδέεται αναπόσπαστα με κάποιο δικαίωμα, του οποίου ζητείται η εξασφάλιση με την προσωρινή ρύθμιση, με την έννοια ότι η παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας προϋποθέτει, ως νομικό και λογικό προηγούμενο τη νόμιμη ύπαρξη ασφαλιστέου δικαιώματος (Κ. Μπέης: ΠολΔ άρθρα 682 παρ. 8 σελ. 3943 και 692 παρ. 4 παρατ. 4.2.1. σελ. 115, Ο ίδιος: Τα όρια της προσωρινής δικαστικής προστασίας, έκδ. 1980, σελ. 1421, Κεραμεύς – Πολυζωγόπουλος: Τα ασφαλιστικά μέτρα στο ελληνικό αστικό δικονομικό δίκαιο, Η δραστικότητα της δικαιοσύνης, έκδ. ΙΔΜΕ` παρ. 3 παρατ. 3.3.1 σελ. 258-259, Κ. Παναγόπουλος: Πιθανολόγηση του ασφαλιστέου δικαιώματος και στάθμιση συμφερόντων ως προϋποθέσεις για την παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας Δ. 15.449 επ. και ιδίως 755, Ο ίδιος: υπό ΜΠρΑθ 15611/1979 Δ. 21. 874, ΜΠρΑθ 10495/1982 Δ.14. 48, ΜΠρΘεσ. 1762/1980 Αρμ. ΛΣΤ` 1000). Αντικείμενο δε της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων είναι η δικαστική πιθανολόγηση (Κ.Πολ.Δ. 688 παρ. 1, 690 παρ. 1, 695) του διαπλαστικού δικαιώματος προς λήψη ασφαλιστικών μέτρων και όχι το ασφαλιστέο δικαίωμα. Απλώς, η πιθανολόγηση του ασφαλιστέου δικαιώματος είναι προδικαστικό ζήτημα για την περαιτέρω πιθανολόγηση του διαπλαστικού δικαιώματος παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας (Κ. Μπέης: ΠολΔικ άρθρο 688 παρατ. 1.1.2, σελ. 84, 16/2001 ΕΙΡ ΦΛΩΡ).
Λένα Πολύζου
Δικηγόρος
Email: info@efotopoulou.gr