Στοιχεία για το ορισμένο της ένστασης εξοφλήσεως – Ένσταση συμψηφισμού – Όταν ο διάδικος επικαλείται, κατά τη διάρκεια της δίκης, συμψηφισμό που έχει λάβει χώρα εξώδικα, πριν από την έναρξη της δίκης, δεν υπάρχει ουσιαστικά ένσταση συμψηφισμού, αλλά απλή ένσταση εξόφλησης με συμψηφισμό
Από τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η ένσταση, ως καταλυτικό γεγονός της αγωγής, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον εναγόμενο κατά του ενάγοντα. Δηλαδή, για να κριθεί η ένσταση ότι επιδέχεται δικαστική εκτίμηση, πρέπει να περιέχει στοιχεία ανάλογα προς εκείνα που είναι αναγκαία για την τυπική παραδοχή της αγωγής, διαφορετικά, αν τα γεγονότα που αποτελούν την ιστορική βάση της δεν εκτίθενται κατά τρόπο πλήρη, η ένσταση απορρίπτεται ως αόριστη και αυτεπαγγέλτως. Η έλλειψη των παραπάνω στοιχείων δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε έγγραφα, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων[1].
Προσέτι, από τις διατάξεις των άρθρων 416 και 422 ΑΚ προκύπτει ότι ο οφειλέτης εναγόμενος προς πληρωμή ορισμένου χρέους και ισχυριζόμενος απόσβεση αυτού με καταβολή, αρκεί να αποδείξει την καταβολή αυτή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η γενομένη καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού μόνο γι` αυτό είναι η διαφορά[2]. Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στοιχεία για το ορισμένο της ένστασης εξόφλησης είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής[3]. Επομένως, για να είναι ορισμένη η ένσταση εξόφλησης χρηματικής απαίτησης, που έχει ως βάση είτε περισσότερες της μιας καταβολές ή το συμψηφισμό περισσότερων της μιας ανταπαιτήσεων του ενιστάμενου κατά του ενάγοντος, πρέπει να διαλαμβάνει αναλυτικώς τα επιμέρους ποσά που απαρτίζουν το συνολικό ποσό που φέρεται καταβληθέν ή προταθέν σε συμψηφισμό και το χρόνο καταβολής ή της πρότασης προς συμψηφισμό καθενός από αυτά[4].
Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 440 και 441 ΑΚ, το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης συμψηφισμού δημιουργείται από τότε που δύο αντίθετες απαιτήσεις, οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν. Από το χρονικό αυτό σημείο, ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό. Η πρόταση του συμψηφισμού, η οποία γίνεται με μονομερή δήλωση του ενός γνωστοποιητέα στον άλλο και συνιστά μονομερή δικαιοπραξία, επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων αναδρομικά, δηλαδή από τότε που αυτές συνυπήρξαν. Οι υποκείμενες σε συμψηφισμό απαιτήσεις πρέπει να είναι ομοειδείς κατά αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες. Ομοειδείς είναι οι απαιτήσεις των οποίων τα αντικείμενα έχουν τα ίδια γνωρίσματα, όπως οφειλή χρημάτων και από τα δύο μέρη, ανεξάρτητα από τις ενοχές από τις οποίες απορρέουν. Το ομοειδές κρίνεται κατά το χρονικό σημείο πρότασης του συμψηφισμού. Ακόμη, βασικό στοιχείο του συμψηφισμού είναι η ύπαρξη και η εγκυρότητα των συμψηφιζομένων απαιτήσεων. Έτσι, αν μία από τις απαιτήσεις δεν υπάρχει ή η σχετική σύμβαση από την οποία πηγάζει είναι άκυρη, ο συμψηφισμός δεν επιφέρει απόσβεση της άλλης απαίτησης. Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους, αλλά ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη[5].
Όταν ο διάδικος επικαλείται, κατά τη διάρκεια της δίκης, συμψηφισμό που έχει λάβει χώρα εξώδικα, πριν από την έναρξη της δίκης, δεν υπάρχει ουσιαστικά ένσταση συμψηφισμού, αλλά απλή ένσταση εξόφλησης με συμψηφισμό[6].
Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος
e-mail: info@efotopoulou.gr
[1] βλ. ΑΠ 529/2016, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 575/2015, ο.α., ΑΠ 1069/ 2014, ο.α., ΑΠ 359/2012, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 737/2012, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1864/2011, ΧρΙΔ 2012.447
[2] βλ. ΑΠ 575/2015, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 531/2015, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1653/2011, ΕπίσκΕμπΔ 2012.343, ΑΠ 1439/2005, ΔΕΕ 2006.85, ΕφΑθ 3879/2007, ΔΕΕ 2008.218, ΜονΕφΠειρ 221/2015, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΘεσ 422/2008, ΕΦΑΔ 2009.282, ΕφΠατρ 865/2009, ΑχαΝομ 2010.138
[3] βλ. ΑΠ 381/2014, ΧρΙΔ 2014.498, ΑΠ 1881/2014, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1069/2014, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1781/2014, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1208/2013, ΤΝΠ Νόμος
[4] βλ. ΑΠ 1163/2011, ΕπισκΕμπΔ 2011.984, ΑΠ 960/2011, ΕΠολΔ 2011,787, ΜΕφΠειρ 85/2015, ΤΝΠ Νόμος, ΜΕφΠειρ 28/2015, ΤΝΠ Νόμος, ΜΕφΠειρ 221/2015, ο.α.
[5] βλ. ΑΠ 435/2015, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 294/2014, Αρμ 2014. 1306, ΑΠ 782/ 2014, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 450/2013, ΧρΙΔ 2013.583, ΑΠ 936/2013, ΝοΒ 2014.33, ΑΠ 840/2012, ΧρΙΔ 2013.27, ΑΠ 1460/2012, ΕπισκΕμπΔ 2013.324
[6] βλ. ΑΠ 450/2013, ο.α, ΑΠ 1460/2012, ο,ο., ΕφΑθ 5326/2007, ο.α., ΠΠΘεσ 4978/2011, Αρμ 2011,781, ΠΠΘεσ 4609/1998, Αρμ 1998,1065, ΜΠΠατρ 281/2019