Λόγοι αποκλήρωσης του συζύγου του διαθέτη (άρθ. 1842 AK) – Ως λόγος διαζυγίου που δικαιολογεί την αποκλήρωση είναι ο ισχυρός κλονισμός του γάμου κατά το άρθ. 1439 ΑΚ – Χρόνος κατά τον οποίο πρέπει να συντρέχει ο λόγος της αποκλήρωσης – Η συγγνώμη του διαθέτη επιφέρει απόσβεση του δικαιώματος για αποκλήρωση (άρθ. 1844 ΑΚ)
Κατά την έννοια του άρθρου 1839 ΑΚ, οι λόγοι, για τους οποίους ο διαθέτης με διάταξη τελευταίας βούλησης μπορεί να στερήσει τον κατά το άρθρο 1825 του ίδιου Κώδικα μεριδούχο από το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας του, δηλαδή οι λόγοι αποκλήρωσης στη στενή της έννοια, είναι αποκλειστικοί και μόνο όσοι ορίζονται για κάθε περίπτωση στις διατάξεις των άρθρων 1840 έως 1842 ΑΚ[1].
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 1842 ΑΚ, ως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 26 του Ν. 1329/1983: «Ο διαθέτης μπορεί να αποκληρώσει το σύζυγό του, αν κατά το χρόνο του θανάτου είχε δικαίωμα να ασκήσει αγωγή διαζυγίου για βάσιμο λόγο αναγόμενο σε υπαιτιότητα του συζύγου του». Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, λοιπόν, προϋποθέσεις για την έγκυρη αποκλήρωση του συζύγου που επιζεί είναι οι ακόλουθες: α) βάσιμος λόγος διαζυγίου, β) ο λόγος διαζυγίου να ανάγεται σε υπαιτιότητα του συζύγου που αποκληρώνεται, γ) η ύπαρξη, κατά το χρόνο θανάτου του διαθέτη, δικαιώματος άσκησης αγωγής διαζυγίου για το λόγο αυτό και δ) ο συγκεκριμένος λόγος διαζυγίου να υπάρχει κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης και να αναφέρεται σε αυτήν (άρθ. 1843 παρ. 1 ΑΚ).
Ειδικότερα, στο πλαίσιο της ΑΚ 1842, βάσιμος λόγος διαζυγίου είναι ο, κατά το άρθ. 1439 ΑΚ, ισχυρός κλονισμός της έγγαμης συμβίωσης που καθιστά αφόρητη την εξακολούθησή της για το διαθέτη, που, όμως, πρέπει να βασίζεται σε υπαίτιο και όχι ανυπαίτιο γεγονός. Ο κλονισμός αυτός τεκμαίρεται επί διγαμίας, μοιχείας, εγκατάλειψης του ενάγοντος συζύγου ή επιβουλής της ζωής του από το σύζυγό του (άρθ. 1439 παρ. 2 ΑΚ)[2]. Πέραν από τους λόγους αυτούς, ως υπαίτια κλονιστικά γεγονότα μπορούν να αναφερθούν όλες οι παραβάσεις της υποχρέωσης για έγγαμη συμβίωση της ΑΚ 1386[3], η ασυμφωνία χαρακτήρων κ.ά.[4].
Περαιτέρω, δεν αρκεί για την αποκλήρωση του συζύγου να υπάρχει υπαίτιος λόγος διαζυγίου κατά τη σύνταξη της διαθήκης, αλλά απαιτείται επιπλέον ο διαθέτης να έχει δικαίωμα να ασκήσει αγωγή διαζυγίου κατά το χρόνο του θανάτου του, δηλαδή ο υπαίτιος λόγος διαζυγίου να είναι ενεργός κατά το χρόνο θανάτου του διαθέτη, χωρίς να απαιτείται η άσκηση αγωγής. Σημειώνεται ότι ο νόμος δεν αξιώνει λεπτομερή αναγραφή στη διαθήκη των γεγονότων που συνιστούν το λόγο αποκλήρωσης του συζύγου, αλλά αρκεί η έκθεση σε αυτήν περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν σε συγκεκριμένο λόγο αποκλήρωσης, ενώ εκείνος που επικαλείται την αποκλήρωση οφείλει να αποδείξει το λόγο της[5]. Έτσι, σε περίπτωση που ο αποκληρωθείς (σύζυγος, γονέας ή κατιών) εγείρει αγωγή, επικαλούμενος την ανυπαρξία ή την αναλήθεια του λόγου της αποκλήρωσής του, ο εναγόμενος, δηλαδή εκείνος που ωφελείται από τη διαθήκη που περιέχει τη διάταξη για την αποκλήρωση, οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη ή την αλήθεια του λόγου της αποκλήρωσης[6]. Αν δεν αποδεικνύεται ο λόγος αυτός, το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας υφίσταται και, επομένως, οι διατάξεις της διαθήκης αναιρούνται, αλλά μόνο μέχρι τη νόμιμη μοίρα (άρθ. 1713 ΑΚ), ενώ κατά το επί πλέον διατηρούνται σε ισχύ, εφόσον δεν γίνεται επίκληση (και δεν αποδεικνύεται) νόμιμος λόγος ακυρότητας ή ακυρώσιμου της διαθήκης[7].
Εξάλλου, απόσβεση του δικαιώματος για αποκλήρωση μεριδούχου επιφέρει η συγγνώμη του δικαιούχου, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 1844 ΑΚ. «Συγγνώμη» είναι η δήλωση της βούλησης του διαθέτη, σύμφωνα με την οποία ο τελευταίος θεωρεί πλέον ως μη κλονισθέντα αλλά αποκατασταθέντα τον οικογενειακό δεσμό που είχε διαταραχθεί από τη συμπεριφορά του μεριδούχου και επιθυμεί το παράπτωμα του μην έχει επιζήμιες για αυτόν συνέπειες. Η συγγνώμη μπορεί να δοθεί ρητά ή σιωπηρά, αρκεί να προκύπτει η πρόθεση του να συγχωρήσει τα παραπτώματα του μεριδούχου[8]. Η συγγνώμη δεν αποτελεί δικαιοπραξία, αλλά οιονεί δικαιοπραξία επί της οποίας έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του νόμου για τη δικαιοπρακτική ικανότητα και τα ελαττώματα της βούλησης. Εφόσον η συγγνώμη αποδειχθεί από το μεριδούχο που την επικαλείται, η αποκλήρωση με στενή έννοια γίνεται ανίσχυρη[9]. Σε περίπτωση αποκλήρωσης, εκείνος που αποκληρώθηκε μπορεί να ασκήσει αναγνωριστική αγωγή για την αναγνώριση της αβασιμότητας-αναλήθειας και ανυπαρξίας των αναφερομένων στη διαθήκη λόγων αποκλήρωσης και, συνεπώς, ακυρότητας της διάταξης για αποκλήρωση, με σκοπό την αναγνώριση, περαιτέρω, του κληρονομικού δικαιώματος της νόμιμης μοίρας[10]. Απόσβεση του δικαιώματος για αποκλήρωση μεριδούχου επιφέρει και η ύπαρξη συναίνεσης του κληρονομούμενου συζύγου στην υπαίτια κλονιστική συμπεριφορά του άλλου συζύγου.
Αγγελική Πολυδώρου, δικηγόρος
e-mail: info@efotopoulou.gr
[1] βλ. ΑΠ 122/1998 ΕλλΔνη 39. 576
[2] βλ. ΑΠ 865/2006 ΧρΙΔ 6. 708, ΑΠ 766/2004 ΕλλΔνη 46.455, ΑΠ 1281/1993 ΕλλΔνη 36. 100, ΕφΑθ 2490/2005 ΕλλΔνη 47. 585, ΕφΑθ 3835/2003 ΕλλΔνη 45. 883, ΕφΑθ 97/2000 ΕλλΔνη 41. 1417
[3] βλ. Νίκη Ψούνη, Κληρονομικό Δίκαιο Ι, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2004, σελ. 139
[4] βλ. Βασ. Αντ. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ Ερμηνεία Νομολογία Αστικού Κώδικα (κατ’ άρθρο), Τόμος ΣΤ΄, Ημιτόμος Α΄, άρθρο 1842 ΑΚ, σελ. 569
[5] βλ. ΑΠ 865/2006, ΑΠ 1292/1998, ΑΠ 1281/1993, ΑΠ 723/1993, ΕφΑΘ 4000/2008, ΕφΑΘ 3835/2003 ό.π.
[6] βλ. ΑΠ 1281/1993, ΑΠ 723/1993, ΕφΑΘ 4000/2008, ΕφΑΘ 97/2000 ό.π.
[7] βλ. ΑΠ 150/2008 ΕλλΔνη 50.1059, ΑΠ 1349/2005 ΕλλΔνη 47.159, ΑΠ 1411/1998 ό.π., ΑΠ 1389/1990 ΕλλΔνη 33.331, ΕφΑΘ 4000/2008, ΕφΑΘ 97/2000 ό.π.
[8] βλ. ΑΠ 1349/2005
[9] βλ. Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, στο άρθρο 1844 σ. 526 επ.
[10] βλ. ΕφΑθ 350/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 150/2008, ΑΠ 766/2004, ΕφΑΘ 4000/2008 ό.π.