Σύμβαση υπέρ τρίτου κατ’ άρθρα 410 επ. ΑΚ. και οι διακρίσεις της σε γνήσια και μη γνήσια
Κατά το άρθρο 410 ΑΚ, αν κάποιος δεχθεί υπόσχεση παροχής υπέρ τρίτου, μπορεί να απαιτήσει να καταβάλει στον τρίτο αυτός που υποσχέθηκε. Σύμβαση υπέρ τρίτου γεννάται εφόσον οι συμβαλλόμενοι συμφωνήσουν να επέλθει κάποιο νομικό αποτέλεσμα υπέρ τρίτου προσώπου, που δεν μετέσχε στην κατάρτιση της σύμβασης και αυτό πρέπει να προκύπτει από τη σύμβαση. Πρόκειται επομένως για τριμερή (τριγωνική) συμβατική σχέση. Στη σύμβαση υπέρ τρίτου ονομάζεται υποσχεθείς αυτός που δεσμεύεται να προβεί σε κάποια παροχή (που μπορεί να συνίσταται και σε παράλειψη) προς τον τρίτο, δέκτης της υπόσχεσης το άλλο μέρος της σύμβασης (αντισυμβαλλόμενος) που δέχεται την υπόσχεση του πρώτου για παροχή και τρίτος, αυτός στον οποίο οι δύο πρώτοι συμφωνούν να γίνει η καταβολή της παροχής. Η σχέση που συνδέει τον υποσχεθέντα με τον δέκτη της υπόσχεσης ονομάζεται σχέση κάλυψης, ενώ η σχέση μεταξύ του τρίτου και του δέκτη της υπόσχεσης, σχέση αξίας.
Η οποιαδήποτε υποσχετική σύμβαση (αμφοτεροβαρής ή ετεροβαρής) μπορεί να καταρτιστεί με τη μορφή της σύμβασης υπέρ τρίτου, δηλαδή με κάποια από τις παροχές να κατευθύνεται προς τρίτο μη συμβαλλόμενο μέρος. Ανάλογα αν κατά το περιεχόμενο της σύμβασης υπέρ τρίτου θα αποκτήσει ο τρίτος άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα, μπορώντας να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα απευθείας εκπλήρωση της παροχής ή μόνο ο δέκτης της υπόσχεσης θα μπορεί να αξιώσει από τον υποσχεθέντα την παροχή προς τον τρίτο, διακρίνεται η σύμβαση υπέρ τρίτου σε γνήσια και μη γνήσια.
Μη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (ή νόθος ή ατελής, καταχρηστική ή εξουσιοδοτική) υπάρχει όταν μόνο ο δέκτης της υπόσχεσης έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα την εκπλήρωση της συμφωνηθείσης παροχής στον τρίτο. Ο τρίτος δεν αποκτά κανένα άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα και συνεπώς, δεν μπορεί να εγείρει ευθέως αξιώσεις κατά του υποσχεθέντος. Ο υποσχεθείς αυτή τη δέσμευση αναλαμβάνει και καταβάλλοντας στον τρίτο εκπληρώνει την υποχρέωσή του απέναντι στον αντισυμβαλλόμενό του και ελευθερώνεται.
Γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (άλλως τέλεια ή δικαιωματική), η οποία είναι και το αντικείμενο της ρύθμισης των άρθρων 410 επ, υπάρχει όταν ο τρίτος αποκτά άμεσα και αυτοτελώς δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα την παροχή και ως εκ τούτου, εκτός από το δικαίωμα του δέκτη της υπόσχεσης να απαιτήσει την καταβολή προς τον τρίτο, υφίσταται και ένα ανεξάρτητο δικαίωμα του ίδιου του τρίτου να απαιτήσει την καταβολή από αυτόν που υποσχέθηκε.
Συγκεκριμένα, σε περίπτωση μη εκπληρώσεως καθυστερημένης ή πλημμελούς εκπληρώσεως της παροχής από μέρους του υποσχεθέντος, ο τρίτος αποκτά το δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή απευθείας από αυτόν που υποσχέθηκε, αν αυτό προκύπτει από τη θέληση των μερών που έχουν συμβληθεί ή συνάγεται από τη φύση και το σκοπό της σύμβασης. Τα κριτήρια που τάσσει ο νόμος, για τη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου είναι η ρητά εκπεφρασμένη ή συναγόμενη βούληση των συμβληθέντων ή η φύση και ο σκοπός της σύμβασης. Η ΑΚ 411 είναι διάταξη ενδοτικού δικαίου και ο θεσμός της σύμβασης υπέρ τρίτου, διέπεται από την αρχή της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης. Η έρευνα λοιπόν, ως προς τη βούληση των μερών προηγείται και είναι αποφασιστική. Η φύση και ο σκοπός της συμβάσεως έχουν δευτερεύουσα και βοηθητική σημασία, αν δεν προκύπτει σαφής βούληση των μερών. Η θέληση των συμβληθέντων μερών να αποκτήσει ο τρίτος, άμεσο και ανεξάρτητο από την αξίωση του δέκτη της υπόσχεσης, δικαίωμα να απαιτήσει απευθείας την παροχή, πρέπει είτε να εκδηλώνεται ρητά, είτε να συνάγεται ερμηνευτικά. Στην τελευταία περίπτωση τίθεται θέμα ερμηνείας της σύμβασης με βάση τις γενικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 232/2023 ΝΟΜΟΣ).Τέλος με τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, αίρονται οι ασάφειες ή καλύπτονται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Με την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο, ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων (ΑΠ 1324/2018 ΝΟΜΟΣ).
[ΤΡ.ΕΦ.ΠΕΙΡΑΙΩΣ 458/2025 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ]
Βασιλική Φλωκατούλα – δικηγόρος
info@efotopoulou.gr