Η παραγραφή των αξιώσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου κατά αυτού
Σύμφωνα με το άρθρο 140 του Ν. 4270/2014 και ειδικότερα την τρίτη παράγραφο αυτού ορίζεται ότι: «3. Η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ` αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά την παρέλευση διετίας από τη γένεσή της.» Συνεπώς, κατά τη νομοθετική διάταξη αυτή, οι εν γένει απαιτήσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου σχετικά με τις απολαβές τους παραγράφονται με το πέρας της διετίας από τη γένεσή τους.
Η απόφαση του Αρείου Πάγου με αριθμό 575/2020 θέτει το σύντομο διάστημα παραγραφής των ως άνω απαιτήσεων κατά του Δημοσίου ως απόρροια του γενικότερου δημοσίου συμφέροντος. Συγκεκριμένα, ορίζει ότι: «Ειδικότερα, ως προς την ειδική βραχυχρόνια (διετή) παραγραφή, κατά το άρθρο 90 παρ.3 ν. 2362/1995, αν και η παραγραφή αυτή είναι μικρότερη του χρόνου παραγραφής (πενταετίας), κατά το άρθρο 250 αριθμοί 6 και 17 ΑΚ, ως προς παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και των εργατών του ιδιωτικού τομέως και του χρόνου παραγραφής (πενταετίας), κατά το άρθρο 937 ΑΚ, ως προς τις απαιτήσεις από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, το οποίο δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τους ο.τ.α., έχει θεσπισθεί από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών απαιτήσεων και αντιστοίχων υποχρεώσεών τους, απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας τους και της οικονομικής τους καταστάσεως, στην οποία οι φορολογούμενοι δημότες συμβάλλουν, με την πληρωμή φόρων, τελών και λοιπών επιβαρύνσεων υπέρ αυτών (ο.τ.α.). Έτσι, το άρθρο 90 παρ. 3 ν. 2362/1995 δεν είναι αντίθετο (i).- στην αρχή της ισότητας, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος ή (ii).- στην αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας, κατά το άρθρο 22 παρ.1 εδ. (β) του Συντάγματος, ως ειδικότερη μορφή και εκδήλωση της αρχής της ισότητας επίσης, δεν αντίκειται στο άρθρο 1 παρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών/Ε.Σ.Δ.Α. – ν.δ. 53/1974(ΦΕΚ Α` 256/20.9.1974), αφού το άρθρο αυτό, με ισχύ από 28.11.1974 [άρθρο “δεύτερον” ν.δ. 53/1974], εμποδίζει τον νομοθέτη να καταργεί τα ενοχικά, ακόμη, δικαιώματα και όχι να θεσπίζει κανόνες για τον καθορισμό, κατά περίπτωση, χρόνου παραγραφής των απαιτήσεων, που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος του. Το άρθρο 1 παρ. 2 του ιδίου Πρωτοκόλλου, άλλωστε, αναγνωρίζει, ευθέως, το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των απαιτήσεων των πολιτών, όπως είναι και η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, όπου εμπίπτει, κατά τα παραπάνω και η προστασία της περιουσίας των ο.τ.α. (ΑΕΔ 1/2012, ΣτΕ 373/2018, ΑΠ 536/2014, ΑΠ 701/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ)».
Εν κατακλείδι, σε αντίθεση με το άρθρο 250 του Αστικού Κώδικα που θέτει ως χρόνο παραγραφής των αξιώσεων των μισθωτών στο πλαίσιο του ιδιωτικού δικαίου την πενταετία, για όσους απασχολούνται στο Δημόσιο, οι απαιτήσεις τους κατά αυτού σχετικά με απολαβές παραγράφονται με το πέρας της διετίας από τη γένεσή τους. Η διάκριση αυτή θεωρείται δικαιολογημένη από το νομοθέτη προς εκπλήρωση του δημοσίου συμφέροντος και δεν αντίκειται στους υπέρτερης ισχύος κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, κανόνες δικαίου της ενωσιακής έννομης τάξης.
Χαρά Ζούκα, Δικηγόρος
info@efotopoulou.gr