Η παρεμπόδιση του δικαιώματος επικοινωνίας του ανήλικου τέκνου με τον δικαιούχο γονέα συνιστά προσβολή προσωπικότητας κατ’ άρθρο 57 ΑΚ
Σημαντική δικαστική απόφαση όσον αφορά στην επίρρωση της θέσης του γονέα που δεν διαμένει μαζί με το ανήλικο τέκνο αποτελεί η 124/2021 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δυνάμει της οποίας διατάσσεται η άρση της προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος πατέρα (έχοντος δικαίωμα επικοινωνίας με το ανήλικο τέκνο τους) εκ μέρους της ενάγουσας (ασκούσας τη γονική μέριμνα αυτού) και την παράλειψή της στο μέλλον, δια της επιβολής της υποχρέωσης να επιτρέπει ανεμπόδιστα αλλά και να διευκολύνει την επικοινωνία του ενάγοντος με το ανήλικο τέκνο κατά τα διαλαμβανόμενα στην απόφαση ρύθμισης δικαιώματος επικοινωνίας.
Η απόφαση αυτή συνιστά αναμφίλεκτα μια ενίσχυση του δικαιώματος του γονέα που δεν ασκεί την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου καθώς αυτό εδραιώνεται εν τοις πράγμασι μέσω της άρρηκτης σύνδεσής του και με την προσωπικότητά του. Ακολουθεί το νομικό πλαίσιο πάνω στο οποίο ερείδεται το σκεπτικό του Δικαστηρίου:
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 59 ΑΚ στις περιπτώσεις των δύο προηγουμένων άρθρων (στα οποία περιλαμβάνεται και το άρθρο 57) το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που είχε προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνιστάται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις ανωτέρω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου, με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένο, στα προστατευόμενα δε σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις αγαθά εντάσσονται και η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ανθρώπου, καθώς και η ελευθερία και ειδικότερα η ελευθερία για ανάπτυξη της προσωπικότητας του ανθρώπου, η οποία αναφέρεται και στις σχέσεις αυτού προς τους άλλους ανθρώπους. Η κατά τα άνω παρεχόμενη προστασία του δικαιώματος της προσωπικότητας περιλαμβάνει θετικώς μεν τη δυνατότητα του ατόμου να μετέρχεται όλες τις εξουσίες που περικλείονται στο άνω δικαίωμα και να απολαμβάνει όλων των αγαθών που το δικαίωμα αυτό διασφαλίζει, αρνητικώς δε τη δυνατότητα του ατόμου να αποκρούει κάθε παράνομη προσβολή του εν λόγω δικαιώματος και να αξιώνει υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις και αποκατάσταση της ηθικής βλάβης με καταβολή χρηματικής ικανοποίησης. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 57 και 59 ΑΚ είναι η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας και η προσβολή αυτή να είναι παράνομη, οπότε ο προσβαλλόμενος δικαιούται να απαιτήσει την άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον, χωρίς τη συνδρομή υπαιτιότητας (αντικειμενική ευθύνη), ενώ για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης απαιτείται και υπαιτιότητα εκείνου από τον οποίο προέρχεται η προσβολή. Για την επιδίκαση δε χρηματικής ικανοποίησης κατά το άρθρο 59 ΑΚ απαιτείται η προκαλούμενη από την παράνομη προσβολή ηθική βλάβη να είναι σημαντική (ΕφΠειρ 716/2006 ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, Γεωργιάδη – Σταθόπουλου Αστ. Κωδ, υπ’ άρθρο 59, αριθμ. 8), ενώ το άρθρο 59 ΑΚ δεν κάνει αποκλειστικά, λόγο για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, καθόσον είναι αποδεκτά και άλλα μέσα που έχουν τη δύναμη να εξαλείψουν την ηθική βλάβη του προσβληθέντος (ορ. και Φουντεδάκη, σε Απ. Γεωργιάδη, ΣΕΑΚ, τ. I, υπ’ άρθρο 59, αριθμ. 24, 25). Παράνομη είναι η προσβολή η οποία γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ’ ενάσκηση μεν δικαιώματος, το οποίο όμως είτε είναι, από άποψη έννομης τάξεως, μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις καθιστώσες την άσκηση αυτού καταχρηστική σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ (ΕφΠειρ 716/2006 ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57 έως 60, 297, 298, 299, 914, 932 ΑΚ και 947§1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η επί παραλείψει αγωγή που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 57 – 60 ΑΚ, μπορεί να εγερθεί, στην περίπτωση κατά την οποία, κατά τα εκτεθέντα, προσβάλλεται η προσωπικότητα του ανθρώπου, σωρευτικά με τις λοιπές περί αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποίησης αξιώσεις, υπό την προϋπόθεση ότι, είτε εχώρησε ήδη προσβολή, είτε και ανεξάρτητα από προηγούμενη προσβολή, εφ’ όσον υφίσταται βάσιμη απειλή επικείμενης προσβολής (Απ. Γεωργιάδης, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, 2Π εκδ., §12 αριθμ. 22, Φουντεδάκη σε Απ. Γεωργιάδη ΣΕΑΚ, τ. I, υπ’ άρθρο 57, αριθμ. 38).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1518, 1520 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός του απολύτως προσωπικού δικαιώματος και καθήκοντος επικοινωνίας μεταξύ γονέα και τέκνου είναι η διατήρηση του ψυχικού τους δεσμού και η δυνατότητα άμεσης γνώσης από το γονέα, με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, για την ανάπτυξη της προσωπικότητας, την πνευματική ανάπτυξη και την παρακολούθηση της εν γένει κατάστασης αυτού. Η άσκηση δε της επικοινωνίας μεταξύ γονέα και τέκνου που απορρέει από το φυσικό δεσμό αίματος αυτών, ως αμοιβαία έκφραση αισθημάτων αγάπης, συμπάθειας, ενδιαφέροντος και στοργής, αμβλύνει τις δυσμενείς συνέπειες της ανώμαλης εξέλιξης της έγγαμης συμβίωσης και συντελεί στην πνευματική και ηθική ανάπτυξη, τη συναισθηματική ολοκλήρωση και ψυχική ισορροπία και των δύο, αποβλέποντας ιδίως στο καλώς εννοούμενο συμφέρον του τέκνου. Τυχόν δε αδικαιολόγητη παρεμπόδιση της επικοινωνίας συνιστά ενδεχομένως καταχρηστική άσκηση της γονικής μέριμνας, με τις συνέπειες των άρθρων 1532-1533 ΑΚ ή στοιχειοθετεί μεταβολή των συνθηκών ικανή να προκαλέσει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1536 ΑΚ, μεταρρύθμιση της σχετικής δικαστικής απόφασης. Στα πλαίσια αυτά οι γονείς πρέπει να αποφεύγουν κάθε ενέργεια που δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικό συμφέρον του τέκνου και να μεριμνούν, ώστε αυτό να παραμείνει αλώβητο, εκτός του πεδίου των προσωπικών τους εντάσεων. Πολύ περισσότερο ο ασκών τη γονική μέριμνα, στη θετική συνδρομή του οποίου απόκειται η ουσιαστική πραγματοποίηση της επικοινωνίας, υποχρεούται να απέχει από κάθε ενέργεια, που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να οδηγήσει στην παρεμπόδιση της, και οι δύο δε οφείλουν αμοιβαίο σεβασμό και συνεργασία μεταξύ τους, προκειμένου να μη θίγονται με τη συμπεριφορά του καθενός από αυτούς τα δικαιώματα του άλλου (ΕφΘεσ 1324/2001 ΝΟΜΟΣ). Η παρεμπόδιση, δε, της επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο θα μπορεί κατά περίπτωση να εκτιμηθεί και ως προσβολή της προσωπικότητας του πρώτου (ορ. Λαδογιάννη σε Απ. Γεωργιάδη ΣΕΑΚ, υπ’ άρθρο 1520 αριθμ. 11 με τις εκεί παραπομπές), καθόσον η επικοινωνία του γονέα με το τέκνο του ασκεί ευεργετική επίδραση στο συναισθηματικό του κόσμο, ο οποίος κατά τα αναλυόμενα στην πρώτη νομική σκέψη της παρούσας αποτελεί στοιχείο της προσωπικότητας του ατόμου, έτσι ώστε η παρεμπόδιση της ασκήσεως του δικαιώματος αυτού να συνιστά προσβολή του απόλυτου δικαιώματος στην προσωπικότητα, η οποία γεννά αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψης της στο μέλλον καθώς και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά τα προεκτεθέντα (πρβλ. ΜΠρΘεσ 8513/2018 ΝΟΜΟΣ για το δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα με ενήλικο τέκνο του).
Λαμπρινή Σταμέλου, δικηγόρος